Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΚωνσταντίνος Σπυριδάκις, Σάββας Χρίστης, Αχιλλεύς Αιμιλιανίδης, Αντώνιος Ιντιάνος, Νέαρχος Κληρίδης, Γεώργιος Παπαχαραλάμπους, Κώστας Προυσής: τρεις δικηγόροι, τρεις φιλόλογοι κι ένας δάσκαλος, όλοι πολυπράγμονες και πολυγραφότατοι. Όλοι επίσης εξελέγησαν, το 1936, στο πρώτο διοικητικό συμβούλιο της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών (ΕΚΣ).
Ίδρυση και πρώτα βήματα
Είχε προηγηθεί, στον απόηχο των Οκτωβριανών, η επιβολή ανελεύθερων, καταπιεστικών μέτρων. Σε αυτά περιλαμβάνονταν εξορίες μητροπολιτών και πολιτικών, η κατάργηση του Νομοθετικού Συμβουλίου, λογοκρισία, απαγόρευση λειτουργίας πολιτικών κομμάτων και ποινικοποίηση προπαγάνδας υπέρ της μεταβολής της σχέσης της Βρετανίας με την Κύπρο. Παράλληλα, εντάθηκε η προσπάθεια ελέγχου της σχολικής εκπαίδευσης.

Όραμα των 24 ιδρυτών της ΕΚΣ ήταν ένας πνευματικός φάρος, ο οποίος θα τεκμηρίωνε επιστημονικά και θα αναδείκνυε διεθνώς την ελληνικότητα της Κύπρου και το βυζαντινό της παρελθόν. Πώς θα το κατόρθωναν αυτό; Με συλλογή, διάσωση, μελέτη και έκδοση ιστορικού, γλωσσικού και λαογραφικού υλικού, συλλογή έργων λαϊκής τέχνης, εκδηλώσεις και συνεργασίες με φορείς εντός κι εκτός Κύπρου.
Ο Τύπος καλωσόρισε την ΕΚΣ ευχόμενος ένζηλο εργασία, προς εκπλήρωση των καταστατικών σκοπών. Τα έργα, ήδη από τα πρώτα βήματα επιβεβαιώνουν τη συνέπεια: ίδρυση Μουσείου Λαϊκής Τέχνης, εκδόσεις, διαλέξεις, συνέδρια, διεθνείς διασυνδέσεις.
Τον Απρίλιο 1946, η Εταιρεία βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών. Έξι χρόνια νωρίτερα, την επαύριον της έναρξης του ελληνοϊταλικού πολέμου, η ίδια είχε τηλεγραφήσει στην Ακαδημία: «Εταιρεία Κυπριακών Σπουδών καταδικάζουσα βδελυράν ξενικήν επιδρομήν επιβουλευομένην ύπαρξιν και ανεξαρτησίαν χώρας φωτός και επιστήμης τάσσεται αλληλέγγυος προς επιστημονικόν κόσμον ελευθέρας Ελλάδος». Στα τέλη του 1946 απηύθυνε στον βρετανικό επιστημονικό κόσμο μήνυμα, ζητώντας συνηγορία «υπέρ της πραγματοποιήσεως της εθνικής αξιώσεως της ελληνικής Κύπρου», η οποία εδραζόταν σε ιστορία, αρχαιολογία, λαογραφία, και εθνολογία.
Άλλωστε, ακόμα και Βρετανοί πολιτικοί, όπως οι Εργατικοί βουλευτές Lena Jeger και Richard Crossman, διαπίστωναν, λίγο πριν τον Αγώνα της ΕΟΚΑ, τον ελληνικό χαρακτήρα του νησιού. Μάλιστα, ο Crossman, στις 28 Ιουλίου 1954, καυτηρίασε, στη Βουλή των Κοινοτήτων, τις προσπάθειες αφελληνισμού των Κυπρίων.
Καταρχάς, συνεδρίες και διαλέξεις πραγματοποιούνταν κυρίως σε Παγκύπριον Γυμνάσιον και Ελένειον. Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Β΄ παραχώρησε για το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης τμήμα του ισογείου της Παλαιάς Αρχιεπισκοπής. Σταδιακά παραχωρήθηκε ολόκληρο το ισόγειο. Ορόσημο αποτέλεσε η ανέγερση του νέου αρχιεπισκοπικού μεγάρου, το 1960. Τότε, ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ΄ παραχώρησε στην ΕΚΣ ολόκληρο το παλαιό μέγαρο.
Το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης
Το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης ιδρύθηκε το 1937. Η σημασία της συγκέντρωσης των έργων ήταν εθνική και χρηστική: ανάδειξη της ελληνικότητας και προσφορά βιοτεχνικών προτύπων.
Σήμερα, το μουσείο ανήκει στα αναγνωρισμένα ιδιωτικά μουσεία της Κυπριακής Δημοκρατίας και περιλαμβάνει περισσότερα από 5.000 αντικείμενα: υφαντά, αγγεία, ξυλόγλυπτα, κοσμήματα, έπιπλα, πίνακες, εικονίσματα, ενδύματα, κεντήματα, εργαλεία, τάματα. Στον όροφο βρίσκεται και το δωμάτιο που χρησιμοποιούσε ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός. Άλλωστε, από την Αρχιεπισκοπή ο Κυπριανός σύρθηκε, τον Ιούλιο 1821, στο Σεράγιο και από εκεί στην αγχόνη. Το αλλοτινό Μεγάλο Συνοδικό λειτουργεί ως αίθουσα εκδηλώσεων.
Χωροταξία και περιεχόμενο εκμαιεύουν την αίσθηση της περιδιάβασης στην Κύπρο του 19ου αιώνα και του πρώτου μισού του 20ού. Εδώ βρίσκονται, μεταξύ άλλων, «Ο Γάμος» του Μιχαήλ Κάσιαλου, η «Καρπασίτισσα» του Ιωάννη Κισσονέργη και «Η Λάπηθος» του Ανδρέα Στυλιανού, εδώ και δύο επιβλητικές τοιχογραφίες του 1892, η μία με θέμα τη σύλληψη του Αθανασίου Διάκου και η άλλη τον Κουταλιανό. Ακόμα: παραδοσιακό υπνοδωμάτιο, με καρκόλα, στρώματα και αρμάρι, αργαλειός, σεντούκια και πλουμιστές κολόκες.
Στην έναρξη της περιήγησης το βλέμμα σκοντάφτει στη μικρή κουκουβάγια, η οποία πρωταγωνιστεί στις «Λεπτομέρειες στην Κύπρο» του Γιώργου Σεφέρη: «Η μικρή κουκουβάγια ήτανε πάντα εκεί/ σκαρφαλωμένη στ’ ανοιχτάρι τ’ Άγιου Μάμα». Το ποίημα ολοκληρώνεται με την κραυγή του τόπου και του πόνου του: «Τότες ήρθε ο καλόγερος κι έπιασε να πλουμίζει την κολόκα./ Ήταν ωραία όλ’ αυτά, μια περιδιάβαση./ Όμως το ξύλινο μαγκανοπήγαδο – τ’ αλακάτιν,/ Είδες πώς βόγκηξε. Κι εκείνη την κραυγή/ βγαλμένη απ’ τα παλιά νεύρα του ξύλου/ γιατί την είπες φωνή πατρίδας;». Και η φράση «φωνή πατρίδας» συνοψίζει την ταυτότητα του μουσείου.
Εκδόσεις
Το 1937 εκδόθηκε το πρώτο τεύχος της επετηρίδας «Κυπριακαί Σπουδαί», η οποία αριθμεί, πλέον, 79 τόμους και εξακολουθεί να εκδίδεται. Σκοπός της έκδοσης ήταν να αποκτήσει λόγο εντός και εκτός Κύπρου η επιστημονική κοινότητα του νησιού, τεκμηριώνοντας την ελληνικότητά του, απέναντι στις βρετανικές θεωρίες. Επιπλέον, η ΕΚΣ έχει εκδώσει τα πολύτομα Πρακτικά των τεσσάρων κυπρολογικών συνεδρίων και μονογραφίες ποικίλων θεματικών.
Η Εταιρεία διαθέτει, επίσης, βιβλιοθήκη και Ιστορικό και Φωτογραφικό Αρχείο. Τα αρχεία περιλαμβάνουν τα πρακτικά των διοικητικών συμβουλίων, επιστολογραφία, το αρχείο του Πάτροκλου Σταύρου και άλλων προσωπικοτήτων, ιστορικές φωτογραφίες και φωτογραφικό υλικό από τις εξορμήσεις του Αδαμάντιου Διαμαντή στην ύπαιθρο, συγκεντρώνοντας υλικό για το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης.

Τα κυπρολογικά συνέδρια
Τα τέσσερα κυπρολογικά συνέδρια αποτελούν κορυφαία διεθνή επιστημονική συμβολή της Εταιρείας. Οργανωτικός γραμματέας, το 1969 και το 1982, ήταν ο Θεόδωρος Παπαδόπουλλος, το 1996 ο Γεώργιος Ιωαννίδης και το 2008 οι Χαράλαμπος Χοτζάκογλου, Ιωάννης Ηλιάδης και Ελευθέριος Αντωνίου. Όλα ήταν πολυήμερα και συγκέντρωσαν εκατοντάδες ερευνητές από δεκάδες χώρες. Πέραν των ανακοινώσεων, μέσα από ποικίλες εκδηλώσεις επιτεύχθηκε ουσιαστική γνωριμία των φιλοξενουμένων με την Κύπρο. Οι πλείστες αξιολογήσεις, συμμετεχόντων και Τύπου, συνέκλιναν στην προβολή της παγκόσμιας σημασίας της Κύπρου για την επιστήμη της Ιστορίας και την ανάδειξη της επιστημονικής γνώσης ως φάρου, για τον δρόμο προς τα εμπρός.
Στο δεύτερο Συνέδριο, Απρίλιο 1982, με νωπές τις πληγές της Εισβολής, συμμετείχαν 417 σύνεδροι και 300 περίπου παρατηρητές από 33 χώρες. Εξηγώντας τους στόχους, ο Θ. Παπαδόπουλλος εστίασε στην εδραίωση της κυπρολογίας σε διεθνώς αποδεκτές ιστορικές βάσεις, στην ποιοτική και μεθοδολογική εξύψωση των κυπρολογικών σπουδών και στην ανάδειξη της Κύπρου σε διεθνές ερευνητικό κέντρο. Πέραν του επιστημονικού έργου, με τη λήξη των εργασιών οι σύνεδροι ενέκριναν ψήφισμα, με ζητούμενο τη διαφύλαξη και προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς στις κατεχόμενες περιοχές.
Ο ύμνος της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών
Ο ύμνος της ΕΚΣ γράφτηκε το 1987 από τον Κύπρο Χρυσάνθη και μελοποιήθηκε από τον Θεόδουλο Καλλίνικο: «Της Κύπρου ερευνητές και των γραμμάτων/ της τέχνης και της γλώσσας, συντηρούμε/ το ελληνικό μας φως και πάντα ζούμε/ στη μέριμνα των εθνικών πραγμάτων/ Την επιστήμη υπηρετούμε μόνο./ Σκοπός μας και φροντίδα μας η αλήθεια […]».
Πρόεδροι και στόχοι
Από το 1936 έως σήμερα στο πηδάλιο της ΕΚΣ βρέθηκαν επτά επιστήμονες: Κωνσταντίνος Σπυριδάκις, Γεώργιος Παπαχαραλάμπους, Κύπρος Χρυσάνθης, Γεώργιος Ιωαννίδης, Ανδρέας Μιτσίδης, Χριστόδουλος Χατζηχριστοδούλου, Χαράλαμπος Χοτζάκογλου.
Εξηγώντας τη σημασία του έργου της ΕΚΣ και την επικαιρότητα της αποστολής της, ο δρ Χοτζάκογλου εστιάζει στην ανάδειξη των «πανάρχαιων ελληνικών και βυζαντινών ριζών», η οποία αρθρώνει αντίλογο «στον απόηχο της βρετανικής πολιτικής σε όσους νιώθουν περισσότερο Κύπριοι παρά Έλληνες ή έχουν ανάγκη την επίκληση της ‘πολυπολιτισμικότητας’ του τόπου, για να νιώσουν υπερήφανοι».
Η διαφύλαξη, μελέτη και ανάδειξη της λαϊκής τέχνης και της γλωσσολαλιάς «που ακόμη κυοφορούν στη μήτρα τους τον αρχαιοελληνικό και βυζαντινό πολιτισμό» επιτυγχάνεται μέσα από πολυδιάστατη δράση. Η ΕΚΣ καλλιεργεί δεσμούς με εκπαιδευτικούς και ερευνητικούς φορείς εντός και πέραν των κυπριακών συνόρων, διοργανώνει συνέδρια, συμμετέχει σε ευρωπαϊκά ερευνητικά προγράμματα και στηρίζει νέους επιστήμονες και καλλιτέχνες.
Μια ιδιαίτερη δράση από το Παγκύπριον Γυμνάσιον, σε ένα ζωντανό μουσείο
Στο πλαίσιο των Ευρωπαϊκών Ημερών Πολιτιστικής Κληρονομιάς 2026, το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Κύπρου φιλοξενεί την Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2026 (17:30-19:00), το ντοκιμαντέρ του Παγκυπρίου Γυμνασίου «Η Τέχνη της Καλαθοπλεκτικής στην Κύπρο: Ένας θησαυρός που χάνεται».
Το έργο δημιουργήθηκε στο πλαίσιο του Προγράμματος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου «Καταγράφουμε τη Μνήμη – Παραγωγή ντοκιμαντέρ από μαθητές και μαθήτριες». Συμμετείχε στον διεθνή μαθητικό διαγωνισμό ταινιών μικρού μήκους «Cinema… διάβασες;», αποσπώντας το πρώτο βραβείο στην κατηγορία του.
Ερευνώντας, οι 33 μαθητές και μαθήτριες γνώρισαν την ιστορία της καλαθοπλεκτικής στην Κύπρο, υλικά και τεχνικές. Επισκέφτηκαν το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης και το Μουσείο Μνήμης Καλαμουργικής και συναντήθηκαν με παραδοσιακούς καλαθοπλέκτες. Αναλαμβάνοντας ενεργό ρόλο σε όλα τα στάδια παραγωγής της ταινίας, καλλιέργησαν δεξιότητες ιστορικού και ψηφιακού γραμματισμού. Εικόνες, μαρτυρίες και ήχοι ανασυνθέτουν μια τέχνη που δύει και προβάλλουν την ανάγκη διαφύλαξης και μεταβίβασης της γνώσης στους νέους, με το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης σταθερό πρωταγωνιστή.
Παράλληλα με την προβολή θα διεξαχθεί βιωματικό εργαστήρι καλαθοπλεκτικής ενώ μαθητές και μαθήτριες του Παγκυπρίου θα χαρίσουν και παραδοσιακή μουσική.
Οι συντελεστές της εκδήλωσης καλούν σε προβληματισμό, διάλογο και ευαισθητοποίηση γύρω από τη σημασία της διατήρησης της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς. Διότι, όπως τονίζουν και οι υπεύθυνοι εκπαιδευτικοί Γιάννης Λαζάρου, Χριστόδουλος Γεωργιάδης, Μαρκέλλα Σιούλα και Μαρία Ορφανίδου, η πολιτιστική κληρονομιά αποτελεί ζωντανό κομμάτι της ταυτότητάς μας και η διαφύλαξή της κοινή οφειλή. Δηλώσεις: 99555676. Για το ντοκιμαντέρ: https://www.youtube.com/watch?v=wtiektBNMXY&t=488s
*Δρ Ιστορίας ΑΠΘ