Το Μεγάλο Βραβείο του ΘΟΚ, που του απονεμήθηκε τιμητικά την προηγούμενη βδομάδα, για τη μεγάλη του προσφορά στο θέατρο και στην Τέχνη, είναι μόνο η αφορμή. Γιατί η ζωή του μεγάλου μας ηθοποιού και σκηνοθέτη, Κώστα Δημητρίου, είναι τόσο ενδιαφέρουσα, «γεμάτη», πλήρης και συναρπαστικότερη από κάθε ευφάνταστο θεατρικό σενάριο.
«Τα παιδικά μου χρόνια ήταν πολύ ωραία. Μεγάλωσα στο Κτήμα, στην Πάφο, με Κατηχητικό, πηγαίνοντας στα Κυκλάμινα, με τον Προσκοπισμό, με το Καλάθι του Φτωχού, ανακατεμένος με τα κοινά ανάμεσα στους συμμαθητές μου. Ταυτόχρονα, όμως, με προοπτικές για το ακαδημαϊκό μου μέλλον και ως υπόδειγμα ενός άριστου μαθητή -πάντοτε σημαιοφόρου-, ένεκα γιος δασκάλου. Τελείωσα, μάλιστα, το Γυμνάσιο, καταφέρνοντας να κερδίσω και τα τρία βραβεία που δίδονταν τότε στους άριστους μαθητές – Ιακώβειο, Λεόντειο κ.λπ.- οπότε οι προοπτικές, και ως το μεγαλύτερο παιδί της οικογένειας -θα ακολουθούσαν ο Δημήτρης, ο Ανδρέας και η Νόνη-, ήταν να γίνω “ένας σπουδαίος γιατρός”. Εξού και πήγα στην Αθήνα, ξεκινώντας να σπουδάζω Ιατρική. Για να ικανοποιήσω την επιθυμία του πατέρα μου. Παράλληλα, όμως, είχα γραφτεί τότε και στη Δραματική Σχολή του Πέλου Κατσέλη – το πρωί φοιτούσα στην Ιατρική και το απόγευμα παρακολουθούσα τα μαθήματά μου στη Δραματική Σχολή. Αυτό, βεβαίως, δεν συνέβη από τη μία μέρα στην άλλη: Από μικρός συμμετείχα σε μικρές ερασιτεχνικές ομάδες, στην Πάφο, στις οποίες πρωταγωνιστούσα, λέγοντάς μου όλοι πως είχα ταλέντο -είχα παίξει σε κωμωδίες, σε τραγωδίες κ.ά., κάτι το οποίο μού άρεσε πολύ- με αποτέλεσμα το 1959-1960 να μου προταθεί μία υποτροφία, ώστε να σπουδάσω θέατρο “λόγω ταλέντου” – εκεί, ο πατέρας μου αντέδρασε. Είχε πει, θυμάμαι, μάλιστα, στον Κουμανάκο, τον διοικητή τότε της ΕΛ.ΔΥ.Κ.: “Ο Κωστάκης θα γίνει γιατρός! Γιατί οι ηθοποιοί πεθαίνουν στο ψαθί!” – αυτό επαναλάμβανε συνεχώς σε όσους άλλους συναντούσε στην ξακουστή Λέσχη Ευσέβεια, στην Πάφο. Επομένως, όπως αντιλαμβάνεστε, ο πατέρας μου δεν είχε ιδέα πως εγώ ξεκίνησα να ασχολούμαι με τα καλλιτεχνικά στην Αθήνα, προκειμένου να ασχοληθώ με το θέατρο. Πίστευε ακράδαντα πως το μέλλον μου άνηκε στην Ιατρική.

» Έπειτα από δύο χρόνια σπουδών στην Ιατρική και αφότου τελείωσα κανονικά τη Δραματική Σχολή του Κατσέλη, ως ένας από τους καλύτερους φοιτητές της, είπα στον πατέρα μου πως θα συνέχιζα τις σπουδές μου στην Ιατρική στο Λονδίνο, αφού είχα κάποιες δυσκολίες με κάποια μαθήματα στην Αθήνα -κυρίως στη Βιολογία και στη Χημεία- επειδή ως παιδιά του Αγώνα της ΕΟΚΑ τότε, και λόγω των διαδηλώσεων, είχαμε ελλείψεις σε αυτά, σε σχέση με άλλους φοιτητές. Έπειτα ήταν και το οικονομικό, αφού στο Λονδίνο θα μπορούσα παράλληλα να εργαστώ χωρίς τα προσκόμματα που υπήρχαν τότε για εργασία των φοιτητών στην Αθήνα. Ο πατέρας μου το δέχτηκε. Λόγω του ότι ένας συμφοιτητής μου, ο Πλάτωνας, εργαζόταν σε ένα εργοστάσιο δερμάτων, τα οποία έμπαιναν στα αυτοκίνητα, πήγα κι εγώ εκεί – έπαιρνα, θυμάμαι, επτάμισι λίρες την εβδομάδα, πολύ καλά λεφτά για την εποχή εκείνη. Στο μεταξύ γράφτηκα στο North Western Polytechnic, στην Ιατρική. Αναγκαστικά. Εκεί έκανα ένα χρόνο.

» Όλα ήταν καινούργια για μένα και στην αγγλική γλώσσα πλέον. Δεν άντεξα και τα παράτησα. Και από τότε σταμάτησα να γράφω στον πατέρα μου – διότι κατ’ αυτόν τον τρόπο γινόταν τότε η επικοινωνία. “Εξαφανίστηκα”. Και τότε ξεκίνησα να ψάχνω για θεατρικές σχολές στο Λονδίνο. Έτσι, ξεκίνησα να φοιτώ στο Webber Douglas School of Dramatic Art, παίζοντας παράλληλα σε παραστάσεις στο Λονδίνο αλλά και σε κινηματογραφικές ταινίες -όπως στον “James Bond, πράκτωρ 007: Από τη Ρωσία με αγάπη”, υποδυόμενος έναν τσιγγάνο-, μαζί με σημαντικούς Άγγλους ηθοποιούς, ενώ ήμουνα και από τα ιδρυτικά μέλη του Θεατρικού Οργανισμού Διόνυσος, στο Λονδίνο, ο οποίος ανέβαζε επαγγελματικά έργα, σε σκηνοθεσία Φαίδρου Στασίνου. Αλλά, δεν μου έφταναν αυτά! Σκέφτηκα, λοιπόν, τότε, πως πρέπει να ασχοληθώ και με τον κινηματογράφο. Κάθισα σε εξετάσεις, άγνωστος μεταξύ αγνώστων, και κατάφερα να πάρω υποτροφία για το London Film School στο Covent Garden, όπου φοίτησα για τρία χρόνια. Ήμουν πανευτυχής!

» Εκείνα τα χρόνια, όταν ξεκίνησα να σπουδάζω στο Λονδίνο, γνώρισα και τη Δανή -τη μετέπειτα σύζυγό μου, με την οποία είμαστε πλέον αισίως έξι δεκαετίες μαζί – πριν από τρεις μήνες γιορτάσαμε και την επέτειό μας. Τότε ξεκινούσαμε να ζούμε σε ένα ημιυπόγειο. Γι’ αυτό και παράλληλα με τις σπουδές μου, εγώ πάντοτε δούλευα, ώστε να εξασφαλίζουμε τα προς το ζην. Θυμάμαι, για παράδειγμα, ότι ήμουν και Διευθυντής Δισκοθηκών, με 40 λίρες την εβδομάδα – πολύ καλά λεφτά για την εποχή. Η γυναίκα μου, στο μεταξύ, έμεινε έγκυος στον πρώτο μας γιο, τον Νικόλα, ενώ είχαμε παντρευτεί και με πολιτικό γάμο, στο Λονδίνο, με δύο παρευρισκόμενους. Και τότε ήταν η ευκαιρία που κάθισα και έγραψα ένα γράμμα πέντε σελίδων στον πατέρα μου, εξομολογούμενος όλη την αλήθεια για τη ζωή μου στο Λονδίνο! Επειδή σε ένα μήνα θα γεννούσε η γυναίκα μου, του πρότεινα να έρθει στο Λονδίνο, με πληρωμένο το εισιτήριο από εμένα, προκειμένου να γνωρίσει τη γυναίκα μου αλλά και τον εγγονό του που σε λίγες εβδομάδες θα γεννιόταν. Και ήρθε. Έτρεμα από την αγωνία πώς θα με αντιμετώπιζε! Αλλά εκείνος, με το που με αντίκρισε, έβαλε τα κλάματα από τη χαρά του – ήταν ένα πολύ μεγάλο δώρο για εκείνον και περίμενε μέχρι να γεννηθεί ο εγγονός του, ο οποίος μάλιστα θα είχε και το όνομά του. Μετάνιωσα φρικτά, δεν σας κρύβω, που δεν του είχα δώσει κανένα σημείο ζωής, για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα.
» Στην Κύπρο επέστρεψα στα 26 μου, έπειτα από πρόσκληση του θεατρικού παραγωγού, Γιώργου Φιλή, ο οποίος τότε ήταν παράλληλα και ο διαχειριστής της περιουσίας της Ζήνας Κάνθερ. Ξεκινήσαμε να συνεργαζόμαστε, όσο ακόμη ζούσα στο Λονδίνο, σε ένα φολκλορικό έργο, το οποίο είχε τον αρχικό τίτλο “Η Αρνάδα με το χρυσό κουδούνι”, βασισμένο στη γνωστή ιστορία του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας, γυρισμένο εξ’ ολοκλήρου στο χωριό Λύση, με τον Μάνο Κατράκη, τον Ανδρέα Μούστρα, την Έλλη Κυριακίδου, τον Ανδρέα Νικολή κ.ά. Εγώ, σε αυτή την ταινία έπαιζα το φτωχό το βοσκαρέτι. Αν και μας είχε δοθεί πλέον δωρεάν σπίτι στο Λονδίνο, λόγω και της γέννησης του γιου μου, του Τόνι, εκεί, αποφασίσαμε τελικά μαζί με τη γυναίκα μου να μαζέψουμε τα πράγματά μας και να επιστρέψουμε στον τόπο που μεγάλωσα – μετά από ένα μικρό διάστημα παραμονής μας στην Πάφο -κάνοντας πανευτυχή τον πατέρα μου, όπως καταλαβαίνετε-, πλέον μετακομίσαμε στη Λευκωσία με ενοίκιο, τότε, 30 λίρες τον μήνα, όταν το συμβόλαιό μου με τον Φιλή ήταν 110 λίρες τον μήνα· μόλις που επιβιώναμε οικογενειακώς. Το τι άντεξε “η Δανική”, όπως τη λέω χαριτολογώντας, γυναίκα μου, δεν φαντάζεστε… Της είχα τάξει “τον παράδεισο” στην Κύπρο, αλλά γνώρισε κάτι το εντελώς αντίθετο. Μετά τη συνεργασία μου με τον Φιλή, ξεκίνησα να συνεργάζομαι με τον Βλαδίμηρο Καυκαρίδη, στο Μουσικό Θέατρο, με έργα όπως τον “Καπετάν Μιχάλη” -όπου υποδύθηκα τον Νουρίμπεη-, τον “Τρελό του Λούνα Παρκ” κ.ά.

» Ήταν εκείνη η εποχή που είχε διοριστεί το πρώτο διοικητικό Συμβούλιο του ΘΟΚ και ετοιμάζονταν να προσλάβουν ηθοποιούς. Τυχαία, με είχε παρακολουθήσει στον “Καπετάν Μιχάλη”, η γυναίκα του Πάτροκλου Σταύρου, η οποία, χωρίς να με γνωρίζει προσωπικά, είχε πει για “Έναν ηθοποιό, που λέγεται Κώστας Δημητρίου, και αν τον δείτε, είναι πολύ καλός”. Με αυτό τον τρόπο μπήκα στον ΘΟΚ το 1971 και ήμουν ανάμεσα στους πρώτους 16 ηθοποιούς που είχαν προσληφθεί, σε εκείνην την πρώτη ομάδα του Οργανισμού, την “dream team”, όπως μας ονομάζει πάντα η αγαπημένη μου, η Δέσποινα Μπεμπεδέλη. Στον ΘΟΚ παρέμεινα για δύο δεκαετίες παίζοντας σε πάμπολλα θεατρικά έργα, σχεδόν 200, με δεκάδες ρόλους -θα ξεχώριζα τον Νίκαρο στην “Τρισεύγενη”, με την οποία γυρίσαμε την Ελλάδα και την Αίγυπτο, τον “Επικήδειο” του Καμπανέλη, τον Δημέα στη “Σαμία” του Μενάνδρου, τον καφετζή στο “Νερό του Δρόπη” του Πασιαρδή κ.ά.-, πρωταγωνιστώντας και σκηνοθετώντας παράλληλα. Δεν είναι υπερβολή, μάλιστα, να σας πω πως με ξέρουν και οι πέτρες στην Επίδαυρο, αφού έπαιξα στο αρχαίο Θέατρο 21 φορές! Ενώ άλλων είναι όνειρό τους να παίξουν έστω και μία φορά στο εμβληματικό αυτό θέατρο.

» Παράλληλα με τον ΘΟΚ, συνεργαζόμουν με το ΡΙΚ. Χάρις στον Νιαουρίδη και στον Ουράνιο, τους παιδικούς ήρωες που με καθιέρωσαν, με έμαθε όλη η Κύπρος – αυτή ήταν η δύναμη της τηλεόρασης. Αν έβαζα τότε υποψηφιότητα, που λέει ο λόγος, θα έβγαινα Πρόεδρος, από την πολύ μεγάλη δημοφιλία που είχα. Έκανα και τις ταινίες μου -είχα, μάλιστα και δικό μου video club, στη λεωφόρο Μακαρίου, ένα από τα πρώτα που είχαν ανοίξει τότε στην Κύπρο- οπότε, όπως καταλαβαίνετε, δούλευα από το πρωί μέχρι το βράδυ· αλλά το απολάμβανα, ήταν η ζωή μου το θέατρο! Έβγαζα πολύ καλά χρήματα αλλά παράλληλα έδινα, γιατί είμαι της άποψης πως κανένας δεν θα τα πάρει μαζί του – έσασα πολύ κόσμο, αλλά δεν είναι της παρούσης να αναφερθούμε σε λεπτομέρειες. Μερικές φορές, μπαίνοντας πια στα 83 μου, διερωτώμαι και λέω στον εαυτό μου: “Πώς τα κατάφερες και έκανες τόσα πολλά πράγματα και ταυτόχρονα;”. Έτρωγαν, θυμάμαι, οι άλλοι σε ένα τραπέζι, ως φυσιολογικοί άνθρωποι που ήταν, και εμένα ο νους μου ήταν να ψάξω να δω τα locations στον τόπο που βρισκόμασταν – ήμουν non stop για πάρα πολλά χρόνια! Πριν από δύο χρόνια έμαθα τι πάει να πει “σιέστα” τα μεσημέρια…».

» Η μεγαλύτερη δυσκολία που πέρασα ποτέ στη ζωή μου ήταν όταν έμαθα για το ατύχημα που είχε ο γιος μου, ο Αλέξης μου, με το αυτοκίνητο. Ήταν 18 ετών τότε. Έχασα τον κόσμο κάτω από τα πόδια μου! Τότε σκηνοθετούσα τη “Φαύστα”, στον ΘΟΚ, και ο Αλέξης θα πήγαινε με κάποιους φίλους του, σε δισκοθήκη, στη Λεμεσό. Μέσα στο αυτοκίνητο ήταν τέσσερα άτομα. Στην επιστροφή, λοιπόν, τους πήρε όλους ο ύπνος, έξω από την Αλάμπρα. Το αυτοκίνητο έκανε μερικές τούμπες, διαλύθηκε, ήρθε το ασθενοφόρο και -ω, του θαύματος- κανείς δεν έπαθε τίποτα το σοβαρό, εκτός από τον Αλέξη και το σοβαρό πρόβλημα που απέκτησε. Στις έξι η ώρα το πρωί, μου τηλεφώνησαν εσπευσμένα, πήγα στο νοσοκομείο, και εκεί μου είπε πρώτη φορά ο Αλέξης: “Δεν νιώθω τα πόδια μου, παπά”. Τι να σας πω… Εγχειρίσεις, ταξίδια στο εξωτερικό, στην Αγγλία, στην Αμερική, φυσιοθεραπείες, ξανά εγχειρίσεις, αλλά η ζημιά είχε ήδη συμβεί. Ζούσα την απόλυτη επιτυχία στη δουλειά μου, αλλά στο σπίτι μου βίωνα ένα δράμα για το παιδί μου… Το τι κλάμα έριξα… “Δόξα τω Θεώ” λέω σήμερα, ο Αλέξης μου είναι πολύ καλά πλέον, με την οικογένειά του, με τη δουλειά του, με τους φίλους του… Ακούστε, ο κάθε άνθρωπος έχει τον Γολγοθά του, δεν γίνεται να περάσεις αυτή τη ζωή μέσα στη χαρά μόνο – αυτό κατάλαβα όλα αυτά τα χρόνια που ζω. Ακόμη και οι στεναχώριες είναι κομμάτι της. Η δική μου ζωή, πάντως, δεν πήγαινε ποτέ σε ευθεία γραμμή, είχε πολλές στροφές. Διότι άμα η ζωή σου είναι συνεχώς σε ευθεία γραμμή, τότε είσαι ήδη πεθαμένος».

» Από τα τρία μου παιδιά, έχω έξι εγγόνια. Λέω πάντοτε “Δόξα τω Θεώ”! Ουδέποτε στη ζωή μου μετάνιωσα που ασχολήθηκα με το θέατρο – ενδεχομένως η ζωή μου ως γιατρού να ήταν περισσότερο προσοδοφόρα, αλλά την υποκριτική δεν θα την άλλαζα με τίποτα! Το θέατρο μού έμαθε να είμαι επικοινωνιακός, να μην είμαι σνομπ, να είμαι πειθαρχημένος, να αγαπώ τους ανθρώπους και να υπηρετώ με αφοσίωση την Τέχνη. Πόσες φορές απελπιζόμουν από πράγματα που μου ζητούσαν οι σκηνοθέτες και έλεγα στη γυναίκα μου “Θα σταματήσω”, αλλά εκείνη με απέτρεπε, κάνοντάς με να καταβάλλω ακόμη μεγαλύτερη προσωπική δουλειά και να πεισμώνω. Μία τέτοια περίπτωση ήταν όταν υποδύθηκα τον Ποσειδώνα στις “Τρωάδες”, στην Επίδαυρο, που μου έλεγε ο μουσικός, ο Μιχάλης Χριστοδουλίδης, να πηγαίνω τη φωνή μου “Πιο κάτω, πιο κάτω, βγαίνεις από τα βάθη της θάλασσας του Αιγαίου!”. Εντέλει τα κατάφερα. Με πάρα πολλή δουλειά. Διότι, κακά τα ψέματα, το ταλέντο από μόνο του δεν αρκεί!».
» Πριν φύγω από τον ΘΟΚ, μου είχαν πει να με διορίσουν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου. Αρνήθηκα. Τους είπα: “Κοιτάξτε, όταν πεθάνω δεν θέλω να γράψουν επάνω στην πλάκα μου: Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του ΘΟΚ. Θέλω να γράψουν: Κώστας Δημητρίου: Ηθοποιός, Σκηνοθέτης”. Αυτό πιστεύω και σήμερα. Γιατί αυτό είμαι! Μακάρι να με θυμούνται. Μακάρι!».
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: Δημήτρης Βαττής και προσωπικό αρχείο Κώστα Δημητρίου
DOWNTOWN, 7.6.2026