Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Η δημόσια αντιπαράθεση της Νομικής Υπηρεσίας με την Ανεξάρτητη Αρχή κατά της Διαφθοράς αυτό που αποκάλυψε, εκ του αποτελέσματος και επί της ουσίας, είναι την έλλειψη επικοινωνίας και την αδυναμία συνεννόησης σε βασικά ζητήματα ανάμεσα σε δύο κορυφαίους θεσμούς της Δημοκρατίας.

Χρειάστηκαν τέσσερις συνολικά ανακοινώσεις από τις δύο πλευρές για να καταλήξουμε τελικά σε ένα συμπέρασμα που υπό κανονικές συνθήκες θα έπρεπε να είχαν ξεκαθαρίσει μεταξύ τους προ πολλού, πίσω από τα φώτα της δημοσιότητας. Ότι το ζήτημα ασυμβιβάστου του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα στην υπόθεση με το μαύρο βαν δεν έχει μέχρι στιγμής τύχει διερεύνησης από κανένα. Πώς άλλωστε θα μπορούσε να είχε διερευνηθεί, από τη στιγμή που οι αναφορές σε ασυμβίβαστο του Σάββα Αγγελίδη έγιναν μετά την παράδοση του πορίσματος από τον ανεξάρτητο ποινικό ανακριτή, Ηλία Στεφάνου;

Πλέον, μετά το ξεκαθάρισμα, η Αρχή φαίνεται να προτίθεται να ανοίξει εκ νέου το κεφάλαιο του μαύρου βαν. Σε ότι αφορά τον Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα, από τη στιγμή που δεν έγινε διερεύνηση, η Νομική Υπηρεσία, και να ήθελε, δεν έχει την αρμοδιότητα να φέρει ένσταση σε μια νέα διαδικασία επί του συγκεκριμένου. Η εμπλοκή της σε αυτό το στάδιο, περιορίζεται στην απάντηση των ερωτημάτων που θα θέσει επίσημα ενώπιον της η Αρχή κατά της Διαφθοράς.

Το κρίσιμο σημείο πλέον, είναι αν ο Γενικός Εισαγγελέας θα φέρει ή όχι ένσταση στην περίπτωση που η Αρχή επιδιώξει να εξετάσει και πτυχές που έχουν ήδη ερευνηθεί προηγουμένως. Αυτό είναι που θα πρέπει να ξεκαθαρίσει, στη βάση του άρθρου 10 του περί της Σύστασης και Λειτουργίας της Ανεξάρτητης Αρχής κατά της Διαφθοράς Νόμου.

Η πρώτη ανακοίνωση της Αρχής

Η υπόθεση επανήλθε στο προσκήνιο όταν στις 14 Σεπτεμβρίου η Αρχή κατά της Διαφθοράς ανακοίνωσε ότι θα τερμάτιζε την έρευνα που σχεδίαζε για την υπόθεση του μαύρου βαν, δίνοντας τη δική της εκδοχή για τα γεγονότα με χρονολογική σειρά.

Το ζήτημα τέθηκε ενώπιον της από καταγγελία της Ελεγκτικής Υπηρεσίας το 2023, όταν στη θέση του Γενικού Ελεγκτή ήταν ο Οδυσσέας Μιχαηλίδης. Στην ανακοίνωση, η Αρχή ανέφερε ότι λόγω συνεχών εξελίξεων επί του θέματος τόσο στην Κύπρο όσο και στην Ελλάδα αλλά και ενώπιον Ευρωπαϊκών Θεσμών, παρακολουθούσε τις εξελίξεις. Ανάμεσα σε αυτές και το βιβλίο του συναδέλφου, Φάνη Μακρίδη, με τίτλο «Κύπρος: Ο ομφαλός των παρακολουθήσεων», στο οποίο γίνεται αναφορά για δύο περιπτώσεις που ενδεχομένως να τίθεται ζήτημα ασυμβιβάστου για τον Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα.

Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, η Αρχή αποφάσισε να επεκτείνει αυτεπάγγελτα το πεδίο της έρευνας σε όλα ανεξαιρέτως τα περιστατικά που αφορούσαν το θέμα του μαύρου βαν. Σύμφωνα με την πρώτη ανακοίνωση της Αρχής στις 14 Σεπτεμβρίου, συμφωνήθηκε με τη Νομική Υπηρεσία ότι θα γνωστοποιούσε την πρόθεσή της προς τον Γενικό Εισαγγελέα, ούτως ώστε να αποφευχθεί η παράλληλη διεξαγωγή ερευνών.

Ακολούθησε ανταλλαγή επιστολών και μία μακρά συνάντηση στα γραφεία της Νομικής Υπηρεσίας στις 29 Ιουλίου. Το τελικό αποτέλεσμα, όπως ανακοίνωσε η Αρχή, ήταν η ενημέρωση από πλευράς της Νομικής Υπηρεσίας ότι όλα όσα η Αρχή επιθυμούσε να ερευνήσει είχαν ήδη διερευνηθεί στο παρελθόν. Η ενημέρωση της Νομικής Υπηρεσίας έγινε μέσω διαβαθμισμένης επιστολής η οποία στάλθηκε την επόμενη ημέρα της συνάντησης και, σύμφωνα με τον Γενικό Εισαγγελέα, απαντούσε σε όλα τα ερωτήματα τα οποία τέθηκαν επίσημα σε διαβαθμισμένη επιστολή της Αρχής στις 16 Ιουλίου.

Το αλαλούμ στη συνέχεια

Η Αρχή, στη βάση αυτής της ενημέρωσης, έλαβε την απόφαση για τερματισμό της έρευνας και την ανακοίνωσε. Μερικές ώρες μετά, ο Γιώργος Σαββίδης προέβη σε διευκρινίσεις, υποστηρίζοντας ότι στη διαβαθμισμένη επιστολή της 16ης Ιουλίου η Αρχή ενημέρωσε τον Γενικό Εισαγγελέα για την πρόθεσή της για διεξαγωγή έρευνας σε σχέση με πολύ συγκεκριμένες πτυχές της υπόθεσης του «μαύρου βαν», οι οποίες αναγράφονταν λεπτομερώς στην εν λόγω επιστολή και δεν αφορούσαν στον χειρισμό της υπόθεσης από τη Νομική Υπηρεσία. Η απάντηση που δόθηκε σε εκείνη την επιστολή, κατά τον Γενικό Εισαγγελέα, ήταν πως όλες οι πτυχές που του είχαν διαβιβαστεί είχαν διερευνηθεί ξανά.

Η Αρχή απάντησε στον Γιώργο Σαββίδη υποστηρίζοντας ότι από τη συνάντηση της 29ης Ιουλίου είχε καταστεί σαφές πως η διευρυμένη έρευνα θα κάλυπτε και ενδεχόμενη σύγκρουση συμφέροντος του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα. Σύμφωνα με την Αρχή, ο Σάββας Αγγελίδης φέρεται να αποχώρησε από τη συνάντηση όταν έγινε σαφές ότι το συγκεκριμένο ζήτημα τον αφορούσε προσωπικά.

Στη δεύτερη δική του ανακοίνωση, ο Γενικός Εισαγγελέας επέμεινε στη θέση του τονίζοντας ότι οι όροι εντολής που θα έδινε η Αρχή προς τους προτεινόμενους ερευνητές, οι οποίοι τέθηκαν ενώπιον του λεπτομερώς μέσω σχετικής επιστολής στις 16 Ιουλίου, δεν περιλάμβαναν καμία αναφορά στον τρόπο χειρισμού της υπόθεσης από τη Νομική Υπηρεσία ή σε οποιαδήποτε έρευνα εναντίον του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα. Κάλεσε μάλιστα την Αρχή κατά της Διαφθοράς, αν εμμένει στη θέση της, να αποχαρακτηρίσει την επιστολή και να τη δώσει στη δημοσιότητα ώστε να αποδείξει αυτά που υποστηρίζει. Αυτό που άφησε ασχολίαστο ο Γιώργος Σαββίδης, είναι τον ισχυρισμό για αποχώρηση του Σάββα Αγγελίδη όταν αντιλήφθηκε ότι η συζήτηση τον αφορά σε προσωπικό επίπεδο.

Εκτός εξίσωσης το άρθρο 10 για το ασυμβίβαστο Αγγελίδη

Κατά τη διάρκεια της εβδομάδας η συζήτηση επικεντρώθηκε στην ερμηνεία του άρθρου 10 του περί της Σύστασης και Λειτουργίας της Ανεξάρτητης Αρχής κατά της Διαφθοράς Νόμου. Συγκεκριμένα, το άρθρο αναφέρει επί λέξη:

«Η Αρχή, σε περίπτωση κατά την οποία έχει αρχίσει ποινική έρευνα, είτε από την Αστυνομία, είτε από ποινικό ανακριτή, για πράξη διαφθοράς η οποία εμπίπτει στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της, κατόπιν ενημέρωσης από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, δεν αρχίζει και/ή τερματίζει οποιαδήποτε αρξαμένη παράλληλη ενέργεια. Νοείται ότι, η Αρχή δύναται να ζητά και να λαμβάνει ενημέρωση αναφορικά με την πορεία των ως άνω υποθέσεων από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας».

Σε σχέση με το άρθρο 10 διατυπώθηκαν διαφορετικές ερμηνείες για το αν η Αρχή θα μπορούσε να ανοίξει έρευνα για το μαύρο βαν, από τη στιγμή που το ζήτημα ερεύνησαν στο παρελθόν η Αστυνομία και ο ανεξάρτητος ποινικός ανακριτής. Προκύπτει όμως το εξής παράδοξο: Η αντιπαράθεση ανάμεσα σε Γενικό Εισαγγελέα και Αρχή κατά της Διαφθοράς εδράστηκε στην πτυχή που αγγίζει τον Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα. Μια πτυχή που εκ των πραγμάτων δεν επηρεάζεται από το άρθρο 10, αφού οι πληροφορίες για το ασυμβίβαστο είδαν το φως της δημοσιότητας μετά την ολοκλήρωση και την παράδοση του πορίσματος από τον ανεξάρτητο ποινικό ανακριτή, Ηλία Στεφάνου, και κατ’ επέκταση δεν θα μπορούσε να ήταν κομμάτι της τότε διερεύνησης.

Συμπερασματικά, δεν θα ήταν υπερβολή να αναφερθεί ότι δύο κορυφαίοι θεσμοί της Δημοκρατίας επιδόθηκαν σε δημόσια αντιπαράθεση άνευ ουσιώδους λόγου ή αιτίας. Η εμπλοκή του Γενικού Εισαγγελέα στο στάδιο της επιλογής από την Αρχή των θεμάτων που θα διερευνήσει, περιορίζεται στις απαντήσεις των ερωτημάτων που θα τεθούν ενώπιον του. Δεν έχει ούτε την εξουσία ούτε την αρμοδιότητα να ασκήσει βέτο στις προθέσεις της Αρχής, παρά μόνο αν τρέχει παράλληλη έρευνα για το ίδιο ζήτημα ή αν κριθεί ότι τελικά η σωστή ερμηνεία του άρθρου 10 είναι πως δεν θα γίνονται έρευνες της Αρχής σε υποθέσεις που διερευνήθηκαν στο παρελθόν από την Αστυνομία. Επομένως, αν η Αρχή επιθυμεί να διερευνήσει την πτυχή που αγγίζει τον Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα, κανένας δεν είναι σε θέση αυτή τη στιγμή να την εμποδίσει.

Τα καυτά ζητήματα για τον Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα

Δύο είναι οι βασικές περιπτώσεις που έχουν τεθεί σε σχέση με ενδεχόμενο ασυμβίβαστο του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα, Σάββα Αγγελίδη.

Η πρώτη αφορά τον Ισραηλινό επιχειρηματία Αβραάμ Σαχάκ Άβνι, ο οποίος είχε επιχειρηματική σχέση με τον αδελφό του, Μιχάλη Αγγελίδη, σε σχέδιο για λειτουργία καταστήματος με την επωνυμία «Spy Shop». Την ίδια περίοδο, ο Σάββας Αγγελίδης καλείτο θεσμικά να συμμετέχει στον χειρισμό της υπόθεσης των παρακολουθήσεων. Ο ίδιος είχε δηλώσει άγνοια για τις δραστηριότητες του αδελφού του και απέρριψε οποιοδήποτε ενδεχόμενο επηρεασμού.

Η δεύτερη περίπτωση αφορά καταγγελία του 2023 για τρεις εταιρείες οι οποίες φέρονταν να λάμβαναν υπηρεσίες από γραφείο παροχής διοικητικών υπηρεσιών συνδεδεμένο με δικηγορική εταιρεία συμφερόντων του Σάββα Αγγελίδη. Και σε αυτή την περίπτωση, ο ίδιος είχε απορρίψει ότι προέκυπτε οποιοδήποτε ζήτημα ασυμβίβαστου.

Μιχάλης Βορκάς: Ας δούμε το δάσος και όχι το δέντρο

Πρόεδρος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου

«Έχει ομολογουμένως προκαλέσει την δημόσια συζήτηση η πρόσφατη απόφαση της Ανεξάρτητης Αρχής κατά της Διαφθοράς να τερματίσει την διαδικασία της έρευνας της για την γνωστή υπόθεση του μαύρου βαν.

Αιτιολογία για τούτο αποτέλεσε, σύμφωνα με όσα έχουν δει το φως της δημοσιότητας, η ενημέρωση της εν λόγω Αρχής από την Νομική Υπηρεσία πως για το ζήτημα έχει ήδη πραγματοποιηθεί σχετική ποινική διερεύνηση και συνεπώς δεν υπήρχε πλέον οτιδήποτε προς διερεύνηση.

Είναι νομικά ορθή η αποφυγή της ύπαρξης διπλής διερεύνησης τους εάν την ίδια ώρα αυτά διερευνώνται από τη Νομική Υπηρεσία ή την Αστυνομία. Κανένα πρόσωπο δεν μπορεί να καθίσταται υποκείμενο διπλών ερευνών ή δεύτερης ποινικής δίωξης για το ίδιο εξεταζόμενο ποινικό αδίκημα. Θα μπορούσε λοιπόν εύκολα να σημειωθεί πως εάν έτσι έχουν τα γεγονότα ορθά η Ανεξάρτητη Αρχή κατά της Διαφθοράς δεν προχώρησε σε δεύτερη έρευνα.

Εάν όμως υπήρξαν γεγονότα που έχουν επισυμβεί σε δεύτερο χρόνο και προσλαμβάνουν τον χαρακτήρα πράξεων διαφθοράς, τα οποία δεν έτυχαν ή τυγχάνουν έρευνας από την Αστυνομία, ούτε προσήχθησαν ενώπιον ποινικού Δικαστηρίου, τότε τίποτε δεν θα εμπόδιζε την Ανεξάρτητη Αρχή κατά της Διαφθοράς να προωθήσει τις έρευνες της. Το ζήτημα είναι πραγματικό χωρίς να παρουσιάζει νομικές δυσκολίες.

Η Ανεξάρτητη Αρχή κατά της Διαφθοράς αποτελεί μία κοινωνική αναγκαιότητα στην σύγχρονη Κυπριακή πραγματικότητα με σκοπό την πάταξη της διαφθοράς, ενός φαινόμενου που πήρε μεγάλες διαστάσεις τα τελευταία χρόνια και το οποίο μας προσβάλει σαν κράτος παγκοσμίως. Το κράτος προφανώς αναγνωρίζοντας την αναγκαιότητα λειτουργίας της σύμφωνα και με επίσημη ενημέρωση αύξησε τον προϋπολογισμό της εν λόγω Αρχής κατά 70%.

Από την άλλη έχει διαχρονικά τονισθεί από την νομολογία μας το ύψιστο του πολιτειακού αξιώματος με το οποίο ενδύεται ο θεσμός του Γενικού Εισαγγελέα, και ο κεντρικός ρόλος που του αποδίδεται ως προασπιστή της νομιμότητας και του δημοσίου συμφέροντος.

Ως εκ τούτου θεωρώ πως οφείλει ο καθένας μας και πολύ περισσότερο οι ίδιοι οι θεσμοί να αντιληφθούν το μέγεθος της θεσμικής τους ευθύνης, προς το κράτος και τους πολίτες του και να επιδιώξουν την αγαστή μεταξύ τους συνεργασία αντί την αντιπαράθεση, η οποία δυστυχώς δίδει τροφή σε επιφανειακές, ευκαιριακές, πελατειακές, κομματικές και άλλες σκοπιμότητες. Ας δούμε επιτέλους το δάσος αφήνοντας κατά μέρος το δέντρο.»

Γιώργος Χριστοφίδης: Όταν η προστασία της θεσμικής εικόνας υποκαθιστά την ουσία

Δικηγόρος, Ειδικό Διδακτικό Προσωπικό Τμήματος Νομικής Πανεπιστημίου Frederick

«Όταν η προστασία της θεσμικής εικόνας υποκαθιστά την ουσία. Η δημόσια αντιπαράθεση μεταξύ του Γενικού Εισαγγελέα και της Ανεξάρτητης Αρχής κατά της Διαφθοράς για τη διερεύνηση των καταγγελιών που συνδέονται με την υπόθεση του «μαύρου βαν» προκαλεί εύλογη ανησυχία.

Όχι μόνο λόγω του περιεχομένου των εκατέρωθεν ισχυρισμών, αλλά κυρίως επειδή η συζήτηση μετατοπίστηκε από την ουσία της υπόθεσης στην προστασία της εικόνας και του κύρους των εμπλεκόμενων θεσμών.

Οι πολίτες δεν ενδιαφέρονται πρωτίστως για το ποιος απέστειλε ποια επιστολή, πώς ερμηνεύθηκαν οι όροι εντολής ή ποιος παρουσίασε αποσπασματικά μια υπηρεσιακή συνομιλία. Δικαιούνται να γνωρίζουν εάν οι σοβαρές καταγγελίες διερευνήθηκαν πλήρως, ανεξάρτητα και αποτελεσματικά· εάν εξετάστηκε ο χειρισμός της υπόθεσης από όλους τους εμπλεκόμενους αξιωματούχους· και εάν υπάρχουν ευθύνες που πρέπει να αποδοθούν. Η ανταλλαγή ανακοινώσεων όχι μόνο δεν ενισχύει την εμπιστοσύνη στους θεσμούς, αλλά επιβεβαιώνει την ύπαρξη σοβαρών θεσμικών κενών.

Το πρόβλημα καθίσταται εντονότερο εξαιτίας της εξαιρετικά ευρείας και ουσιαστικά ανέλεγκτης εξουσίας του Γενικού Εισαγγελέα ως προς την έναρξη, τη συνέχιση ή την αναστολή ποινικών διώξεων. Όταν, μάλιστα, μια καταγγελία, όπως η παρούσα, αγγίζει τη Νομική Υπηρεσία ή ανώτατους λειτουργούς της ή ακόμα θεσμικούς αξιωματούχους της, δημιουργείται αντικειμενικά ζήτημα θεσμικής αυτοπροστασίας και σύγκρουσης ρόλων, ανεξαρτήτως των προθέσεων των προσώπων.

Η απάντηση δεν μπορεί να είναι η παύση της έρευνας ούτε η συνέχιση μιας επικοινωνιακής σύγκρουσης. Απαιτείται ανεξάρτητη διερεύνηση, δημοσιοποίηση των πορισμάτων στον βαθμό που επιτρέπει ο νόμος και αποτελεσματικός έλεγχος των εισαγγελικών αποφάσεων. Οι θεσμοί δεν προστατεύονται μέσω ανακοινώσεων. Προστατεύονται όταν επιτρέπουν τον έλεγχο, λογοδοτούν και αποδεικνύουν στην πράξη ότι κανένας δεν βρίσκεται υπεράνω της διερεύνησης.»