Ο παραγωγικότατος συνθέτης, κιθαρίστας και στοχαστής επισημαίνει ότι η επιτυχία έχει να κάνει με την τύχη, ενώ η πραγματική τέχνη με την ευδαιμονία

Από την εποχή των Τερμιτών μέχρι τη σημερινή του πορεία ως συνθέτης, κιθαρίστας και ενορχηστρωτής, δεν έπαψε να αναζητά τις συνάψεις ανάμεσα στην τέχνη, τον άνθρωπο και την εποχή του. Ο Αντώνης Μιτζέλος συγκαταλέγεται μάλλον στους δημιουργούς που αντιμετωπίζουν τη μουσική ως τρόπο κατανόησης ενός κόσμου που έχει ήδη αλλάξει. Διαβεβαιώνοντας ότι διάγει την πιο δημιουργική φάση της ζωής του και με αφορμή την επερχόμενη εμφάνισή του στο Πολιτιστικό Φεστιβάλ του Πανεπιστημίου Κύπρου, ο γνωστός μουσικός μοιράζεται αφοπλιστικά και απροσχημάτιστα σκέψεις για την καταγωγή και την ταυτότητα, την πολιτική και τη συρρίκνωση των ιδεολογιών, την τεχνητή νοημοσύνη και το μέλλον της δημιουργίας, με τη συζήτηση να στρέφεται αναπόφευκτα και στον αείμνηστο Λαυρέντη Μαχαιρίτσα, στενό φίλο και δημιουργικό συνοδοιπόρο του για δεκαετίες.

«Μιτζέλος» είναι ουσιαστικά αυτός που κατάγεται από τη Μιτζέλα, ένα παλιό χωριό (σ.σ. στο Πήλιο) που καταστράφηκε επί Τουρκοκρατίας. Όσοι έφυγαν ονομάστηκαν Μιτζέλος, Μιτζελιώτης, Μιτζελόπουλος, ανάλογα πού πήγε ο καθένας. Οι δικοί μου πρόγονοι πήγαν στη Σκιάθο, το νησί του Παπαδιαμάντη, που είναι ένας ευλογημένος τόπος, σπάνιας φυσικής ομορφιάς, αλλά δυστυχώς τον έχει πάρει η μπάλα του τουρισμού, όπως όλη την Ελλάδα. Δεν έχει χαθεί οριστικά ο χαρακτήρας, υπάρχουν ακόμη ελπίδες. Η πολιτισμική ταυτότητα είναι σίγουρα μέρος του εαυτού μου και πάντα αγωνίζομαι γι’ αυτή. Η καταγωγή είναι μια βάση. Είναι κουτό να την πετάς. Είναι σαν να έχεις τη δυνατότητα να αναπνέεις με δύο πνεύμονες κι εσύ από πείσμα να επιλέγεις μόνο τον ένα. Γιατί; Δεν αποτελεί ιδιοκτησία κανενός ούτε ο τόπος ούτε ο χρόνος. Απλώς κάνουμε χρήση.

» Η δική μου θέση ξεκινά με κέντρο τον άνθρωπο και καταλήγει με κέντρο τον άνθρωπο. Η κοσμοθεωρία μου απέχει παρασάγγας από τις σύγχρονες πολιτικές θέσεις, τις οποίες θεωρώ άπασες απαρχαιωμένες και κατά την προσωπική μου άποψη απευθύνονται σε ανθρώπους του προπερασμένου αιώνα. Όσοι πίστεψαν σ’ αυτές τις ιδεολογίες έχασαν ένα πολύτιμο κομμάτι της συμπαντικής τους ενέργειας. Συχνά, άνθρωποι που ασχολούνται με την πολιτική ή την τέχνη κι έχουν ένα δημόσιο βήμα έχουν την ψευδαίσθηση ότι μπορούν να επηρεάσουν πολιτικά τους άλλους. Όμως, νομίζω ότι τελικά ο καθένας θα πιστέψει αυτό που θέλει.

» Αν έγραφα σήμερα το πιο πολιτικό μου τραγούδι, θέμα του θα ήταν η συμπαντική δόνηση. Αν μπορούσε κάποιος να την κατανοήσει και να την εντάξει στη ζωή του, θα τον μετέτρεπε σε πολιτικό ον. Η πολιτική δεν αφορά μόνο θεσμούς, κράτη και συστήματα, αλλά τον άνθρωπο ως ουσία, το σύμπαν και τον κόσμο. Αν ο καθένας πράττει σύμφωνα με τα μικροπολιτικά και μικροκρατικά του συμφέροντα κάτι δεν πάει καθόλου καλά.

» Η συρρίκνωση της Αριστεράς δεν είναι ελληνικό φαινόμενο, αλλά πανευρωπαϊκό. Στην υπόλοιπη Ευρώπη δεν υπάρχουν αριστερά κόμματα με τον τρόπο που υπάρχουν στην Ελλάδα. Η ίδια η ιδεολογία υποχώρησε, αφήνοντας τη θέση της σε μια αριστερίζουσα. Στην ουσία υπάρχει ένα σταθερό 5% εδώ και δεκαετίες και φαίνεται ότι τελικά είναι λίγο-πολύ οικογενειακή υπόθεση, όπως δηλαδή συμβαίνει και με τη δεξιά. Αν οι γονείς είναι Ολυμπιακός Πειραιώς θα γίνουν και τα παιδιά. Κάπως έτσι. Εν πάση περιπτώσει, η ανθρωπότητα πρέπει να στραφεί προς μια άλλη κατεύθυνση, ίσως προς μια μορφή λειτουργικής νέας λαϊκής δημοκρατίας. Αφού υπάρχει το διαδίκτυο -η επόμενη αιτία καταστροφής μας- ε, ας το χρησιμοποιήσουμε και με θετικό τρόπο. Ούτε ένα σύστημα άμεσης δημοκρατίας μπορεί να εγγυηθεί λύσεις και ευημερία, διότι ξαναπέφτουμε στην ίδια λούπα: ψηφίζουν άνισοι πνευματικά άνθρωποι. Όμως, τι να κάνουμε; Έχουν όλοι δικαίωμα στη ζωή και να απολαμβάνουν αυτό που θέλουν. Κάποιος μπορεί να γουστάρει ν’ ακούει μόνο σκυλάδικα. Δικαίωμά του!

» Τα πράγματα έχουν αλλάξει οριστικά και παντελώς, έχουν έρθει νέες πληροφορίες και πραγματικότητες στη ζωή μας. Ο κόσμος δεν ΘΑ αλλάξει, έχει ήδη αλλάξει, απλά δεν το πήραμε χαμπάρι ακόμα. Υπάρχει μια νέα ρότα, η τεράστια επανάσταση της τεχνητής νοημοσύνης που για την Ιστορία της Ανθρωπότητας είναι ισάξια με την επανάσταση της γεωργίας, τότε που ο άνθρωπος από τροφοσυλλέκτης έγινε καλλιεργητής. Είναι μια οντότητα που μόλις γεννήθηκε. Δεν έχει καν κοπεί από τον ομφάλιο λώρο ακόμη. Εμείς είμαστε τώρα η μήτρα που τη θρέφει. Από εμάς ρουφάει. Μόλις κοπεί ο λώρος θα είναι ένα ον ανεξάρτητο, να κάνει αυτό που πρέπει από μόνο του.

» Η έννοια της προόδου έχει πάντα νόημα γιατί το σύμπαν χαρακτηρίζεται από διαρκή πρόοδο, εξελίσσεται προς όλες τις κατευθύνσεις. Αν πάψει να υφίσταται η εξέλιξη, θα τελειώσει και το σύμπαν. Αυτοκαταστρέφεται. Η πρόοδος, όμως, οφείλει να είναι κυρίως πνευματική και ηθική. Αυτές είναι οι δικές μου προτεραιότητες. Για άλλους, προέχει το οικονομικό και γνωρίζω πολλές περιπτώσεις κι από το δικό μου σινάφι. Είναι η νοοτροπία «τα κονομάω, άρα κάνω καλά τη δουλειά μου, πάω καλά». Τα δικά μου κριτήρια είναι άλλα. Άγγιξε η δουλειά την ψυχή σου; Σε βοήθησε όταν υπέφερες; Ήρθε δίπλα σου στη χαρά;

» Δεν σταματώ λεπτό. Όλη μέρα είμαι στην τσίτα και την έρευνα για να κάνω κάτι δημιουργικό. Όσος χρόνος μου δόθηκε, δεν τον πέταξα πλην ελαχίστων εξαιρέσεων όταν ήμουν νεότερος. Είμαι στην πιο δημιουργική φάση της ζωής μου, αδερφέ. Γράφω ασταμάτητα. Έγραψα κι ένα βιβλίο και φέτος έκανα δυο δίσκους. Πριν λίγες μέρες βγήκε ο καινούργιος, το «Ρόδινο Φεγγάρι». Είχα 24 χρόνια να δώσω ολόκληρο άλμπουμ με τραγούδια. Στο διάστημα αυτό έκανα 11 άλμπουμ με ορχηστρική μουσική, συμφωνικά έργα για κιθάρες, θεραπεία, διάβασμα, θέατρο, κινηματογράφο. Σε αντίθεση με τον τραγουδοποιό, ο συνθέτης δεν γράφει όταν είναι χαρούμενος ή λυπημένος. Δημιουργεί εν πλήρει συνειδήσει, με ηρεμία, γαλήνη και στόχο. Η ανάγκη έκφρασης δεν αφορά τον εαυτό σου, την κοινωνία εκφράζεις.

«Επιτυχία» τι σημαίνει; Ό,τι κάτι άπτεται επί της τύχης. Η πραγματική τέχνη όμως δεν είναι θέμα τύχης, είναι θέμα ευδαιμονίας. Έτσι, αισθάνθηκα τη μεγάλη υποχρέωση να παραδώσω ένα άλμπουμ με τεράστιο οικονομικό κόστος και ξέροντας ότι δεν θα πάρω πίσω ούτε ευρώ. Είναι ένα δώρο προς την κοινωνία. Δεν υπάρχουν πια έσοδα από τη δισκογραφία. Πάνε αυτά. Οι Έλληνες παίρνουν ψίχουλα από το streaming, με συμβάσεις σχεδόν αποικιοκρατικές που ευνοούν το Spotify και τις δισκογραφικές κι άντε ένα 10% να φτάσει στον τραγουδιστή. Ο δε συνθέτης κι ο στιχουργός παίρνουν απειροελάχιστα.

» Δεν την επιλέγεις τη μουσική, εκείνη σε επιλέγει. Και δεν μπορείς να κάνεις τίποτε άλλο. Πίστεψέ με. Και δεν την ανακαλύπτεις, ούτε την επινοείς, σε ανακαλύπτει και σε επινοεί. Είναι δώρο των μουσών, που σε καθιστά ενδιάμεσο, μεσάζοντα. Προέρχεται από κάπου στο σύμπαν, ο καθένας το ονομάζει όπως θέλει. Προϋπόθεση είναι να το ζητήσεις. Και πρέπει να είσαι έτοιμος να δεχθείς το δώρο. Αυτό έχει να κάνει με την έμπνευση. Υπάρχει βέβαια κι άλλος τρόπος, με την τεχνολογία. Βάζεις δυο λούπες και δυο λογάκια από πάνω και λες ότι κάνεις μουσική.

» Η μουσική είναι μια ενέργεια προϋπάρχουσα μέσα στη συμπαντική ροή, την οποία εμείς παίρνουμε και μεταπλάθουμε κάθε φορά για να κάνουμε ανάλογα καλό ή κακό στους ανθρώπους. Δεν είναι όλα για καλό. Υπάρχουν «πληνάδελφοι», που θεωρούνται μεγάλοι και τρανοί, αλλά είναι ταγμένοι στο κακό. Και δεν εννοώ το άσχημο, που είναι καθαρά υποκειμενική έννοια. Εννοώ το κακό. Ο ένας θέλει να σε θεραπεύσει από μια ψυχική ασθένεια κι ο άλλος να την προκαλέσει. 

» Εσχάτως, έχουμε μουσικά έργα γραμμένα με τεχνητή νοημοσύνη. Προς το παρόν, γελάει ο κάθε πικραμένος με το αποτέλεσμα. Είμαστε στα δικαστήρια οι σύλλογοι και οι οργανώσεις των δημιουργών παγκόσμια  γιατί το ζήτημα είναι ότι όλοι αυτοί οι αλγόριθμοι και τα μοντέλα κάπου πατάνε, σε κάτι ήδη έτοιμο. Η ΤΝ παίρνει την υπάρχουσα πληροφορία και παραγωγή και την ανασυνθέτει μιμούμενη το πνευματικό μας έργο. Η απαίτηση είναι τουλάχιστον τα λεφτά να πηγαίνουν εκεί απ’ όπου «εμπνέεται» ο αλγόριθμος. Κι αυτό, φυσικά, δεν ισχύει μόνο για τη μουσική. Με τα τωρινά δεδομένα, αν συμβεί αυτό η ΤΝ θα πάψει να υπάρχει. Δεν έχει λόγο ύπαρξης αν δεν κονομάει στην πλάτη μας. Μόνη της πάντως να παράξει καλλιτεχνικό έργο σίγουρα δεν μπορεί. Για να παράγεις τέχνη, χρειάζεται φιλοσοφημένος νους και μόχθος, μια ιεροσύνη η οποία άπτεται του πολιτισμού.

» Έχω πολλούς ανοιχτούς λογαριασμούς. Θα μπορούσα κάλλιστα στα 65 μου να πω ότι έχω κάνει πέντε πράγματα κι έχω πιάσει τάδε νούμερα- μιας και όλα τα μετράμε με νούμερα. Αυτό που νιώθω όμως είναι ότι εκμεταλλεύτηκα τον χρόνο μου όσο καλύτερα μπορούσα κι αυτό συνεχίζω να κάνω. Έχω έναν τεράστιο όγκο δουλειάς προς έκδοση, δεν προλαβαίνω να τα βγάλω όλα σ’ αυτή τη ζωή. Φλέγομαι. Όχι, δεν τελειώσαμε. Υπάρχουν πράγματα που δεν έχουμε ανακαλύψει. Ή που ανακαλύψαμε, αλλά δεν τα έχουμε μοιραστεί. Η γενιά μου δεν ολοκλήρωσε ακόμη τον κύκλο της.

» Οι Τερμίτες ήτανε τα κακά παιδιά της δισκογραφίας. Έβρισκαν τις πόρτες κλειστές. Οι πόρτες άνοιγαν μόνο με λαϊκή θέληση κι έγινε ό,τι έγινε. Πληρώσαμε ακριβώς το γεγονός ότι δεν ανήκαμε σε καμιά εκδοχή του συστήματος. Χωρίς να μας παίξει κάποιο ραδιόφωνο, χωρίς να μας γράψει καμία εφημερίδα, χωρίς να βγούμε στην τηλεόραση, μπαίναμε και γεμίζαμε συναυλιακούς χώρους. Εκ των υστέρων, βλέπω ότι ήταν λίγο άδικη η διάλυση που αποφασίσαμε το 1988. Δεν θέλω να παραδεχτώ ότι πέταξα μια δεκαετία σοβαρών αγώνων, με αίμα και ιδρώτα. Είχαμε πει ότι το σταματάμε, με την προοπτική σε δέκα χρόνια να τα ξαναπούμε. Ο Λαυρέντης δεν είχε κάνει ακόμη την επιτυχία που έκανε μετά, γι’ αυτόν ουσιαστικά ακολούθησε μια δεύτερη καριέρα. Κι ήμουν δίπλα του, φυσικά. Μια νέα αναβίωση των Τερμιτών δεν έχει φύγει από το μυαλό μου.

» Σέβομαι -δεν ξέρεις πόσο- την ανάγκη του κόσμου. Όλη αυτή τη σαβούρα την οποία πλασάρει η ποπ και το σκυλάδικο δεν αφορά παρά μια μειοψηφία. Αλλιώς το ΟΑΚΑ δεν θα γέμιζε με Iron Maiden και Metallica, ούτε το Μέγαρο Μουσικής θα ήταν sold out κάθε φορά που έρχονται συμφωνικές ορχήστρες από οποιαδήποτε χώρα του κόσμου, ακόμη και με πανάκριβα εισιτήρια. Η ραπ ή η τραπ, που περισσότερο παράγουν λόγο κι όχι ήχο, έχουν μεγαλύτερο ρεύμα από την επεξεργασμένη λαϊκοπόπ και βλέπουμε κόσμο να συρρέει σε χιπ χοπ συναυλίες, να κόβουν εισιτήρια που οι λεγόμενοι «εμπορικοί» δεν βλέπουν ούτε με τα κιάλια.  

» Με τον θάνατο του Λαυρέντη, εγώ έχασα τον καλύτερό μου φίλο, τον καλύτερό μου συνεργάτη, έναν άνθρωπο με τον οποίον συνδημιουργούσαμε επί 40 χρόνια. Πολλά τραγούδια του είναι εν μέρει δικά μου και το αντίστροφο. Με την έννοια ότι βάζαμε τις πινελιές μας. Συμπορευτήκαμε, τσακωθήκαμε πολλές φορές, αλλά έτσι κάνουν οι φίλοι. Είχε να προσφέρει πολλά ακόμη. Ήταν πολύ αγαπητός. Είχε, φυσικά, τα κουσούρια του όπως κι εγώ και όλοι μας. Αλλά κάθε φορά που ανταμώναμε, έχω την αίσθηση ότι προέκυπταν ωραία πράγματα.

» Δεν ήταν μόνο οι Τερμίτες. Με τον Λαυρέντη συνεργαστήκαμε και στη μετέπειτα πορεία του, ενορχήστρωσα πολλούς δίσκους του. Ενδεικτικά, θα αναφέρω το «Διδυμότειχο Μπλουζ», το τραγούδι που απογείωσε την καριέρα του. Έγραψε τους στίχους ο Γιάννης Μπαχ Σπυρόπουλος, με τον οποίο ήταν τότε σαν αδέρφια. Του έδωσε και την κεντρική ιδέα μουσικά, ο Λαυρέντης το πήρε και το κι έφτιαξε ένα θαυμάσιο ροκ ζεϊμπέκικο. Μάλιστα, ήταν αρχικά να το ερμηνεύσει με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου κι όχι με τον Νταλάρα. Κάποια στιγμή, εγώ πρότεινα να αλλάξουμε λίγο το δεύτερο μέρος και πρόσθεσα την κιθαριστική φράση που οδηγεί το τραγούδι προς το τέλος. Ήταν η συμβολή μου. Δεν θεωρείται δική μου σύνθεση, αφού δεν είναι η κορυφαία γραμμή του τραγουδιού. Δεν με σκοτίζει καθόλου αυτό, μετράει ότι πήγε στον κόσμο και λειτούργησε. Το αναφέρω απλώς για να καταλάβεις πόσο ήταν ο ένας «μέσα» στον άλλο.

» Σε σχέση, με την Αθήνα το κοινό στην Κύπρο είναι πιο σεβαστικό. Έχουν υψηλότερο επίπεδο επικοινωνίας και μεγαλύτερη διάθεση να ακούσουν. Στην Αθήνα οι άνθρωποι είναι κουρασμένοι και θέλουν μόνο να ξεσπάσουν. Οπότε αλλάζει και η παράσταση, γίνεται πιο άγρια, πιο ροκ. Τα κομμάτια που έχω επιλέξει είναι αγαπημένα τραγούδια- βαλίτσες που τα παίρνω μαζί μου όπου πηγαίνω. Δεν είναι απαραίτητα τα πιο γνωστά, αλλά τα πιο αγαπημένα. Σ’ αυτά ανήκει και η «Κυματούσα» σε στίχους Ανδρέα Παράσχου κι είναι συγκινητικό ότι θα το τραγουδήσει μαζί μου με την υπέροχη φωνή της η Κατερίνα Παράσχου, η οποία ΕΙΝΑΙ η Κυματούσα!

» Υπάρχουν τραγούδια που είναι φτιαγμένα για να τα τραγουδάει ο κόσμος κι όχι να τα ακούει. Ένα παράδειγμα είναι το «Πόσο σε θέλω». Το γράψαμε για να το λέει ο κόσμος. Από την πρώτη φορά που το παίξαμε το 1986 στον Λυκαβηττό -το ρεφρέν το έγραψα σχεδόν στα καμαρίνια- μέχρι και σήμερα, ο κόσμος το τραγουδάει κι όχι εμείς. Δεν είναι για να το ακούς. Σηκώνεις τα χέρια, κοιτάζεις τον άλλο στα μάτια και το λες.

  • INFO: Ο Αντώνης Μιτζέλος παρουσιάζει την παράσταση «Στου φεγγαριού κάποια γωνιά» τη Δευτέρα 22 Ιουνίου στο Αρχοντικό Αξιοθέας, στις 8.30μ.μ. Πλαισιώνεται από τους Κατερίνα Παράσχου, Κυριάκο Κώστα, Χριστόδουλο Χριστοδούλου. 22894531

Ελεύθερα, 21.6.2026