Το Ανώτατο Δικαστήριο διέταξε την άμεση απελευθέρωση Λιβανέζου υπηκόου που τελούσε υπό κράτηση για σκοπούς απέλασης για περισσότερο από 14 μήνες, κρίνοντας ότι η συνέχιση της κράτησής του ήταν παράνομη λόγω έλλειψης ρεαλιστικής προοπτικής απομάκρυνσής του από τη χώρα.

Ο αιτητής, γεννηθείς το 1972, κρατείτο από τις 9 Φεβρουαρίου 2025 μετά τη σύλληψή του για παράνομη παραμονή. Αρχικά εκδόθηκαν σε βάρος του διατάγματα κράτησης και απέλασης, ωστόσο η πορεία της υπόθεσης διαφοροποιήθηκε όταν υπέβαλε αίτηση ασύλου. Το διάταγμα απέλασης ανεστάλη, ενώ εκδόθηκε νέο διάταγμα κράτησης δυνάμει της νομοθεσίας για τους πρόσφυγες. Μετά την απόρριψη του αιτήματός του από την Υπηρεσία Ασύλου, ο ίδιος προσέφυγε στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, όπου η υπόθεση παραμένει εκκρεμής.

Μέσω της αίτησης habeas corpus, ο αιτητής υποστήριξε ότι η παρατεταμένη κράτησή του έχει καταστεί αδικαιολόγητη και καταχρηστική, καθώς δεν υπάρχει πραγματική και άμεση προοπτική απέλασής του, ιδίως ενόψει και της εκκρεμοδικίας της προσφυγής του. Επικαλέστηκε επίσης παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων, περιλαμβανομένου του δικαιώματος στην ελευθερία.

Από την πλευρά της, η Δημοκρατία, μέσω του Γενικού Εισαγγελέα, καταχώρισε ένσταση, υποστηρίζοντας μεταξύ άλλων ότι ο αιτητής δεν νομιμοποιείται να αμφισβητεί τη νομιμότητα της κράτησής του μέσω της συγκεκριμένης διαδικασίας. Το Δικαστήριο απέρριψε τη θέση αυτή, διευκρινίζοντας ότι η διαδικασία habeas corpus εξετάζει τη νομιμότητα της συνέχισης της κράτησης και όχι την αρχική νομιμότητα των διοικητικών πράξεων.

Στην απόφασή του, το Δικαστήριο τόνισε ότι η στέρηση της ελευθερίας πρέπει να είναι προσωρινή και να διαρκεί μόνο όσο απαιτείται για την προώθηση της απέλασης με τη δέουσα επιμέλεια. Υπογράμμισε ότι η διάρκεια κράτησης άνω των 14 μηνών δεν μπορεί να θεωρηθεί αμελητέα, ιδιαίτερα όταν δεν διαφαίνεται συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα απομάκρυνσης.

Καθοριστικό στοιχείο αποτέλεσε το γεγονός ότι η απέλαση του αιτητή δεν μπορεί να εκτελεστεί όσο εκκρεμεί η προσφυγή του, ενώ το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και την απουσία οποιασδήποτε υπαιτιότητας εκ μέρους του ίδιου, καθώς είχε εξαρχής συνεργαστεί με τις αρχές και δεν είχε αποκρύψει την ταυτότητά του.

Παράλληλα, έγινε αναφορά σε πρόσφατη νομολογία που επιβεβαιώνει ότι ακόμη και νόμιμη αρχικά κράτηση μπορεί να καταστεί παράνομη εάν παρατείνεται πέραν του εύλογου χρόνου χωρίς ουσιαστική προοπτική απομάκρυνσης. Το Δικαστήριο σημείωσε ότι η εξισορρόπηση μεταξύ των συμφερόντων του κράτους και του δικαιώματος του ατόμου στην ελευθερία επιβάλλει την άρση της κράτησης στις συγκεκριμένες περιστάσεις.

Επιπλέον, αν και δεν αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντα για την κρίση, το Δικαστήριο αναφέρθηκε στις συνθήκες ασφάλειας στον Λίβανο, οι οποίες, σύμφωνα με στοιχεία που προσκομίστηκαν, έχουν επιδεινωθεί σημαντικά το τελευταίο διάστημα, ενισχύοντας περαιτέρω την αβεβαιότητα ως προς την εκτέλεση της απέλασης.

Καταλήγοντας, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η συνέχιση της κράτησης υπερβαίνει τον εύλογο χρόνο και στερείται νόμιμης βάσης, εκδίδοντας ένταλμα habeas corpus και διατάσσοντας την άμεση απελευθέρωση του αιτητή. Παράλληλα, επιδίκασε υπέρ του έξοδα, ενώ τα έξοδα διερμηνέα θα καλυφθούν από τη Δημοκρατία.