Η περίπτωση της αποστολής ελληνικών υποβρυχίων στην Κύπρο στη διάρκεια της τουρκικής εισβολής δεν χρήζει ιδιαίτερης μνείας διότι δεν έχουμε εύρος αρχειακών πηγών και μαρτυρίες πρωταγωνιστών για να κρίνουμε. Γνωρίζουμε, ωστόσο, ότι είχαν διαταχθεί να επιχειρήσουν δύο φορές κατά τη πρώτη φάση της εισβολής, αλλά με διαταγή είτε του Γρηγόρη Μπονάνου είτε του Πέτρου Αραπάκη – στις αμφιβόλου αξιοπιστίας αυτοβιογραφίες τους ο ένας κατηγορεί τον άλλον – επέστρεψαν από τα μισά της διαδρομής και τέθησαν σε διαθεσιμότητα στο Αιγαίο. (Δες, Πέτρος Αραπάκης, Το τέλος της σιωπής (Αθήνα: Λιβάνης, 2000), και Γρηγόρης Μπονάνος, Η Αλήθεια (Αθήνα: Ιδιωτική, 1986).
Στα αδημοσίευτα αρχεία των Καραμανλή-Αβέρωφ κατά τη διάρκεια της εκεχειρίας δεν γίνεται λόγος για αποστολή υποβρυχίων. Η περίπτωση, όμως, των μαχητικών αεροπλάνων είναι πολύ σημαντική. Μπορούσαν να επιχειρήσουν στη Κύπρο με επιτυχία κατά τη διάρκεια της εκεχειρίας; Η απάντηση είναι ναι, μπορούσαν. Τα Φάντομ θα προκαλούσαν ανείπωτες ζημιές στο προγεφύρωμα, στον αποβατικό στόλο και στις αμυντικές εγκαταστάσεις του θύλακα Κιόνελι-Αγύρτας, ενώ θα αναπτέρωναν το ηθικό της ΕΛΔΥΚ και της Εθνοφρουράς. Δεν εδόθη εντολή. Όπως και δεν εδόθη εντολή να πετάξουν στη πρώτη φάση της εισβολής. Μεταξύ άλλων, Παναγιώτης Η. Μπαλές, Παρακαταθήκες αετών (Αθήνα: Ινφογνώμων, 2012), σ.252-282).
Αμέσως μετά την παραγγελία των Φάντομ τον Ιανουάριο του 1972 από τη χούντα του Παπαδόπουλου, η Τουρκία, με επίσημο διάβημα του ΥΠΕΞ της, Ουμίτ Μπαγιουλκέν, θα αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα εξής:
Αυτά τα αεροπλάνα, τα οποία έχουν ακτίνα δράσης πάνω από τη Τουρκία και τη Κύπρο, θα αλλάξουν τη λεπτή ισορροπία μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας η οποία υπάρχει από την εποχή της Λωζάνης και η οποία έχει διατηρηθεί από το ΝΑΤΟ. Η κυβέρνηση της Τουρκίας εκτιμά τις ανάγκες της Ελλάδας αλλά οι Έλληνες δεν χρειάζονται τα Φ-4. Τα βουλγαρικά σύνορα είναι κοντά και μικρής ακτίνας δράσης αεροπλάνα αρκούν. Ελληνική κατοχή των Φ-4 θα μπορούσε να επηρεάσει μια λύση του Κυπριακού θέματος κάνοντας την Ελλάδα λιγότερο συμβιβαστική. ( “Telegram from the Department of State to the Embassy in Turkey”, 4 Ιανουαρίου 1972, FRUS (Foreign Relations of the United States), 1969-1976, Washington DC, 2007)
Ο Καραμανλής, ο οποίος ήταν σε ανοιχτή τηλεφωνική επικοινωνία με τον Κίσινγκερ, θα μπορούσε να απειλήσει αξιόπιστα και κυρίαρχα ότι η Ελλάδα θα επέμβει δραστικά στη Κύπρο και ότι μονάδες της, ειδικά στον Έβρο, θα αποχωρούσαν από το ΝΑΤΟ αμέσως, από τη στιγμή που η Τουρκία δεν σεβόταν την εκεχειρία και αποβίβαζε συνεχώς στρατεύματα κατά τη διάρκεια της πρώτης σύσκεψης της Γενεύης (25-30 Ιουλίου). Αυτή η κίνηση θα συνεπικουρείτο από προσέγγιση της Βουλγαρίας. Αυτές θα ήταν κινήσεις αξιόπιστης αποτροπής, αλλά ο Καραμανλής δεν τις έκανε. Αν τις έκανε η αντίδραση του Κίσινγκερ θα ήταν άμεση για να σταματήσει τη Τουρκία προκειμένου να αποφύγει την κλιμάκωση που ενείχε κίνδυνο συνοχής του ΝΑΤΟ. Τέτοιες κινήσεις πυγμής και αποτροπής του Καραμανλή δεν θα οδηγούσαν ούτε σε ελληνοτουρκικό πόλεμο ούτε σε διάλυση του ΝΑΤΟ. Ωστόσο, ο Κίσινγκερ κατάφερε τον Αμερικανικό φόβο για ελληνοτουρκικό πόλεμο και διάλυση του ΝΑΤΟ να τον μετατρέψει σε Ελληνικό φόβο, δηλ. φόβο του Καραμανλή και του Αβέρωφ, μέσω του τηλεφώνου. Στις συνομιλίες του με τον Κίσινγκερ, ο Καραμανλής περιοριζόταν σε διαμαρτυρίες και προτροπές του τύπου «πέστε τους [εννοεί του Τούρκους] να σταματήσουν», «θα ανατραπώ», «θα παραιτηθώ», «κινδυνεύει η καριέρα μου για το Κυπριακό». Μια πρόσφατη έγκυρη τεχνική μελέτη προσομοίωσης του Γιώργου Λαμπράκη που δημοσίευσε το περιοδικό Defence Line τον Ιούλιο του 2025 επαληθεύει πλήρως την ιστορική μας προσέγγιση εδώ.(Στον ίδιο τόμο, ιδιαίτερα στα καταγεγραμμένα πρακτικά της περιόδου 28 Ιουλίου – 15 Αυγούστου 1974).
Καταληκτικά, η Ελληνική Αεροπορία μπορούσε να επιχειρήσει στη Κύπρο με μεγάλα ποσοστά επιτυχίας κατά την πρώτη σύσκεψη της Γενεύης, κάτι που, επιπρόσθετα, θα εμψύχωνε την Εθνοφρουρά και την ΕΛΔΥΚ χωρίς να υπάρχει κίνδυνος διάρρηξης των γραμμών του ΝΑΤΟ. Ωστόσο, όσο πέρναγαν οι ημέρες, τόσο πιο ασύμφορη και επισφαλής γινόταν κάθε επιχείρηση στη Κύπρο. Ακόμα, είναι μύθος ότι η Εθνοφρουρά δεν ήταν αξιόμαχη. Τα πραγματικά εμπόδια ήταν η χουντοποίησή της, η γεωγραφική διασπορά της στους τ/κ θύλακες και η πτώση ηθικού της με την μη-παρέμβαση των Ελλαδικών όπλων. Η Εθνοφρουρά προέβαλε μεγάλη αντίσταση προκαλώντας σοβαρές απώλειες στον εχθρό στις 16 και 17 Αυγούστου στο Πυρόϊ και συμπτύχθηκε μόνο μετά από επίπονες εκκλήσεις του ΓΕΕΦ.

Κινδύνευε ελλαδικό έδαφος;
Υπάρχει ένα τελευταίο πολύ διαδεδομένο επιχείρημα που σχετίζεται με το ότι αν η Ελλάδα επιχειρούσε στην Κύπρο τότε κινδύνευαν νησί ή νησιά του Ανατολικού Αιγαίου και, ακόμα, η Δυτική Θράκη. ( Το επιχείρημα αυτό το προβάλει ο Στέλιος Περράκης στη κριτική παρουσίαση της μελέτης μου, Το μελάνωμα της Κύπρου, στη The Books’ Journal, τ.161, Φεβρουάριος 2025).
Το επιχείρημα δεν ισχύει. Είναι, ωστόσο, μέρος του οπλοστασίου του φοβικού συνδρόμου που έχει καλλιεργηθεί από τότε. Ουδέποτε επρόκειτο η Τουρκία να επιτεθεί στην Ελλάδα – τα μέλη του ΝΑΤΟ δεν πολεμούν μεταξύ τους. Ο Κίσιντζερ επέπληξε με δριμύτητα τον Βρετανό ΥΠΕΞ, Τζέϊμς Κάλαχαν, όταν αυτός ο τελευταίος υπαινίχθηκε ότι θα αντισταθεί της Τουρκικής επέλασης στη δεύτερη φάση της εισβολής διότι θα κινδύνευε η ακεραιότητα των Βρετανικών βάσεων. Ότι ίσχυε για την Ελλάδα ίσχυε και για την Τουρκία και για την Βρετανία. Το θέατρο των επιχειρήσεων ήταν η Κύπρος. Εκεί θα πολεμούσαν αλλά ο υπό διεκδίκηση «χώρος» ανήκε στους αδεσμεύτους, όχι στο ΝΑΤΟ. Η Τουρκία είχε σαφέστατες εντολές από τις ΗΠΑ να μην επιτεθεί κατά της Ελλάδος. Στις 25 Ιουλίου στο Τουρκικό κοινοβούλιο ο πρωθυπουργός, Μπουλέντ Ετσεβίτ, κάνει ξεκάθαρο ότι η Τουρκία ουδέποτε πρόκειται να επιτεθεί κατά της Ελλάδος, αλλά θα αμυνθεί εάν δεχτεί επίθεση. (Δες ιδιαίτερα, Vassilis K. Fouskas & William D.E. Mallinson, Cyprus 1974, ό.π., ειδικά κεφάλαια 11-14, όπου ερευνάται και συζητείται επισταμένα Αμερικανικό και Βρετανικό αρχειακό υλικό.)
Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα της μελέτης μας, Το μελάνωμα της Κύπρου (εκδ. Επίκεντρο, 2024), είναι ότι από τις 22 Ιουλίου οι ΗΠΑ είχαν ετοιμάσει αερομεταφερόμενη μεραρχία από τη Καλιφόρνια για μετάβαση στο θέατρο της Ανατολικής Μεσογείου προκειμένου να σταματήσει πιθανό ελληνοτουρκικό πόλεμο μαζί με βοήθεια μονάδων από τη Βιτσέντζα της Ιταλίας, αλλά και την Γερμανία. Συνεπώς, αν επιχειρούσε στρατιωτικά η Ελλάδα κατά την ψευτο-εκεχειρία αυτό δεν θα οδηγούσε σε γενικευμένη σύγκρουση και διάσπαση του ΝΑΤΟ, διότι, στη χειρότερη περίπτωση, οι ΗΠΑ με την παρεμβολή της μεραρχίας της θα σταματούσε τη κλιμάκωση αν πρωτίστως αδυνατούσε να σταματήσει τη Τουρκία με διπλωματικό καταναγκασμό (η καλύτερη περίπτωση).
Έτσι, δεύτερος Αττίλας δεν θα υπήρχε, περιορίζοντας την Τουρκία σ’ αυτό που, λίγο-πολύ, είχε προτείνει ο πρώην Αμερικανός ΥΠΕΞ, Ντην Άτσεσον, στη Γενεύη το καλοκαίρι του 1964. Τέλος, αν για κάτι είναι χρήσιμα τα αρχεία της ΚΥΠ/ΕΥΠ του Ιουλίου-Αυγούστου 1974 που δόθηκαν στη δημοσιότητα το Νοέμβριο του 2024 είναι ότι κάνουν ξεκάθαρο δύο πράγματα. Πρώτο, ότι ο Τουρκικός στρατός είχε αμυντική και όχι επιθετική διάταξη στον Έβρο και στα παράλια της Μικράς Ασίας. Δεύτερο, ότι υπήρχε στρατιωτικό συγκρότημα με δυνατότητα απόβασης μόνο στην περιοχή του Αδραμυτίου απέναντι από τη Λέσβο, αλλά αυτό ήταν μικρό για ένα μεγάλο νησί όπως η Λέσβος. Άρα, το πιο πιθανό είναι ότι θα προοριζόταν για την ενίσχυση της Ίμβρου και της Τενέδου από πιθανή Ελληνική επέμβαση εκεί. Τον Αύγουστο του 1974 η Τουρκία είχε στην Ίμβρο 1,000 πεζικάριους, 500 καταδρομείς, 24 άρματα και ένα αεροσκάφος ΕΠΑΡ. (Στο ίδιο, ειδικά τα δελτία της 6/7, 30(Β)/7 και 8/8.)

Οι ΗΠΑ ενώπιον των ευθυνών τους
Η Ελλάδα είχε την αντικειμενική δυνατότητα να επέμβει στο θέατρο της κυπριακής κρίσης κατά την περίοδο της εκεχειρίας, ειδικά με την αποστολή των Φάντομ, η οποία θα συνοδευόταν με μερική αποχώρηση από το ΝΑΤΟ μονάδων της στρατιάς του Έβρου, η οποία ήταν υπό την διοίκηση του φιλο-Καραμανλικού στρατηγού, Ιωάννη Ντάβος. Θα μπορούσε, επίσης, ν’ ανοίξει κυρίαρχα και υπεύθυνα κανάλι επικοινωνίας με Βουλγαρία για στρατιωτικό συντονισμό. Αυτές οι ενέργειες θα ήταν καίριες για την αποτροπή της κλιμάκωσης της κρίσης και θα έφερνε τις ΗΠΑ προ των συμμαχικών ευθυνών τους. Διάρρηξη των γραμμών του ΝΑΤΟ δεν θα συνέβαινε, διότι στη χειρότερη περίπτωση εμπλοκής Ελλαδικών και Τουρκικών δυνάμεων στη Κύπρο με κίνδυνο κλιμάκωσης ο Κίσινγκερ είτε θα σταματούσε τη Τουρκία με διπλωματικό καταναγκασμό είτε, στη χειρότερη περίπτωση, με την ανάπτυξη της αμερικανικής μεραρχίας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η ολιγωρία και ατολμία της κυβέρνησης «εθνικής ενότητας» ήταν καταστροφική. Έτσι, οι Καραμανλής-Αβέρωφ λειτούργησαν περισσότερο ως ΝΑΤΟϊκοί ηγέτες στην υπηρεσία των πρωτείων των συμφερόντων της Τουρκίας μέσα στην ΝΑ πτέρυγα του ΝΑΤΟ, παρά ως Έλληνες ηγέτες στην υπηρεσία των Ελληνικών συμφερόντων στο σύνολό τους.

Στις 15 Αυγούστου του 1974, 22:00 το βράδυ, ο Καραμανλής θα πει στο περίφημο διάγγελμά του, επί λέξει:
«Η ένοπλος αντιμετώπιση της Τουρκίας εις Κύπρον καθίσταται αδύνατος και λόγω απόστασης και λόγω των γνωστών τετελεσμένων γεγονότων. Και δεν ήτο δυνατόν να επιχειρηθεί χωρίς τον κίνδυνο εξασθενίσεως της αμύνης αυτής ταύτης της Ελλάδος.»
Μεγάλο λάθος για ένα πολιτικό της πείρας του Καραμανλή να λέει δημόσια ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να παρέμβει στη Κύπρο τη στιγμή που 318 ΕΛΔΥκάριοι έδιναν μάχη για την τιμή των Ελληνικών όπλων. Η ΕΛΔΥΚ αντιστάθηκε επιτυχώς υπέρτερων Τουρκικών δυνάμεων στρατού – δύναμης 2,500 ανδρών με στήριξη Μ47-48 τανκς και τμήματα της ΤΟΥΡΔΥΚ – και αεροπορίας για δυόμιση ημέρες. Συμπτήχθηκε στις 14:30 το απόγευμα της 16ης Αυγούστου και όταν η Τουρκία είχε σιγουρευτεί ότι η Ελλάδα δεν θα παρέμβει στη Κύπρο. Η ελευθερία της Λευκωσίας και του ελεύθερου μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας σήμερα οφείλεται στην αυτοθυσία της ΕΛΔΥΚ, στο 1ο λόχο του 211 ΤΠ της Εθνοφρουράς και στο 336 τάγμα επιστράτων του στρατηγού Δημήτρη Αλευρομάγειρου. Όχι στην κυβέρνηση της «εθνικής ενότητας» των Καραμανλή-Αβέρωφ-χούντας.
Για όλους αυτούς του λόγους, που τα επίσημα κόμματα της μεταπολίτευσης στην Ελλάδα, και όχι μόνο, σήμερα αγνοούν, η 24η Ιουλίου δεν πρέπει να εορτάζεται ως ημέρα της Δημοκρατίας. «Γεννήθηκα 4 μέρες μετά την πτώση της δικτατορίας στην Ελλάδα, στις 28 Ιουλίου του 1974», έγραψε με καμάρι ο Αλέξης Τσίπρας. Ουδείς από τους συμβούλους του, μεταξύ των οποίων υπάρχουν και κάποιοι αξιόλογοι ιστορικοί και πολιτικοί επιστήμονες, δεν του είπε τι γινόταν τότε και ότι καμία «πτώση» της δικτατορίας δεν συνέβη.
*Καθηγητής διεθνών σχέσεων στο Πανεπιστήμιο του Ανατολικού Λονδίνου και συγγραφέας, Το Μελάνωμα της Κύπρου (Επίκεντρο, 2024).