Μια επικίνδυνη και εκτεταμένη πρακτική λαμβάνει ανησυχητικές διαστάσεις στην κυπριακή ύπαιθρο. Σήμερα, αρκετοί κυνηγοί τοποθετούν αυθαίρετα τροφή και ποτίστρες σχεδόν παντού, με σκοπό την προσέλκυση και συγκέντρωση θηραμάτων, κυρίως φάσσας, ενόψει της κυνηγετικής περιόδου.
Αυτή η πρακτική, αν και συχνά παρουσιάζεται ως «διευκόλυνση» ή «φροντίδα», συνιστά μια βίαιη ανθρωπογενή παρέμβαση που μετατρέπεται σε υγειονομική βόμβα για την άγρια ζωή.
Η θεμελιώδης αρχή του παραδοσιακού κυνηγίου βασίζεται στην ίση ευκαιρία και στην αναμέτρηση του κυνηγού με τα άγρια ένστικτα του θηράματος στο φυσικό του περιβάλλον. Η δημιουργία μόνιμων σταθμών τροφής καταργεί αυτή την ισορροπία, καθώς προκαλεί μια τεχνητή εξάρτηση. Το θήραμα εξημερώνεται, η αναζήτηση καταργείται και το κυνήγι μετατρέπεται σε μια προσχεδιασμένη, ανήθικη παγίδευση που αμαυρώνει την εικόνα ολόκληρης της κυνηγετικής κοινότητας.
Από βιολογικής και επιδημιολογικής άποψης, οι τεχνητές ταΐστρες λειτουργούν ως επικίνδυνες οικολογικές παγίδες. Στη φύση τα ζώα διασπείρονται για τροφή, περιορίζοντας τις επαφές. Στις ταΐστρες και τις ποτίστρες συνωστίζονται μαζικά στο ίδιο σημείο είδη με διαφορετικές βιολογικές ανάγκες, όπως πτηνά, τρωκτικά, μηρυκαστικά.
Η ανάμειξη κοπράνων και εκκρίσεων με την τροφή διευκολύνει την οριζόντια και διασταυρούμενη μετάδοση σοβαρών παθογόνων και παρασίτων ανάμεσα σε πτηνά και θηλαστικά.
Πέραν των μολυσματικών ασθενειών, οι ίδιες οι τροφές που χρησιμοποιούνται στα παράνομα ταΐσματα εγκυμονούν τοξικολογικούς κινδύνους. Τα σιτηρά χαμηλού κόστους, εκτεθειμένα στις υψηλές θερμοκρασίες και την υγρασία του καλοκαιριού, αναπτύσσουν επικίνδυνες μυκοτοξίνες με κυριότερες τις αφλατοξίνες, οι οποίες είναι καρκινογόνες και εξαιρετικά ηπατοτοξικές.
Για τα μηρυκαστικά, όπως το κυπριακό αγρινό, η απότομη κατανάλωση τροφών, πλούσιων σε υδατάνθρακες, όπως το σιτάρι και το καλαμπόκι, προκαλεί οξέωση του στομάχου, καταστρέφοντας τη μικροχλωρίδα του πεπτικού συστήματος, εξέλιξη που αποβαίνει σχεδόν πάντα θανατηφόρος.
Η εξασφαλισμένη τροφή κάνει τα ζώα να χάνουν τα άγρια ένστικτά τους και την επιφυλακτικότητά τους απέναντι στον άνθρωπο. Ταυτόχρονα, η σταθερή συγκέντρωση θηραμάτων προσελκύει φυσικούς θηρευτές, όπως οι αλεπούδες, αλλά και λαθροθήρες, οι οποίοι στήνουν καρτέρι στους σταθμούς αυτούς αυξάνοντας τη θηρευτική πίεση.