Του Stephen Mihm
Η Γενιά Ζ (ή “Gen Z”), μια ομάδα που ήδη κατηγορείται ότι απαρτίζεται από “snowflakes” [σσ. κάποιος που προσβάλλεται εύκολα, υπερβολικά ευαίσθητος], αντικοινωνικά και εθισμένα στα κινητά άτομα που πιστεύουν ότι δικαιούνται τα πάντα, μπορεί πλέον να προσθέσει ένα νέο στοιχείο στο κατηγορητήριο εναντίον της. Οι επικριτές επιπλήττουν πλέον αυτή τη γενιά – μια γενιά που αντιμετωπίζει σημαντικές οικονομικές δυσκολίες – επειδή τρώει έξω και χρησιμοποιεί εφαρμογές delivery φαγητού αντί να μαγειρεύει στο σπίτι.
Μήπως είναι τεμπελιά; Σίγουρα. Πολλοί από εμάς έχουμε επιλέξει να αγοράζουμε φαγητό επειδή ήταν η ευκολότερη λύση μετά από μια κουραστική μέρα. Αλλά αξίζει να αναρωτηθούμε αν υπάρχει και κάτι άλλο που παίζει ρόλο εδώ – συγκεκριμένα, η έλλειψη εκπαίδευσης σε αυτό. Τα τελευταία 20 χρόνια, τα μαθήματα οικιακής οικονομίας έχουν εξαφανιστεί σε μεγάλο βαθμό από το πρόγραμμα σπουδών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Δεν είναι περίεργο που η Γενιά Ζ δεν έχει αυτοπεποίθηση στην κουζίνα.
Το πώς συνέβη αυτό είναι μια ιστορία που δεν είναι πλήρως κατανοητή. Αν και είναι εύκολο να φανταστεί κανείς ότι το μάθημα εξαφανίστηκε επειδή ήταν παλιομοδίτικο, αν όχι εντελώς οπισθοδρομικό, η πραγματικότητα είναι διαφορετική.

Αν και οι ρίζες της οικιακής οικονομίας εντοπίζονται σε μια εποχή πριν από τον αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο, η ιδέα ότι θα μπορούσε να υπάρχει μια “επιστήμη” της οικιακής διαχείρισης δεν έλαβε πραγματικά σάρκα και οστά παρά μόνο στα τέλη του 19ου αιώνα, όταν ένας αυξανόμενος αριθμός γυναικών ρεφορμιστριών άρχισε να προωθεί την ιδέα αυτή.
Η ηγέτιδά τους ήταν η Έλεν Σουάλοου Ρίτσαρντς, μια πρωτοπόρος που έγινε η πρώτη γυναίκα που αποφοίτησε από το MIT, αποκτώντας πτυχίο και μεταπτυχιακό στη χημεία. Ήταν, κατά τη δική της εκτίμηση, κάποια που “πίστευε στην επιστήμη ως πανάκεια” και προσπάθησε να θέσει τη διαχείριση όλων των πτυχών ενός νοικοκυριού σε ορθολογική βάση.
Το 1899, οργάνωσε το πρώτο από μια σειρά συνεδρίων στο Λέικ Πλάσιντ της Νέας Υόρκης, με σκοπό να διαδώσει την ιδέα. Αυτά τα καθοριστικά συνέδρια όρισαν την οικιακή οικονομία, καλύπτοντας ένα ευρύ φάσμα θεμάτων: ναι μεν μαγειρική, καθαριότητα, ανατροφή παιδιών και ράψιμο, αλλά και πιο σύγχρονα ζητήματα όπως η διατροφή και η υγιεινή.
Το γεγονός ότι τα μαθήματα αυτά έπρεπε να διδάσκονται, αντί να τα μαθαίνει κανείς απλώς από τους γονείς του στο οικογενειακό αγρόκτημα, αντανακλούσε την αυξανόμενη ανησυχία ότι η κοινωνία είχε φτάσει κοντά σε μια κρίση, λόγω της ανεξέλεγκτης αστικοποίησης, της εκβιομηχάνισης και της μετανάστευσης. Όπως δήλωσε η Ρίτσαρντς το 1908, η οικιακή οικονομία δεν ήταν “τίποτα λιγότερο από μια προσπάθεια να σωθεί ο κοινωνικός μας ιστός από την, όπως φαίνεται, αναπόφευκτη διάλυση”.
Δέκα χρόνια αργότερα, το Κογκρέσο ψήφισε τον Νόμο Σμιθ-Χιουζ, ο οποίος επέκτεινε δραματικά την ομοσπονδιακή χρηματοδότηση για την επαγγελματική εκπαίδευση, καλύπτοντας τους μισθούς των εκπαιδευτικών που θα δίδασκαν τα μαθήματα τεχνικών εργαστηρίων και οικιακής οικονομίας.
Η ομοσπονδιακή υποστήριξη έφερε επανάσταση στον τομέα της οικιακής οικονομίας, καθιστώντας την ένα τυπικό μάθημα στα δημόσια σχολεία. Ένας συγγραφέας στο Journal of Home Economics προέβλεψε: “Κάθε γενιά αποφοίτων της Β’ Γυμνασίου (8th grade) και των μαθημάτων οικονομίας του Λυκείου (high school) θα πρέπει να αυξάνει τον αριθμό των νοικοκυριών στα οποία τα μωρά και τα παιδιά θα έχουν καλύτερες πιθανότητες επιβίωσης και υγείας”.
Αυτή η καθοριστική ώθηση συνέπεσε με μια σημαντική επέκταση του συστήματος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης τόσο για τα αγόρια όσο και για τα κορίτσια. Μεταξύ του 1900 και του 1950, το ποσοστό των εφήβων ηλικίας 14-17 ετών που φοιτούσαν εκτοξεύθηκε από περίπου 10% σε 76%. Ήταν κατά τη διάρκεια αυτών των κρίσιμων ετών που η οικιακή οικονομία μετατράπηκε από κοινωνικό κίνημα σε κανονικό μάθημα.
Αρχικά, τα κορίτσια αποτελούσαν τη συντριπτική πλειοψηφία των μαθητών, αντανακλώντας τους παραδοσιακούς ρόλους των φύλων. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι η οικιακή οικονομία δεν ήταν ένας τομέας στον οποίο οι γυναίκες μπορούσαν να ακολουθήσουν καριέρα – να γίνουν ερευνήτριες, δασκάλες και καθηγήτριες, με πολλά πανεπιστήμια να προσφέρουν προγράμματα σπουδών στο μάθημα αυτό.
Χάρη τόσο στην ομοσπονδιακή υποστήριξη όσο και στον αυξανόμενο αριθμό γυναικών με πανεπιστημιακή εκπαίδευση που ήταν ικανές και πρόθυμες να διδάξουν το μάθημα, η οικιακή οικονομία έγινε ένα τυπικό κομμάτι της εφηβείας.
Ποιος, λοιπόν, σκότωσε την οικιακή οικονομία; Μια σχολή σκέψης αποδίδει την ευθύνη στις φεμινίστριες που ενηλικιώθηκαν τη δεκαετία του 1960, οι οποίες εξεγέρθηκαν ενάντια στους στενούς, στερεοτυπικούς ρόλους των φύλων που συνδέονταν με τον κλάδο.
Παρόλα αυτά, η οικιακή οικονομία συνέχισε να προσελκύει μαθητές κατά τη δεκαετία του 1980 και μετά, συμπεριλαμβανομένου ενός αυξανόμενου αριθμού αγοριών. Το ξέρω καλά, γιατί ήμουν ένας από αυτούς, παρακολουθώντας ένα μάθημα στο οποίο οι μαθητές ήταν σχεδόν μοιρασμένοι ισόποσα μεταξύ των δύο φύλων*.
Όμως, εκείνη την εποχή, είχε αρχίσει μια ριζική μεταμόρφωση της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Αντιμέτωπη με την άνοδο της Ιαπωνίας και τη φαινομενική αδυναμία του αμερικανικού εκπαιδευτικού συστήματος να την ανταγωνιστεί, η κυβέρνηση Ρήγκαν ανέθεσε την εκπόνηση μιας έκθεσης για τη διάγνωση του προβλήματος και την πρόταση λύσεων.
Η έκθεση δημοσιεύθηκε το 1983 με έναν απειλητικό τίτλο: “Ένα Έθνος σε Κίνδυνο” (A Nation at Risk). Η έκθεση παρουσίαζε μια περιφρονητική άποψη για την επαγγελματική εκπαίδευση γενικά, και για την οικιακή οικονομία ειδικότερα. “Σε πολλά σχολεία”, σημείωνε, “ο χρόνος που αφιερώνεται στην εκμάθηση της μαγειρικής και της οδήγησης μετράει τόσο για την απόκτηση του απολυτηρίου όσο και ο χρόνος που αφιερώνεται στη μελέτη των μαθηματικών, των αγγλικών, της χημείας, της ιστορίας των ΗΠΑ ή της βιολογίας”.
Η έκθεση υποστήριζε την αδιάκοπη εστίαση στα βασικά ακαδημαϊκά μαθήματα που απαιτούνται για την επιτυχία στο πανεπιστήμιο, υποβαθμίζοντας την πρακτική εκπαίδευση.**
Ωστόσο, ακόμη και το 2002, ο αριθμός των μαθητών που σπούδαζαν οικιακή οικονομία στο λύκειο δεν είχε ακόμη καταρρεύσει. Την ίδια χρονιά, όμως, ψηφίστηκε ο νόμος “No Child Left Behind”. Αυτή η νομοθεσία, που επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό από την έκθεση “A Nation at Risk”, επέβαλε ένα σύστημα εξετάσεων που συνέδεε τη χρηματοδότηση με τα αποτελέσματα. Τα σχολεία είχαν πλέον κάθε κίνητρο να εγκαταλείψουν τα μαθήματα επιλογής που δεν οδηγούσαν σε υψηλότερες βαθμολογίες στις εξετάσεις.
Χάρη σε αυτές και άλλες “μεταρρυθμίσεις”, ζούμε πλέον σε έναν κόσμο όπου οι μαθητές του λυκείου παρακολουθούν απαιτητικά μαθήματα πανεπιστημιακού επιπέδου, όπως μαθηματικά και χημεία, αλλά δεν έχουν ιδέα πώς να φτιάξουν μια ομελέτα, να αλλάξουν λάδια σε ένα αυτοκίνητο ή να ράψουν ένα κουμπί.
Η αναβίωση της οικιακής οικονομίας δεν θα λύσει αυτά τα προβλήματα. Ωστόσο, μια ανανεωμένη έμφαση στις πρακτικές δεξιότητες μπορεί να βοηθήσει την επόμενη γενιά να αντιμετωπίσει τις πρακτικές προκλήσεις της ενήλικης ζωής – και, ίσως, να μειώσει την εξάρτησή της από την αγαπημένη της εφαρμογή delivery.
—
*Όταν ήμουν στην Β΄ Γυμνασίου, έπρεπε να παρακολουθήσω το μάθημα της Οικιακής Οικονομίας. Οφείλω μια συγγνώμη στη δασκάλα μου που έβαλα φωτιά σε εκείνη την πετσέτα (ατύχημα), αλλά και που πέταξα μαγειρεμένα σπαγγέτι στο ταβάνι (mea culpa). Παρ’ όλα αυτά, έμαθα να τα βγάζω πέρα στην κουζίνα.
**Καθώς οι μεταρρυθμιστές άρχισαν να υπονομεύουν σταδιακά την επαγγελματική εκπαίδευση, οι υποστηρικτές της οικιακής οικονομίας αντέδρασαν, προσπαθώντας να διατηρήσουν τη σημασία τους μετονομάζοντας τον κλάδο τους σε “Επιστήμες της Οικογένειας και των Καταναλωτών” (Family and Consumer Sciences) το 1993. Αυτό, κατά πάσα πιθανότητα, ήταν εξίσου κακό όσο και καλό, δημιουργώντας σύγχυση σχετικά με το πεδίο εφαρμογής του μαθήματος και διχάζοντας τα μέλη του κλάδου.
Απόδοση – Επιμέλεια: Λυδία Ρουμποπούλου