Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΌταν οι στροφές ανέβαιναν, κρατούσε με δεξιοτεχνία το τιμόνι, πίεζε τους αντιπάλους και έκανε υπομονή, όταν οι συνθήκες το απαιτούσαν. Ο Ντίμης Μαυρόπουλος έζησε με την ταχύτητα, τον ανταγωνισμό και την αδρεναλίνη, αφήνοντας το δικό του στίγμα στο κυπριακό ράλι. Με αφορμή τον θάνατό του στη θάλασσα το περασμένο Σάββατο, ανατρέχουμε στη συνέντευξή του στον «Φ», από τον Αύγουστο του 2012, και σε όσα είχε μοιραστεί τότε μαζί μας για τις ειδικές διαδρομές της ζωής του.
Είχε μπει φουριόζος στο γραφείο που διατηρούσε στο σπίτι του στη Λεμεσό, με μισή ώρα καθυστέρηση. Ένα δωμάτιο ασφυκτικά γεμάτο με βραβεία, μετάλλια, κύπελλα. «Δεν τα έχω μετρήσει. Είναι αυτά που βλέπεις και άλλα τόσα. Νόμιζα πως θα χωρούσαν όλα εδώ, δεν χώρεσαν όμως και τα φυλάω στην αποθήκη», μου είχε πει. Στους τοίχους και στα ράφια, η ιστορία του. Οι αγώνες, τα αυτοκίνητα και φωτογραφίες από τα άρματα του Λεμεσιανού Καρναβαλιού.
Ένας βέρος Λεμεσιανός, με ταμπεραμέντο, αστείρευτη ενέργεια, πάθος για τους τέσσερις τροχούς, αλλά και για τη θάλασσα. Μια σχέση βαθιά, σχεδόν αντιφατική, αφού την αγαπούσε όσο και τη φοβόταν. «Πάντα είχα μια ιδιαίτερη σχέση με τη θάλασσα. Την αγαπώ, την απολαμβάνω και τη φοβάμαι. Γι’ αυτό και είμαι πάντα έτοιμος να την αντιμετωπίσω», μου είχε πει τότε. Λόγια που σήμερα αποκτούν μια οδυνηρή διάσταση… «Πάμε να σου δείξω τα αυτοκίνητα στο υπόγειο»! Μια αριστοκρατική Bentley, αυτοκίνητα-άμαξες και μοναδικές, κατά παραγγελία αντίκες, που τότε ονειρευόταν να τις στεγάσει όλες μαζί σε ένα μουσείο. Ένα όραμα που τελικά πραγματοποίησε το 2014. Εκεί, ανάμεσα στα αυτοκίνητα, άρχισε να μου ξετυλίγει τη δική του ιστορία: Από τα παιδικά του χρόνια, όταν ο πατέρας του παρακαλούσε τον αρχηγό της Αστυνομίας να τον κλειδώσει στο κελί, και την εφηβεία του, όταν συμμετείχε στους πρώτους αγώνες δεξιοτεχνίας με ψεύτικη άδεια, μέχρι τα χρόνια των μεγάλων αγώνων, των επιδόσεων που τρέλαναν τα χρονόμετρα και των ρεκόρ που άφησαν εποχή.
Κράτησα για πρώτη φορά τιμόνι όταν ήμουν τριών χρονών. Ήταν ένα στρογγυλό αυτοκινητάκι με κάθισμα, πέταλα και τέσσερις τροχούς. Το αγαπημένο μου παιχνίδι! Με μάγευαν τα αμάξια, οι μηχανές, ο θόρυβός τους, οι νέες εφευρέσεις των κατασκευαστών. Υπήρχαν μέρες που δεν πήγαινα σχολείο, για να κάθομαι με τις ώρες και να παρακολουθώ τα τρακτέρ. Οι γονείς μου ήξεραν από τότε πως αυτό το πάθος θα με καθόριζε.

Τα αυτοκίνητα τότε δεν είχαν καμία σχέση με τα σημερινά. Ήταν βαριά, αργοκίνητα, έπιαναν χαμηλές ταχύτητες, κατανάλωναν πολλή βενζίνη και όλα γίνονταν μηχανικά με μοχλούς και σύρματα. Τα Fiat ήταν για την εργατική τάξη, τα Hamper για την υψηλή και τα Hillman για τους μεσαίους. Όλα έχουν αλλάξει σήμερα. Οδήγησα χθες ένα αμάξι, που με το πάτημα ενός κουμπιού πάρκαρε μόνο του. Και το έκανε καλύτερα απ’ ό,τι θα το έκανα εγώ! Και αναρωτήθηκα, πού θα σταματήσει όλο αυτό;
Από έξι χρονών οδηγούσα τρακτέρ, καλλιεργώντας το αγρόκτημά μας. Όχι τόσο για τα χρήματα, αλλά επειδή απολάμβανα το οδήγημα του Caterpillar. Δεν μπορούσα, φυσικά, ούτε σε δημόσιο δρόμο να οδηγήσω ούτε να το ξεκινήσω. Μου το έπαιρναν στο χωράφι, μου το ετοίμαζαν και τότε αναλάμβανα δράση. Μου έφτιαχνε η μαμά μου φαγητό, θυμάμαι, και μου το έβαζε στο καλαθάκι για να το πάρω μαζί μου.
Λίγο αργότερα, άρχισα να κλέβω το αυτοκίνητο του πατέρα μου. Κάθε βράδυ, μόλις τον έπαιρνε ο ύπνος και αφότου τον σκουντούσα, για να βεβαιωθώ πως κοιμάται, έτρεχα στο αυτοκίνητο. Το ξεκινούσα χωρίς το κλειδί, μόνο με ένα κομμάτι σύρμα. Μετρούσα πού ακριβώς βρίσκονταν οι τροχοί, έβαζα σημάδι με μια κιμωλία, γύριζα όλο το βράδυ και το επέστρεφα ακριβώς εκεί που βρισκόταν. Και αναρωτιόταν κάθε πρωί, «Μα πού πήγε η βενζίνη;».

Σε ηλικία οκτώ χρονών με τσάκωσε η αστυνομία. Με κυνηγούσαν για τέσσερις ολόκληρες ώρες, μέχρι που μπήκα σε ένα αδιέξοδο. Με έπιασαν, με πήραν στο τμήμα και μου έβαλαν και χειροπέδες. Τηλεφώνησαν στον πατέρα μου και αυτός τους είπε «Κλείστε τον μέσα να ησυχάσουμε». Πήρε τηλέφωνο τον γενικό αρχηγό αστυνομίας και τον παρακάλεσε να κάνουν ό,τι μπορούν, για να με τρομάξουν. Δεν μπορούσαν, βέβαια, να με βάλουν φυλακή, αλλά με έκλεισαν για λίγο στο κελί, μου έβγαλαν φωτογραφίες με ένα νούμερο και μου είπαν πως θα με έστελναν στο αναμορφωτήριο. Με τρόμαξαν, αλλά η επίδραση δεν κράτησε και πολύ…
Στα 15 μου έλαβα μέρος για πρώτη φορά σε αγώνες. Ήταν οι αγώνες δεξιοτεχνίας που διοργάνωναν οι Αγγλικές Βάσεις και συμμετείχα με την άδεια οδήγησης της αδελφής μου. Της την έκλεβα, έβγαζα τη φωτογραφία της και έβαζα στη θέση της μια δική μου, που ήταν σταμπαρισμένη στο ίδιο σημείο. Ακολούθησαν οι αγώνες ράλι, που έπαιρνα μέρος με το αυτοκίνητο της μητέρας μου. Δεν είχαμε τηλέφωνα τότε, μόνο ασυρμάτους, με τους οποίους επικοινωνούσαμε με το συνεργείο που συνεργαζόμασταν στους αγώνες. Η μητέρα μου τηλεφωνούσε στο συνεργείο, για να μάθει αν είμαστε καλά, αν είχαμε κάποιο ατύχημα και επιστρέφοντας, την έβλεπα πάντα στο παράθυρο να με περιμένει με αγωνία…
Όταν ολοκλήρωσα τη στρατιωτική μου θητεία, πήγα στο Λονδίνο. Αγόρασα ένα Ford Cortina και άρχισα να αγωνίζομαι στην αρχή ερασιτεχνικά και στη συνέχεια επαγγελματικά. Έτρεχα κάθε Σαββατοκύριακο και γύρισα όλη την Ευρώπη: Rally Cross και Grand Prix Αγγλίας, Ράλι Ακρόπολης, κυπριακά ράλι και ευρωπαϊκά, με χορηγούς τη Rothmans, την Castrol, την Mobil, τη Shell και τη Cyprus Airways. Προτιμούσα πάντα να είμαι στη δεύτερη εργοστασιακή ομάδα, γιατί οι υποχρεώσεις μου στην οικογενειακή μας επιχείρηση δεν μου επέτρεπαν να είμαι στην πρώτη.
Κατέχω ακόμη ροκόρ που κάνείς άλλος δεν έχει μέχρι τώρα στην Κύπρο. Εφτά νίκες, σε εφτά συνεχείς αγώνες του πρωταθλήματος. Ανάμεσά τους και δύο διεθνείς, το ράλι Rothmans και ο Γύρος της Κύπρου. Κέρδισα δύο πρωταθλήματα Rally Cross και το πρωτάθλημα BT RDA της Μεγάλης Βρετανίας και τη δεύτερη θέση στο ευρωπαϊκό πρωτάθλημα.
Δεν ήμουν ο πιο γρήγορος οδηγός. Κέρδιζα γιατί ήξερα πού να πιέσω και πού να σταματήσω. Εκεί, όμως, που έλεγα «Θα σας πάρω πίσω ό,τι μου πήρατε», οι αντίπαλοι παραδίδονταν.

Πάντα υποστήριζα πως το μισό ράλι το κερδίζεις στο γκαράζ. Δεν είσαι άτυχος αν σου κοπεί το λάστιχο της βενζίνης ή αν χάσεις τα φρένα σου. Αυτό σημαίνει πως δεν έχεις προετοιμαστεί σωστά. Κάθε επιτυχημένος οδηγός, την ώρα που χτίζεται το αυτοκίνητο είναι πάντα παρών και το παρακολουθεί. Δένεται με το αυτοκίνητο και νιώθει πως γεννιέται ένα μωρό, που το μεγαλώνει και το ετοιμάζει για τον αγώνα της ζωής. Δεν μπορείς να είσαι για παράδειγμα στη Νέα Υόρκη, να χτίζεται το αυτοκίνητό σου στη Σαουδική Αραβία και εσύ να αγωνίζεσαι στην Κύπρο.
Ένα από τα καλύτερα αυτοκίνητα που οδήγησα ήταν το Audi Quattro SI. Το είχα για 14 χρόνια και άφησε εποχή παγκοσμίως. Δυστυχώς, σχεδόν όλα τα αυτοκίνητα με τα οποία αγωνίστηκα, βρίσκονται σε μουσεία της Ευρώπης, σε Φινλανδία, Γερμανία, Μεγάλη Βρετανία και άλλες χώρες. Όποτε ήθελα να αναβαθμιστώ, τα πουλούσα για να πάρω πιο εξελιγμένο μοντέλο. Στο μουσείο της Audi έχω δύο από τα αυτοκίνητά μου, στα οποία αναγράφεται το όνομά μου. Τα νιώθω σαν παιδιά μου κι ας μην είναι πια δικά μου…
Πάντα είχα μια ιδιαίτερη σχέση με τη θάλασσα. Την αγαπώ, την απολαμβάνω και τη φοβάμαι. Γι’ αυτό και είμαι πάντα έτοιμος να την αντιμετωπίσω. Γι’ αυτό, εκτός από την οικογενειακή δουλειά με εξαγωγές φρούτων, δημιούργησα τη δική μου επιχείρηση με βάρκες, φουσκωτά και εξωλέμβιες.
Είμαι πατέρας τεσσάρων θυγατέρων, της Στέφανης, τη Σύλβιας, της Σαμάνθας και της Αγγέλας, οι οποίες είναι όλη μου η ζωή. Η κάθε μία έχει ξεχωριστό, δικό της χαρακτήρα και τις καμαρώνω καθημερινά! Πάντα ήθελα ένα γιο. Αν πω πως δεν απογοητεύτηκα όταν έκανα και τη δεύτερη φορά και την τρίτη και τέλος την τέταρτη φορά κόρη, ψέματα θα είναι. Οι μεγάλες μου κόρες δεν είναι πολύ του αυτοκινήτου, έχουν κληρονομήσει την καλλιτεχνική φλέβα της μητέρας τους. Η μικρή μου η κόρη, όμως, είναι «Ο γιος». Της αρέσει πολύ η θάλασσα και τα αυτοκίνητα. Στα ράλι αντίκας είναι η συνοδηγός μου.
Το κυπριακό ράλι, όταν αγωνιζόμουν, ήταν ένας μαραθώνιος! Απαιτούσε τεράστια αντοχή, μερόνυχτα αϋπνίας και συνεχούς οδήγησης. Ξεκινούσαμε Παρασκευή και τελειώναμε την επόμενη μέρα. Όταν βγαίναμε από το αυτοκίνητο, χρειαζόμασταν βοήθεια για να περπατήσουμε. Τώρα άλλαξαν τα δεδομένα. Όλα ένα θέατρο, ένα road show. Θέαμα παρά αγώνας…
Στη συλλογή μου συμπεριλαμβάνονται και ιστορικά αυτοκίνητα: Ένα από τα Rover που χρησιμοποιούσε η Margaret Thatcher, μια Mercedes του πρωτοπόρου κοντράκτορα της Κύπρου, Γιώργου Ζαχαριάδη και ένα από τα Mini, που είχαν χρησιμοποιηθεί στη δημοφιλή τηλεοπτική σειρά «Mr Bean».
Το τελευταίο μου απόκτημα είναι μια Ford του 1912. Το παλαιότερο αυτοκίνητο που βρίσκεται στην Κύπρο σήμερα. Μοιάζει με άμαξα που αντί για άλογο έχει μηχανή και τα φανάρια του είναι με ασετιλίνη- τα ανάβεις σαν κεριά και φέγγουν. Είναι ένα όμορφο κομμάτι της εποχής, που σου δείχνει πώς ήταν ο κόσμος τότε.

Στη συλλογή μου ξεχωριστή θέση έχει η αλεξίσφαιρη Cadillac Deville. Αυτήν που είχε δωρίσει η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής στον Εθνάρχη Μακάριο. Ο οποίος, όμως, δεν πρόλαβε να την χρησιμοποιήσει, αφού πέθανε λίγους μήνες πριν από την παραλαβή. Το αυτοκίνητο ζυγίζει τέσσερις τόνους, έχει δύο air conditions και τα παράθυρα δεν ανοίγουν. Είναι το πρώτο αλεξίσφαιρο αυτοκίνητο που ήρθε στην Κύπρο, αντιβομβιστικό, με φίλτρα που καθαρίζουν τον αέρα που μπαίνει μέσα.
«Ποιο αγαπάς πιο πολύ από τα αυτοκίνητά σου;» με ρωτούν συχνά. Είναι όμως σαν να πρέπει να ξεχωρίσω κάποιο από τα παιδιά μου. Όταν οδηγώ κάποιο αυτοκίνητο, εκείνη την ώρα το αγαπώ και το αισθάνομαι. Όταν πιάσω κάποιο άλλο, το αγαπώ εκείνο. Λένε ότι τα αυτοκίνητα είναι άψυχα. Ναι, είναι άψυχα, αλλά όταν τα οδηγείς, αποκτούν ψυχή.