Ανέστειλε τις ποινές φυλάκισης που είχαν επιβληθεί σε 50χρονο οικοδόμο το Εφετείο, κρίνοντας ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν έδωσε τη δέουσα βαρύτητα στις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης και στα προσωπικά δεδομένα του καταδικασθέντος.

Ο άνδρας είχε παραδεχθεί ενώπιον του Κακουργιοδικείου τις κατηγορίες της ληστείας και της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος. Για τα αδικήματα αυτά του είχαν επιβληθεί ποινές φυλάκισης 18 και 9 μηνών αντίστοιχα, με το δικαστήριο να διατάσσει την άμεση έκτισή τους.

Η υπόθεση αφορούσε περιστατικό κατά το οποίο ο κατηγορούμενος διευθέτησε αγορά μικρής ποσότητας ναρκωτικών αξίας €60 από τον παραπονούμενο. Σύμφωνα με τα γεγονότα που έγιναν αποδεκτά από το δικαστήριο, ο εφεσείων μετέβη στο σημείο συνάντησης μαζί με άλλο πρόσωπο. Αφού ολοκληρώθηκε η παράδοση των ναρκωτικών, ο συνοδηγός άρπαξε τα χρήματα από τον παραπονούμενο, τον γρονθοκόπησε και στη συνέχεια τον τραυμάτισε με μαχαίρι στην πλάτη. Ο εφεσείων, ο οποίος οδηγούσε το όχημα, κατέβηκε, αντιλήφθηκε τι είχε συμβεί και στη συνέχεια εγκατέλειψε τη σκηνή μαζί με τον δράστη, αφήνοντας το θύμα τραυματισμένο.

Με την έφεσή του ο καταδικασθείς δεν αμφισβήτησε το ύψος των ποινών, αλλά την απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου να μην αναστείλει την εκτέλεσή τους. Υποστήριξε ότι οι προσωπικές και οικογενειακές του συνθήκες, το λευκό ποινικό μητρώο, η παραδοχή των αδικημάτων, η μεταμέλειά του, η συνεργασία του με τις Αρχές και η πάροδος έξι ετών από τη διάπραξη των αδικημάτων δικαιολογούσαν διαφορετική μεταχείριση.

Το Εφετείο σημείωσε ότι ο εφεσείων είναι πατέρας τριών παιδιών, διαμένει μόνιμα στην Κύπρο από το 1997, εργάζεται ως αυτοεργοδοτούμενος οικοδόμος και αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας, καθώς είχε υποστεί έμφραγμα τα προηγούμενα χρόνια. Παράλληλα, αναγνώρισε ότι δεν είχε πρωταγωνιστικό ή ηγετικό ρόλο στη ληστεία, ούτε υπήρχε οργανωμένος ή προσχεδιασμένος τρόπος δράσης εκ μέρους του.

Παρότι το Εφετείο υπογράμμισε ότι ο τραυματισμός του θύματος και η εγκατάλειψή του αβοήθητου αποτελούν σοβαρά επιβαρυντικά στοιχεία, έκρινε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο έδωσε υπέρμετρη έμφαση στην ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής και στην αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων, παραγνωρίζοντας παράγοντες που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την αναστολή της ποινής.

Καταλήγοντας ότι υπήρξε σφάλμα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου δικαστηρίου, το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση, ακύρωσε το μέρος της απόφασης που αφορούσε τη μη αναστολή των ποινών και διέταξε την αναστολή της εκτέλεσής τους για περίοδο τριών ετών από την ημερομηνία της πρωτόδικης απόφασης.