Το Εφετείο απέρριψε έφεση άνδρα κατά της ποινής φυλάκισης επτά μηνών που του είχε επιβάλει το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας για κατοχή διαρρηκτικών οργάνων, επικυρώνοντας στο σύνολό της την πρωτόδικη απόφαση. Ο εφεσείων είχε παραδεχθεί ενοχή σε τρεις κατηγορίες που αφορούσαν κατοχή διαρρηκτικών οργάνων, παράνομη κατοχή περιουσίας για την οποία υπήρχε εύλογη υπόνοια ότι ήταν κλοπιμαία και μεταφορά μαχαιριών εκτός κατοικίας. Το πρωτόδικο δικαστήριο του επέβαλε ποινές φυλάκισης επτά μηνών, ενός μηνός και δύο μηνών αντίστοιχα, οι οποίες διατάχθηκε να συντρέχουν.

Τα αδικήματα διαπράχθηκαν στις 22 Απριλίου 2024, όταν μέλη της Αστυνομίας, έπειτα από πληροφορία για ύποπτο πρόσωπο έξω από κατοικία, εντόπισαν τον κατηγορούμενο να μεταφέρει τρεις τσάντες. Σε έρευνα που ακολούθησε βρέθηκαν διαρρηκτικά εργαλεία, καθώς και διάφορα αντικείμενα συνολικής αξίας 322 ευρώ, για τα οποία δεν δόθηκαν επαρκείς εξηγήσεις ως προς την προέλευσή τους. Στην κατοχή του εντοπίστηκαν επίσης τρία ανοιγόμενα μαχαίρια.

Στο πλαίσιο της επιμέτρησης της ποινής είχαν ληφθεί υπόψη ακόμη τέσσερις άλλες υποθέσεις, δύο εκ των οποίων αφορούσαν αδικήματα ναρκωτικών, μία κλοπές και μία κλεπταποδοχή. Παράλληλα, το δικαστήριο είχε ενώπιόν του προηγούμενες καταδίκες του κατηγορουμένου για παρόμοια αδικήματα.

Με την έφεση υποστηρίχθηκε ότι η ποινή ήταν υπερβολική και παραβίαζε τις αρχές της επιείκειας, της αναλογικότητας και της συνολικότητας της ποινής. Η υπεράσπιση προέβαλε ότι τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης είχαν διαπραχθεί πριν από μεταγενέστερη καταδίκη του εφεσείοντα σε άλλη υπόθεση, για την οποία του είχε επιβληθεί ποινή φυλάκισης 15 μηνών, με αποτέλεσμα να στερηθεί τη δυνατότητα να ληφθούν όλες οι υποθέσεις μαζί υπόψη κατά την επιβολή της ποινής.

Το Εφετείο έκρινε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο είχε εξετάσει διεξοδικά το συγκεκριμένο ζήτημα και είχε ήδη συνυπολογίσει προς όφελος του κατηγορουμένου το γεγονός ότι ορισμένες από τις υποθέσεις θα μπορούσαν να είχαν ληφθεί υπόψη στην προηγούμενη καταδίκη του. Σύμφωνα με την απόφαση, η πρωτόδικη δικαστής άσκησε «κάθε δυνατή επιείκεια» και επέβαλε ποινή που κινείται εντός των επιτρεπτών ορίων.

Το Εφετείο τόνισε ότι δεν διαπίστωσε οποιοδήποτε νομικό ή δικαστικό σφάλμα ούτε στοιχείο υπερβολής στην επιβληθείσα ποινή. Αντίθετα, σημείωσε ότι το ιστορικό παραβατικότητας του εφεσείοντα θα μπορούσε ενδεχομένως να δικαιολογήσει ακόμη αυστηρότερη μεταχείριση.

Απορρίφθηκε επίσης ο ισχυρισμός ότι υπήρξε ουσιώδης παρατυπία επειδή δεν είχε ετοιμαστεί έκθεση κοινωνικοοικονομικών και προσωπικών συνθηκών από το Γραφείο Ευημερίας πριν από την επιβολή της ποινής. Το Εφετείο έκρινε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο είχε στη διάθεσή του όλα τα αναγκαία στοιχεία για τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου και ότι η συγκεκριμένη υπόθεση δεν ανήκε στις περιπτώσεις όπου η ύπαρξη τέτοιας έκθεσης ήταν υποχρεωτική.

Ως αποτέλεσμα, η έφεση απορρίφθηκε στο σύνολό της και η πρωτόδικη απόφαση επικυρώθηκε.