Ο Φινλανδός μάγος, εικαστικός και σκηνοθέτης βλέπει στην πλήξη μια δημιουργική δύναμη και στην τέχνη μια μορφή μαγείας που μεταμορφώνει την πραγματικότητα.
Σκηνοθέτης, εικαστικός και μάγος, έχει αφιερώσει το έργο του στη διερεύνηση των ορίων ανάμεσα στο πραγματικό και το φαντασιακό, συνδυάζοντας στοιχεία θεάτρου, χορού, κινηματογράφου και σκηνικής ψευδαίσθησης. Για τον Κάλε Νίο (Kalle Nio), πέρα από τέχνη εξαπάτησης, η μαγεία είναι τρόπος να μεταβάλλουμε την οπτική μας για την πραγματικότητα. Η νέα παράσταση «Tempo», που παρουσιάζεται στη Λεμεσό στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Σύγχρονου Χορού Κύπρου, περιστρέφεται γύρω από τον χρόνο: τη ρευστότητά του, την υποκειμενική εμπειρία του. Ο Φιλανδός δημιουργός μιλά για τη δημιουργική αξία της πλήξης, τη σημασία της συλλογικής προσοχής και τη μαγεία ως εργαλείο κατανόησης του κόσμου.
–Τι σας προσέλκυσε στον χρόνο ως θεματική; Ποια ερωτήματα θέλατε να διερευνήσετε; Πάντοτε με γοήτευε ο χρόνος, η ασύλληπτη φύση του, η αδυναμία μας να τον κατανοήσουμε πλήρως και η συναρπαστική πιθανότητα ενός ταξιδιού στον χρόνο. Προέρχομαι από τον χώρο του κινηματογράφου, όπου οι μετατοπίσεις στον χρόνο, με τη χρήση αργής κίνησης, χρονικών αλμάτων και κάθε είδους χρονικών χειρισμών, είναι κανόνας. Αυτό που μ’ ενδιαφέρει είναι η πρόκληση να μεταφερθούν αυτές οι δυνατότητες στον θεατρικό χώρο. Με απασχολεί επίσης βαθιά η σχέση ανάμεσα στον χρόνο, τον ρυθμό και την κίνηση. Η ίδια η λέξη «Tempo» παραπέμπει στον χρόνο και στον ρυθμό, γι’ αυτό και αποτέλεσε ταιριαστό τίτλο. Στο «Tempo», ο χρόνος είναι παρών ως θέμα όσο και ως συνθήκη της ίδιας της παράστασης. Αφορά τη στιγμή που περνάμε μαζί μέσα σ’ ένα σκοτεινό θέατρο, μακριά από τις οθόνες μας, συγκεντρωμένοι συλλογικά, έστω για λίγο, στην ίδια τη φύση του χρόνου.
–Τι σας ενδιαφέρει περισσότερο σ’ εκείνες τις στιγμές που ξαφνικά αποκαλύπτουν την ευθραυστότητα της ύπαρξης; Υποθέτω πως σε τέτοιες στιγμές αποκαλύπτεται η κλασική ιδέα του memento mori (της υπενθύμισης της θνητότητας). Ταυτόχρονα, φανερώνεται και η παράλογη φύση πολλών από τους φόβους μας. Συχνά φοβόμαστε το άγνωστο, παρόλο που στατιστικά τα περισσότερα ατυχήματα συμβαίνουν στην άνεση και την οικειότητα του ίδιου μας του σπιτιού. Με ιντριγκάρει επίσης η ιδέα της δημιουργίας ενός έργου ξεκινώντας από κάτι πολύ μικρό ή αδιανόητα μεγάλο. Ποτέ δεν μ’ ενδιέφεραν ιδιαίτερα οι ιστορίες καθαυτές. Για μένα, σχεδόν οτιδήποτε μπορεί να μετατραπεί σε συναρπαστικό υλικό. Αυτό που έχει σημασία δεν είναι τόσο το ίδιο το θέμα, όσο ο τρόπος με τον οποίο το προσεγγίζεις και το μεταμορφώνεις. Το ερώτημα δεν είναι τόσο για ποιο πράγμα φτιάχνεις ένα έργο, όσο το πώς το φτιάχνεις.
–Πώς εξελίχθηκε ο καλλιτεχνικός διάλογος με τον Φερνάντο Μέλο κατά τη δημιουργία του «Tempo» και σε ποιο βαθμό οι διαφορετικές σας καλλιτεχνικές γλώσσες λειτούργησαν ως δημιουργική πρόκληση; Γνωριστήκαμε με τον Φερνάντο μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης κι αφού συνομιλήσαμε για κάποιο διάστημα, αποφασίσαμε να συνεργαστούμε. Ωστόσο, συναντηθήκαμε δια ζώσης για πρώτη φορά μόλις στις αρχικές πρόβες. Θα μπορούσε κανείς να φανταστεί ότι αυτό θα μπορούσε να εξελιχθεί στραβά, ότι ίσως δεν θα ταιριάζαμε ως άνθρωποι ή ότι κάτι θεμελιώδες δεν θα λειτουργούσε. Κι όμως, από την πρώτη κιόλας ημέρα δουλέψαμε λες και μοιραζόμασταν ένα μυαλό, σαν αδέλφια, με τον καθένα να συμπληρώνει και να επεκτείνει τις σκέψεις του άλλου. Δεν έχω ξαναζήσει τόσο ρέουσα συνεργασία, όπου οι καλλιτεχνικές αποφάσεις δεν έγιναν ποτέ σημεία σύγκρουσης. Αντιθέτως, η πορεία προς τα εμπρός έμοιαζε πάντοτε αυτονόητη και για τους δυο μας.

–Αναγνωρίζετε κάτι αρκούντως «φιλανδικό» στη δική σας καλλιτεχνική ματιά ή διαφωνείτε με τέτοιου είδους πολιτισμικές ταμπέλες; Για να είμαι ειλικρινής, μερικές φορές αισθάνομαι… ξενόφερτος μέσα στη φιλανδική σκηνή των παραστατικών τεχνών. Ένα μεγάλο μέρος του θεάτρου που παράγεται στη Φινλανδία δεν με αγγίζει πραγματικά. Άλλωστε, εμφανίζομαι σχετικά σπάνια στη χώρα μου και εργάζομαι συχνότερα στο εξωτερικό. Την ίδια στιγμή, είναι προφανές ότι το περιβάλλον στο οποίο ζούμε και μεγαλώνουμε διαμορφώνει αναπόφευκτα τον τρόπο σκέψης και την καλλιτεχνική μας ευαισθησία. Ίσως αυτή η επίδραση να είναι περισσότερο ορατή σε όσους παρακολουθούν τη δουλειά μου παρά σ’ εμένα τον ίδιο.
–Το σύγχρονο κοινό εξακολουθεί να επιθυμεί να εξαπατηθεί ή μήπως αναζητά κάτι βαθύτερο όταν έρχεται αντιμέτωπο με την ψευδαίσθηση; Για μένα, η εξαπάτηση είναι δευτερεύων στόχος. Αυτό που επιδιώκω μέσω των ψευδαισθήσεων είναι να δημιουργήσω μια αίσθηση αδυνατότητας, την εντύπωση ότι ίσως τα πάντα να είναι δυνατά. Δεν έχει να κάνει τόσο με το να ξεγελάσεις το κοινό, όσο με το να δημιουργήσεις ένα αίσθημα εξωπραγματικού, ανοίγοντας έναν χώρο όπου μπορεί κανείς να φανταστεί το αδύνατο. Αντί να προκαλώ τον θεατή να λύσει το μυστήριο, να ανακαλύψει τον μηχανισμό πίσω από το τέχνασμα, προτιμώ να τον προσκαλώ σ’ ένα κοινό παιχνίδι αντίληψης, προσφέροντάς του τον χώρο και τον χρόνο όπου μπορεί να παραμείνει και να στοχαστεί πάνω σ’ αυτές τις μαγικές, ονειρικές καταστάσεις.
-Τι σας δίδαξε η μαγεία για την ανθρώπινη αντίληψη που εξακολουθεί να καθορίζει την καλλιτεχνική πρακτική σας; Όταν μελετάς τη μαγεία, αλλάζει ριζικά η οπτική σου για το σύμπαν, την ανθρώπινη αντίληψη και συνολικά την ψυχολογική πραγματικότητα. Συχνά, νιώθω ότι η μαγεία θα έπρεπε να διδάσκεται στα σχολεία, καθώς αποκαλύπτει κάτι θεμελιώδες για την ανθρώπινη φύση. Τη μελετώ από πολύ νεαρή ηλικία και νιώθω ότι έχει διαμορφώσει βαθιά την προσωπικότητά μου, τον τρόπο σκέψης και την προσέγγισή μου στη ζωή και την τέχνη. Άμα τη δεις, δεν μπορείς να την «ξεδείς», είναι σχεδόν σαν να αλλάζει οριστικά ο τρόπος που βλέπεις τον κόσμο.

–Η μαγεία θεωρείται τέχνη της απόκρυψης. Κι όμως, το δικό σας έργο μοιάζει να ενδιαφέρεται περισσότερο για την αποκάλυψη. Ποιες αλήθειες φέρνει στο φως μια ψευδαίσθηση; Για μένα, τα μαγικά υπήρξαν η πρώτη εκφραστική γλώσσα που μπορούσα πραγματικά να κατανοήσω. Εντούτοις, καθώς μεγάλωνα, άρχισα να αισθάνομαι ότι ήταν υπερβολικά περιοριστική ως μορφή τέχνης κι έτσι στράφηκα στις καλές τέχνες. Κατά τη διάρκεια των σπουδών μου, πάντως, κατέληξα σε μια διαφορετική συνειδητοποίηση: η μαγεία είναι μορφή τέχνης. Όσο περισσότερο μελετούσα τόσο την τέχνη όσο και τη μαγεία, τόσο περισσότερο κατανοούσα αυτό που υποστηρίζει ο Άλαν Μουρ, ότι κάθε μορφή τέχνης, είτε πρόκειται για ζωγραφική, λογοτεχνία ή περφόρμανς, υπό μία έννοια, είναι μαγεία. Δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά.
–Ποιος ο ρόλος του ονείρου, της φαντασίας και του παραλόγου στην κατανόηση της πραγματικότητας; Η τέχνη έχει τη δύναμη ν’ αλλάζει τον κόσμο με τρόπο παρόμοιο με τη μαγεία, μεταμορφώνοντας την οπτική του κοινού. Μεταβάλλει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα κι έτσι μεταβάλλει την ίδια την πραγματικότητα. Όπως είπε ο Πικάσο «η τέχνη είναι ένα ψέμα που μάς βοηθά να συνειδητοποιήσουμε την αλήθεια». Ακολουθώντας αυτή τη σκέψη, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι οι ταχυδακτυλουργοί συγκαταλέγονται στους κορυφαίους καλλιτέχνες, επειδή μπορούν να μας κάνουν να πιστέψουμε σχεδόν οτιδήποτε και, μέσα από αυτή την πίστη, ν’ αποκαλύψουν κάτι αληθινό για τον εαυτό μας και τον κόσμο που μάς περιβάλλει.
–Η σύγχρονη κουλτούρα κυριαρχείται από την ταχύτητα, τη διάσπαση της προσοχής και τις αδιάκοπες ροές πληροφορίας. Έχει θεμελιωδώς αλλάξει η συλλογική μας εμπειρία του χρόνου κατά τη διάρκεια της δικής σας ζωής; Υποθέτω πως ναι. Ένα από τα δυσάρεστα χαρακτηριστικά της ζωής των παιδιών σήμερα είναι ότι δεν χρειάζεται πλέον να βαριούνται πραγματικά. Υπάρχουν αμέτρητοι τρόποι να παραμένουν διαρκώς απασχολημένα ώστε η πλήξη ως εμπειρία μοιάζει σχεδόν να έχει εξαφανιστεί. Κι όμως, πιστεύω ότι η πλήξη αποτελεί συχνά μία από τις σημαντικότερες πηγές δημιουργικότητας. Είναι μέσα σ’ εκείνες τις άδειες, αδόμητες στιγμές που η φαντασία τείνει να αναδύεται. Γι’ αυτό και μερικές φορές ανησυχώ για όσα χάνονται όταν δεν αφήνουμε πλέον χώρο στην πλήξη να υπάρξει.

–Η ζωντανή παράσταση απαιτεί μια σπάνια μορφή συλλογικής προσοχής. Ποια είναι η πολιτισμική αξία του να συγκεντρώνονται άνθρωποι και να εστιάζουν από κοινού σε μια κοινή εμπειρία; Εξαιρετικά σημαντική. Η ζωντανή παράσταση μπορεί επίσης να αποτελέσει πηγή πλήξης και θεωρώ ότι αυτό είναι κάτι πολύτιμο στη ζωή μας. Δεν είναι βέβαια στόχος μου να κάνω κάποιον να πλήξει στις παραστάσεις μου και μάλιστα παλιότερα εκνευριζόμουν όταν μια παράσταση ή ένα θεατρικό έργο μ’ έκανε να βαριέμαι. Τώρα, το βλέπω διαφορετικά. Έχω μάθει να εκτιμώ αυτό το συναίσθημα και πιστεύω ότι είναι δώρο το να μπορείς να βιώσεις την πλήξη και να παραμείνεις μέσα σε αυτήν, αντί να σπεύδεις αμέσως να της ξεφύγεις.
–Τι διακυβεύεται πολιτισμικά αν χάσουμε αυτή την ικανότητα της συλλογικής προσοχής; Στη Σιμόν Βέιλ ανήκει η γνωστή ρήση ότι «η προσοχή είναι η πιο σπάνια και αγνή μορφή γενναιοδωρίας». Αν κι αυτό γράφτηκε τη δεκαετία του 1940, πιστεύω ότι σήμερα είναι πιο επίκαιρη από ποτέ. Σ’ έναν κόσμο συνεχών περισπασμών, η προσοχή έχει μετατραπεί σε σπάνιο πόρο. Στο τέλος της ημέρας, εναπόκειται σ’ εμάς να αποφασίσουμε πού θα τη στρέψουμε και σε ποιον θα την προσφέρουμε. Υπό αυτή την έννοια, η προσοχή γίνεται μια μορφή φροντίδας, ακόμη και μορφή ηθικής στάσης. Πιστεύω ότι αυτό στο οποίο επιλέγουμε να αφιερώσουμε την προσοχή μας είναι αυτό που τελικά θα διαμορφώσει, με τη σειρά του, τον κόσμο που δημιουργούμε.
- INFO Η παράσταση «Tempo» σε σκηνοθεσία Κάλε Νίο και χορογραφία Φερνάντο Μέλο παρουσιάζεται την Κυριακή 21 Ιουνίου στις 8.30μ.μ. στο Θέατρο Ριάλτο στο πλαίσιο του 27ου Φεστιβάλ Σύγχρονου Χορού Κύπρου, rialto.interticket.com
Ελεύθερα, 14.6.2026