Αν μπορούσαμε να κάνουμε ένα ταξίδι στον χρόνο σε ένα κυπριακό χωριό πριν από το 1960, ποια μουσικά όργανα θα συγκροτούσαν τον ήχο του;
Η εθνομουσικολόγος και ερευνήτρια Νικολέττα Δημητρίου καταγράφει το μοναδικό ηχοτοπίο του νησιού —με βιολιά και λαούτα, ζουρνάδες και νταούλια— μέσα από το μακροχρόνιο εθνογραφικό ερευνητικό της έργο Ο Κύπριος Βιολάρης, το οποίο κέρδισε το Μεγάλο Βραβείο (Grand Prix) στην κατηγορία Έρευνας των Ευρωπαϊκών Βραβείων Πολιτιστικής Κληρονομιάς / Europa Nostra Awards 2026.
Πόση παράδοση κουβαλάμε; Γιατί κάθε γενιά αφήνει κάτι πίσω; Και τελικά, ποιον αφορά; Είναι μια κληρονομιά που οφείλουμε να διαφυλάξουμε αναλλοίωτη ή ένας ζωντανός οργανισμός που μεταμορφώνεται μαζί μας;
Η Δρ Νικολέττα Δημητρίου προσεγγίζει αυτό το ζήτημα μέσα από τη μουσική και τις ιστορίες των ανθρώπων που τη δημιούργησαν. Με αφορμή το ερευνητικό έργο «Ο Κύπριος Βιολάρης», μιλήσαμε για την παράδοση, τη συλλογική μνήμη, τις αλλαγές των τελευταίων δεκαετιών και τον ήχο ενός τόπου που συνεχίζει να μετασχηματίζεται χωρίς να χάνει τη φωνή του.
–Πιστεύεις πως κάθε γενιά αφήνει πίσω της ένα μεγάλο κομμάτι της παράδοσης, κυρίως στις μέρες μας; Θεωρώ ότι σήμερα, σε σύγκριση με τις δεκαετίες του 1980 και του 1990, πολύ περισσότερος κόσμος ασχολείται με αυτό που ονομάζουμε παραδοσιακή μουσική, χορό και γενικότερα με στοιχεία της παράδοσης. Όταν ξεκίνησα να τραγουδώ κυπριακά, στις αρχές της δεκαετίας του 1990, ελάχιστοι ήταν οι νέοι της ηλικίας μου που ασχολούνταν με αυτά τα πράγματα. Μάλιστα, τότε η παράδοση αντιμετωπιζόταν συχνά ως κάτι πολύ ξεπερασμένο. Τότε η συνηθισμένη ερώτηση ήταν: «Γιατί τραγουδάς αυτά τα τραγούδια τα χωρκάτικα; Γιατί δεν προτιμάς αυτά που λένε οι δημοφιλείς τραγουδιστές και τραγουδίστριες της εποχής;». Σήμερα υπάρχει μια στροφή, πολύ περισσότεροι νέοι δείχνουν ενδιαφέρον, συμμετέχουν ενεργά και, αν θέλεις, έχει γίνει ακόμη και της μόδας να ασχολείται κανείς με την παράδοση και τον πολιτισμό του τόπου του. Λοιπόν, η εξέλιξη, είτε της μουσικής είτε της γλώσσας, είναι κάτι το φυσικό και αναμενόμενο. Δεν μπορούμε να περιμένουμε ότι τα πάντα θα παραμείνουν όπως ήταν στο παρελθόν. Αυτή ακριβώς η διαδικασία είναι που οδηγεί στη δημιουργία διαφορετικών μουσικών ειδών και νέων μορφών έκφρασης. Κάθε γενιά βρίσκει τους δικούς της τρόπους να αξιοποιήσει τόσο τη γλώσσα όσο και τη μουσική, να εκφραστεί μέσα από αυτές και να τις προσαρμόσει στις δικές της εμπειρίες και ανάγκες. Μπορεί το αποτέλεσμα να μας αρέσει, μπορεί και όχι, η αλλαγή όμως δεν μπορεί να σταματήσει.
–Έχουν χαθεί πράγματα από την παράδοσή μας ή κινδυνεύουν να χαθούν; Πάντα χάνονται πράγματα. Κάθε εποχή είναι διαφορετική και αυτό συμβαίνει σε κάθε γενιά. Είχα διαβάσει παλιά ένα αρχαίο κείμενο, που σχολίαζε με παράπονο το γεγονός πως οι νέοι της εποχής είχαν χάσει το δρόμο των παλαιότερων… Θέλω να πω πως η έγνοια της αλλαγής, και η άποψη πως προχωρώντας κάτι χάνεται, είναι διαχρονική. Αλλά, αν μας καταβάλει αυτός ο φόβος, δεν πρόκειται να αποκτήσουμε τίποτα, εκτός από τη μοιρολατρική άποψη πως για να μη χάσουμε δεν θα δημιουργήσουμε.
–Τι πιστεύεις πως έχει αλλάξει περισσότερο τα τελευταία 60 χρόνια ως προς την αντίληψη της παράδοσης; Εκείνο που πιθανότατα έχει αλλάξει περισσότερο είναι η ταχύτητα με την οποία αλλάζει ο τρόπος ζωής μας. Παλαιότερα οι αλλαγές γίνονταν με αργό ρυθμό. Γι’ αυτό και εμείς αντιλαμβανόμαστε τη διαφορά ανάμεσα στη δική μας γενιά και στη γενιά των παππούδων και των γιαγιάδων μας με έναν έντονο τρόπο, που ίσως οι ίδιοι να μη βίωναν σε σχέση με τους δικούς τους προγόνους.
–Και η μουσική; Μπορεί να μιλήσει με τον ίδιο τρόπο σε κάθε γενιά; Η μουσική -ακόμα κι αν είναι η ίδια – ερμηνεύεται και γίνεται αντιληπτή διαφορετικά το 1950 και διαφορετικά σήμερα. Το ίδιο συμβαίνει και με το ακροατήριο. Αλλιώς την αντιλαμβάνεται ένα ακροατήριο στη Λευκωσία και αλλιώς στην Αυστραλία. Κι αυτό γιατί η μουσική δημιουργείται μέσα από τη διάδραση μεταξύ των μουσικών και του κοινού, δεν υπάρχει ποτέ σε κοινωνικό κενό. Οπότε, καταγράφοντας τους μουσικούς, αυτόματα καταγράφονται και οι άνθρωποι, η κοινωνία, καθώς και η ιστορία της Κύπρου την περίοδο που αυτό συμβαίνει.

–Θα μπορούσες να δώσεις ένα ορισμό για το έργο σου, τον «Κύπριο Βιολάρη»; Αποτελεί ένα μακροχρόνιο εθνογραφικό ερευνητικό έργο, βασισμένο σε περισσότερα από 15 χρόνια επιτόπιας έρευνας και συνεντεύξεων με Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους παραδοσιακούς μουσικούς. Μέσα από μαρτυρίες, μουσικές αφηγήσεις και οπτικοακουστικό υλικό, το έργο καταγράφει τις ζωές και τις εμπειρίες μιας γενιάς μουσικών που σταδιακά εκλείπει, διασώζοντας παράλληλα γλωσσικά ιδιώματα, μουσικούς όρους και κοινές πολιτιστικές αναφορές των κοινοτήτων της Κύπρου. Το έργο περιλαμβάνει βιβλίο (Ο Κύπριος βιολάρης: Η προφορική ιστορία μιας επαγγελματικής τάξης στον εικοστό αιώνα, εκδόσεις Ψηφίδες, 2022), ντοκιμαντέρ και ιστότοπο με περισσότερες πληροφορίες. Η σημασία του έγκειται στην παρουσίαση των προσωπικών μαρτυριών των ίδιων των μουσικών, στο ότι οι ίδιοι λένε τις ιστορίες τους, με τα δικά τους λόγια. Σημαντική είναι και η επαναπλαισίωση ενός άυλου πολιτιστικού στοιχείου, της μουσικής, πριν από τις μεγάλες κοινωνικές αλλαγές που επήλθαν στην Κύπρο τη δεκαετία του 1960.
Πώς ξεκίνησε και διαμορφώθηκε ερευνητικά;
Το 2005, ως δευτεροετής φοιτήτρια στο διδακτορικό της εθνομουσικολογίας στο Λονδίνο, επέστρεψα στην Κύπρο για έναν χρόνο επιτόπιας έρευνας, στο πλαίσιο των διδακτορικών μου σπουδών. Τότε η έρευνά μου δεν αφορούσε τους βιολάρηδες, αλλά μια ομάδα κυπριακών μελωδιών. Ως μέρος της δουλειάς μου έπρεπε να κάνω συνεντεύξεις με μουσικούς, τόσο ηλικιωμένους όσο και νεότερους. Κάθε φορά που συναντούσα έναν ηλικιωμένο μουσικό, του ζητούσα πρώτα να μου πει λίγα λόγια για τη ζωή του στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα. Αυτό το έκανα για διάφορους λόγους. Πρώτον, γιατί ήθελα να χαλαρώσει ο συνομιλητής μου και να δημιουργηθεί μια σχέση εμπιστοσύνης, πριν περάσουμε στο κυρίως μέρος των ερωτήσεων. Δεύτερον, γιατί υπάρχουν πολύ λίγες πληροφορίες για το πώς ήταν η μουσική στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα στην Κύπρο, οπότε αυτές οι συζητήσεις μού έδιναν πολύτιμες πληροφορίες για την περίοδο. Και τρίτον, και πιο σημαντικό για μένα, επειδή μου αρέσουν οι ιστορίες.
-Κι έτσι άρχισε να ζωντανεύει το υλικό σου… Ξεκινούσα πάντα με την ερώτηση «πώς ήταν η ζωή σου ως μουσικός;» και στη συνέχεια ακολουθούσαν διάφορες ερωτήσεις που αφορούσαν τη μαθητεία του, τη θέση του στην κοινωνία κτλ. Σιγά σιγά συνειδητοποίησα ότι αυτές οι ιστορίες ήταν ένας θησαυρός. Το έργο πήρε πιο συγκροτημένη μορφή αργότερα, όταν, στο πλαίσιο μιας ερευνητικής μου θέσης στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, το 2012, είχα την ευκαιρία να προτείνω ένα έργο που να συνδυάζει την εθνομουσικολογία, την προφορική ιστορία και την οπτικοακουστική έρευνα.

-Ποια ήταν η κοινωνική θέση των βιολάρηδων στην παραδοσιακή κυπριακή κοινωνία; Οι βιολάρηδες που έπαιζαν σε γάμους και πανηγύρια στο πρώτο μισό του εικοστού αιώνα έκαναν συνήθως και άλλη δουλειά. Δεν βιοπορίζονταν, δηλαδή, από τη μουσική, αλλά έπαιζαν μουσική όποτε υπήρχε ανάγκη για μουσικούς. Οι περισσότεροι από αυτούς είχαν κάποιο κύριο επάγγελμα που μπορούσαν ν’ αφήσουν για τρεις, τέσσερις, πέντε μέρες – όσες χρειάζονταν για να πάνε να παίξουν σ’ έναν γάμο ή ένα πανηγύρι. Γι’ αυτό και οι πιο πολλοί δεν ήταν γεωργοί ή βοσκοί, αλλά παρπέρηδες, σκαρπάρηδες ή καφετζήδες. Οι επαγγελματίες μουσικοί που ζούσαν αποκλειστικά από τη μουσική ήταν λίγοι. Αυτοί ζούσαν κυρίως στα αστικά κέντρα και έπαιζαν μουσική σε κέντρα διασκεδάσεως ή δίδασκαν για τα προς το ζην. Για τους περισσότερους βιολάρηδες λοιπόν, η μουσική ήταν συμπληρωματική πηγή εισοδήματος. Κατά γενική (δική τους) ομολογία, έχαιραν εκτίμησης από την κοινωνία, επειδή πρόσφεραν μια υπηρεσία που δεν μπορούσαν να προσφέρουν άλλοι.
–Ποια κοινά χαρακτηριστικά εντοπίζονται στις βιογραφίες των μουσικών; Ένα βασικό κοινό στοιχείο είναι η σύντομη και, για τους περισσότερους, πρακτική μαθητεία. Η εκμάθηση γινόταν μέσω ενός συστήματος διδασκαλίας του μάστρου προς το τσιράκκιν, χωρίς απαραιτήτως να υπάρχει συστηματική θεωρητική εκπαίδευση ή γνώση μουσικής σημειογραφίας. Η γνώση μεταδιδόταν λειτουργικά, μέσα από την ίδια την πράξη της μουσικής.
–Πώς συνδέεται η μουσική δραστηριότητα με την οικονομική και αγροτική οργάνωση της κοινωνίας; Η μουσική ήταν στενά συνδεδεμένη με τον αγροτικό κύκλο παραγωγής. Οι γάμοι, για παράδειγμα, συγκεντρώνονταν κυρίως μετά το τέλος των εργασιών του θέρους, ως επί το πλείστον τον Οκτώβρη, όταν υπήρχε διαθέσιμος χρόνος και οικονομική δυνατότητα λόγω της συγκομιδής. Η μουσική πρακτική, επομένως, ακολουθούσε τον ρυθμό της αγροτικής οικονομίας.
–Πώς λειτουργούσε η έμφυλη διάσταση στη μουσική πρακτική της εποχής; Η μουσική πρακτική αντανακλά τον έντονο διαχωρισμό δημόσιου και ιδιωτικού χώρου σε όλους τους τομείς της ζωής στη συγκεκριμένη περίοδο. Οι άντρες είχαν πρόσβαση στη δημόσια μουσική έκφραση, ενώ οι γυναίκες περιορίζονταν κυρίως στον ιδιωτικό χώρο. Η γυναικεία δημόσια μουσική παρουσία ήταν κοινωνικά περιορισμένη και θεωρούνταν ‘ανήθικη’ από τους περισσότερους. Υπήρχαν όμως και εξαιρέσεις: γυναίκες που με κάποιο τρόπο ξέφευγαν από το γυναικείο στερεότυπο της εποχής, όπως και άτομα με αναπηρία (π.χ. τυφλοί), μπορούσαν να γίνουν μουσικοί, προκειμένου να μπορούν να βγάζουν τα προς το ζην αξιοπρεπώς.
–Σε απασχολεί η μετάδοση όλου αυτού του υλικού στη νέα γενιά; Εκείνο που με απασχολεί περισσότερο είναι η επικοινωνία. Αυτή είναι η λέξη-κλειδί για μένα. Δεν σκέφτομαι ότι αυτό που κάνω πρέπει να απευθύνεται σε μια συγκεκριμένη ηλικιακή ομάδα· ούτε μόνο στους νέους, ούτε μόνο στους μεγαλύτερους. Είτε πρόκειται για τραγούδι, είτε για γραφή, είτε για διδασκαλία, αυτό που με ενδιαφέρει είναι να υπάρχει ουσιαστική επικοινωνία. Η επιθυμία μου είναι να μεταδοθούν αυτές οι ιστορίες, οι εμπειρίες και οι γνώσεις σε όποιον ενδιαφέρεται να τις ακούσει ή να έρθει σε επαφή μαζί τους. Δεν θεωρώ ότι η παράδοση ανήκει σε μία συγκεκριμένη γενιά. Ανήκει σε όποιον θέλει να την προσεγγίσει. Επομένως, δεν με απασχολεί τόσο το ποιος είναι ο αποδέκτης, όσο το να βρεθεί ένας τρόπος ώστε αυτό το υλικό να επικοινωνηθεί ουσιαστικά. Άλλωστε, δεν έχει ιδιαίτερο νόημα να γράφεις, να τραγουδάς ή να διδάσκεις, αν δεν υπάρχει η πρόθεση αυτό που κάνεις να φτάσει στους άλλους και να δημιουργήσει έναν διάλογο μαζί τους.
–Αλήθεια, ποιος ήχος έρχεται στο μυαλό σου όταν ακούς τη λέξη Κύπρος; Είναι ο ήχος της φωνής των ανθρώπων, η χροιά τους, η διάλεκτος της περιοχής τους, οι λέξεις που χρησιμοποιούν, ο τρόπος που χειρίζονται τη γλώσσα και ο τρόπος με τον οποίο αφηγούνται μια ιστορία. Πάντα πρώτη είναι η φωνή, όλα τα άλλα έρχονται μετά.
Ελεύθερα, 14.06.2026