Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Γεννήθηκε με ένα μάτι, κρίθηκε ως ανάπηρη και λάμβανε δημόσιο βοήθημα και στη συνέχεια επίδομα ΕΕΕ. Το 2016 της ζήτησαν να επαναξιολογηθεί και πιστοποιήθηκε ως «μέτρια ψυχική» και «μέτρια άλλη σωματική αναπηρία», με αποτέλεσμα να της αποκόψουν το επίδομα.

Η νεαρή μέσω των γονέων της προσέφυγε στο Διοικητικό Δικαστήριο το οποίο ακύρωσε την απόφαση να της αποκόψουν το επίδομα επειδή της απέστειλαν ασαφή απάντηση για το δικαιολογητικό «ειδικά ενώ αυτή είχε διαγνωστεί με αναπηρία».

Όπως αναφέρεται στην απόφαση Δικαστηρίου, η αιτήτρια γεννήθηκε την 05/03/2007 και κατά τους πρώτους μήνες της ζωής της διαγνώστηκε με σοβαρό οφθαλμολογικό πρόβλημα υγείας, αφού ουσιαστικά εκ γενετής είχε γεννηθεί με ένα οφθαλμό. Προς αντιμετώπιση του προβλήματος, μερικούς μόλις μήνες μετά τη γέννηση της, η πολιτεία απέστειλε την αιτήτρια στο Λονδίνο καλύπτοντας τα νοσοκομειακά έξοδα θεραπείας, ενώ στη συνέχεια μετέβη αρκετές φορές στο εξωτερικό για τον ίδιο σκοπό.

 Η αιτήτρια, ως άτομο με αναπηρία, είχε εγκριθεί από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας με βάση τις διατάξεις των περί Δημοσίων Βοηθημάτων και Υπηρεσιών Νόμων και λάμβανε Δημόσιο Βοήθημα περί των €ΧΧΧ μηνιαίως. Η παροχή του βοηθήματος αναστάλθηκε, μετά τη ψήφιση της νομοθεσίας για παροχή ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος και δόθηκαν οδηγίες προς τους γονείς της ανήλικης να υποβάλουν αίτηση στην Υπηρεσία Διαχείρισης Επιδομάτων Πρόνοιας (Υ.Δ.Ε.Π) για παροχή ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος (Ε.Ε.Ε.).

Δεδομένου ότι είχε ήδη εγκριθεί ως ανήλικη λήπτρια δημοσίου βοηθήματος ως ανάπηρο άτομο, η αιτήτρια υπέβαλε στις 29/08/2014 αίτηση στην Υπηρεσία Διαχείρισης Επιδομάτων Πρόνοιας (Υ.Δ.Ε.Π) για Ε.Ε.Ε., με βάση τις διατάξεις του περί Δημόσιων Βοηθημάτων και Υπηρεσιών Νόμου επισυνάπτοντας και διάφορα άλλα παραστατικά. Με βάση τα στοιχεία που προσκομίστηκαν στην αίτηση, η Υπηρεσία Διαχείρισης Επιδομάτων Πρόνοιας (Υ.Δ.Ε.Π) προχώρησε σε έγκριση της εν λόγω αίτησης.

Δύο χρόνια μεταγενέστερα, η αρμόδια υπηρεσία διαχείρισης επιδομάτων με επιστολή ημ. 20/10/2016 γνωστοποίησε προς τους κηδεμόνες της ανήλικης ότι, πρέπει η αναφερόμενη αναπηρία να πιστοποιηθεί από το σύστημα αξιολόγησης της αναπηρίας και κατ’ επέκταση, έπρεπε να αποταθούν στη Τμήμα Κοινωνικής Ενσωμάτωσης Ατόμων με Αναπηρίες του Υπουργείου Εργασίας (ΤΚΕΑΑ), υποβάλλοντας τα σχετικά έγγραφα. Στα πλαίσια εξέτασης της αίτησης στις 9/12/2016 υποβλήθηκε αναφορά του θεράποντος ιατρού της ανήλικης προς το Κέντρο Αξιολόγησης Αναπηρίας του Υπουργείου Εργασίας.

Κατά τον Μάρτιο του 2020 τερματίστηκε και η παροχή του ΕΕΕ προς την ανήλικη η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν λαμβάνει οποιοδήποτε επίδομα. Ως αιτιολογία για την απόρριψη της αίτησης της, από τις διαφορετικές τυποποιημένες αιτιολογίες που καταγράφονται στην επιστολή, σημειώνεται με ένδειξη «ν» η επιλογή, «Είστε άγαμο πρόσωπο ηλικίας κάτω των είκοσι οκτώ ετών και δεν είστε μόνος γονέας, άτομο με αναπηρία, ορφανό πρόσωπο ή πρόσωπο που κατά το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας σας τελούσατε υπό την φροντίδα του Διευθυντή Υπηρεσιών Κοινωνική Ευημερίας».

Το Διοικητικό Δικαστήριο έκρινε ότι μια δυσμενής πράξη πρέπει να περιέχει όσο το δυνατόν πιο σαφές, συγκεκριμένο και εμπεριστατωμένο σκεπτικό που να εξηγεί γιατί η κατάληξη της Διοίκησης ήταν αρνητική στο σχετικό αίτημα, πολύ περισσότερο όταν η αιτήτρια είχε κριθεί στο παρελθόν ως ανάπηρη λόγω των εκ γενετής οφθαλμολογικών της προβλημάτων. «Υπό τις περιστάσεις, κρίνεται αδύνατο από το παρόν Δικαστήριο να διαπιστώσει την ορθότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενής απόφασης και πιο συγκεκριμένα γιατί η αναπηρία της αιτήτριας, πιστοποιήθηκε ως «μέτρια ψυχική» και «μέτρια άλλη σωματική αναπηρία», και στη συνέχεια ως μη εμπίπτουσα στον ορισμό των ατόμων με αναπηρία για σκοπούς παροχής ΕΕΕ, όπως ακόμα με πιο τρόπο το αρμόδιο όργανο εξέτασε και κατέληξε ότι αυτή δεν ενέπιπτε στις πρόνοιες των εδαφίων (στ) και (ζ) του άρθρου 4(2) ως προβάλλεται στη προσβαλλόμενη πράξη».

Κατά συνέπεια τούτου, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν μπορεί να διακριβωθεί κατά πόσο η προσβαλλόμενη πράξη λήφθηκε με βάση το ορθό πραγματικό και νομικό υπόβαθρο. Κατέληξε επίσης ότι η αιτιολογία της επίδικης απόφασης πάσχει ως ελλιπής και αόριστη, σε κάθε δε περίπτωση, είναι ανεπαρκής, γι’ αυτό και ακύρωσε την απόρριψη της αίτησής της.