Η σκιά του πορίσματος της Ανεξάρτητης Αρχής κατά της Διαφθοράς πέφτει βαριά στο πολιτικό σκηνικό. Είναι η πρώτη φορά που η διαφθορά, ως συγκεκριμένο και δομημένο φαινόμενο, συγκεκριμενοποιείται με τέτοιο τρόπο και αγγίζει οριζόντια τους θεσμούς του κράτους. Ανεξάρτητα από την τελική κατάληξη της υπόθεσης και από το πόσα ή εάν τα όσα αναφέρονται ως πιθανά ποινικά αδικήματα θα αποδειχθούν ενώπιον της Δικαιοσύνης, το τραύμα που αφήνει πίσω της η όλη ιστορία είναι ήδη βαθύ.

Ο κλονισμός της εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς και προς την πολιτική ως μέρος αυτού του συστήματος είναι πλέον τεράστιος για ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας. Μιας κοινωνίας που ασφαλώς φέρει και η ίδια το δικό της μερίδιο ευθύνης για το γεγονός ότι η διαφθορά ευδοκίμησε και μετατράπηκε σε κουλτούρα μέσα στο κυπριακό κράτος. Η νομή της εξουσίας ως μέσο βολέματος ημετέρων υπήρξε για χρόνια —και σε κάποιο βαθμό παραμένει— ένας τρόπος αντίληψης της πολιτικής, σχεδόν ως φυσική εξέλιξη των πραγμάτων. Ο καθένας να βολέψει και να βολευτεί μέσα από τη δύναμη της εξουσίας.

Στην περίπτωση, όμως, των όσων αναφέρονται στο πόρισμα της Αρχής κατά της Διαφθοράς, το ζήτημα αναβαθμίζεται σε ένα εντελώς διαφορετικό επίπεδο. Μιλούμε για ένα κράτος-μαφία, όπου οι θεσμοί φέρονται να λειτουργούν μεταξύ τους με τρόπο συνωμοτικό, ως εγκληματική οργάνωση, ως συμμορία του υποκόσμου που έχει ως μοναδικό στόχο το κέρδος και την εδραίωση της κυριαρχίας της, χωρίς αιδώ, χωρίς αναστολές και χωρίς ηθικούς φραγμούς.

Το αν όλα αυτά θα αποδειχθούν τελικά στο δικαστήριο και το πώς θα εξελιχθεί από εδώ και πέρα η διαδικασία αποτελεί ένα ξεχωριστό ζήτημα. Ανεξάρτητα, όμως, από την τελική δικαστική έκβαση, το στίγμα της όλης υπόθεσης έχει ήδη χαραχθεί στη συνείδηση της κοινωνίας. Και ακόμη πιο τραγικό είναι το γεγονός ότι το πολιτικό και κομματικό σύστημα διαχειρίζεται το ζήτημα με τρόπο που, επί της ουσίας, ενισχύει την απαξίωση και την αποστροφή των πολιτών απέναντί του.

Ναι, τα όσα αναφέρονται στο πόρισμα ως πιθανά ποινικά ευρήματα συγκλονίζουν και βαραίνουν ασφαλώς τη δεκαετή διακυβέρνηση του Νίκου Αναστασιάδη και του Δημοκρατικού Συναγερμού. Το γεγονός ότι ο εκπρόσωπος Τύπου του κόμματος Ονούφριος Κουλλά απαντά με αναφορές στο Μαρί και στη χρεοκοπία κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης Δημήτρη Χριστόφια δεν μειώνει την ευθύνη για όσα ενδεχομένως συνέβησαν κατά τη διάρκεια της δικής τους διακυβέρνησης.

Για το Μαρί και για όποια άλλα λάθη ή σκάνδαλα σημειώθηκαν επί διακυβέρνησης ΑΚΕΛ, το κόμμα της Αριστεράς πλήρωσε και εξακολουθεί να πληρώνει πολιτικό κόστος. Ενδεχομένως να συνεχίσει να το πληρώνει και στο μέλλον. Αυτό, όμως, δεν μπορεί να λειτουργεί ως άλλοθι ή ως μηχανισμός συμψηφισμού ευθυνών.

Αυτή τη φορά, η σκιά του πορίσματος της Αρχής κατά της Διαφθοράς πέφτει βαριά στην Πινδάρου και στον τρόπο με τον οποίο η ηγεσία του ΔΗΣΥ θα επιλέξει να διαχειριστεί το ζήτημα. Ασφαλώς τα κόμματα δεν είναι δικαστήρια, ούτε αποδίδουν ποινικές ευθύνες. Δεν παύουν, ωστόσο, να έχουν την πολιτική ευθύνη να αποδείξουν την αποφασιστικότητα και την ειλικρίνειά τους όταν δηλώνουν ότι δεν πρόκειται να επιδείξουν καμία ανοχή στη διαφθορά και ότι, όπου υπάρχουν ευθύνες, αυτές πρέπει να αποδοθούν.

Σήμερα, σύμφωνα με πληροφορίες, θα πραγματοποιηθεί στην Πινδάρου μια πρώτη συνεδρία βουλευτών, πρώην υπουργών Δικαιοσύνης και νομικών, κατά την οποία θα συζητηθεί η διαχείριση της όλης κατάστασης.

Ο Νίκος Αναστασιάδης είναι επίτιμος πρόεδρος του ΔΗΣΥ. Εξακολουθεί να διατηρεί επιρροή σε σημαντική μερίδα της κομματικής βάσης. Η σημερινή ηγεσία του κόμματος έχει μπροστά της ένα δύσκολο έργο και ένα ιδιαίτερα βαρύ πολιτικό φορτίο να διαχειριστεί.

Σε δύσκολη θέση βρίσκεται και η προηγούμενη ηγεσία του ΔΗΣΥ, η οποία στήριζε και συμμετείχε στη διακυβέρνηση Αναστασιάδη και καλείται σήμερα να δώσει τις δικές της εξηγήσεις.

Σε μεγάλο βαθμό, το βάρος αγγίζει και τον Νίκο Χριστοδουλίδη, ο οποίος θεωρήθηκε και εξακολουθεί από πολλούς να θεωρείται πολιτικό τέκνο του Νίκου Αναστασιάδη. Ο ίδιος και η κυβέρνησή του καλούνται να αποδείξουν στην πράξη ότι δεν υπάρχει καμία διάθεση συγκάλυψης και ότι η διερεύνηση των καταγγελιών θα προχωρήσει χωρίς εξαιρέσεις, χωρίς πολιτικές παρεμβάσεις και χωρίς δεύτερες σκέψεις.

Το διακύβευμα, ωστόσο, ξεπερνά τα πρόσωπα και τα κόμματα. Η πραγματική πρόκληση είναι αν το κράτος και οι θεσμοί του μπορούν να ανακτήσουν την αξιοπιστία τους απέναντι σε μια κοινωνία που παρακολουθεί με ολοένα και μεγαλύτερη καχυποψία. Γιατί, ανεξάρτητα από το τι θα κρίνουν τελικά τα δικαστήρια, η ζημιά στην εμπιστοσύνη των πολιτών έχει ήδη συντελεστεί.