Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΣτο ιστορικό του Στυλιανού και στις πληροφορίες που είχε λάβει από τη μητέρα του σχετικά με την οικογενειακή κατάστασή τους αναφέρθηκε την Τετάρτη ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας η Προϊστάμενη Νοσηλεύτρια των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας Κυριακή Ιωάννου, κατά την αντεξέτασή της από τον συνήγορο υπεράσπισης του πατέρα του παιδιού, Κωνσταντίνο Καζαντζή.
Ο κ. Καζαντζής υπέβαλε στη μάρτυρα ότι η μητέρα αντιμετώπιζε ζητήματα ψυχικής υγείας και ότι, ως εκ τούτου, δεν θα έπρεπε να λαμβάνει τα λεγόμενά της «τοις μετρητοίς». Η κ. Ιωάννου απάντησε ότι οι πληροφορίες για την κατάσταση στο σπίτι δεν προέρχονταν μόνο από τη μητέρα. «Τα είπε η μητέρα, οι δάσκαλοι, η εκπαιδευτική ψυχολόγος, οι κοινωνικοί λειτουργοί, ο πάτερ της κοινότητας, όλοι όσοι τα έβλεπαν», ανέφερε.
Η κ. Ιωάννου, η οποία είχε συνεργαστεί με τη μητέρα του Στυλιανού ως κοινωνική νοσηλεύτρια, εξήγησε ότι ο ρόλος της δεν ήταν να κάνει διάγνωση για το παιδί, αλλά να συγκεντρώσει το αναγκαίο ιστορικό και να το διαβιβάσει στην ψυχολόγο. Όπως ανέφερε, κατά τον χρόνο εκείνο δεν υπήρχε γραπτή συγκατάθεση του πατέρα για τη λήψη του ιστορικού του παιδιού, αλλά η ίδια είχε ενημερωθεί από τη μητέρα ότι είχε δοθεί η συγκατάθεσή του.
Σε ερώτηση κατά πόσον η εμπλοκή της υπηρεσίας αφορούσε την αξιολόγηση του Στυλιανού, η μάρτυρας ανέφερε ότι η αξιολόγηση ενός παιδιού είναι αλληλένδετη με το οικογενειακό περιβάλλον στο οποίο ζει και με τον τρόπο με τον οποίο οι γονείς αντιλαμβάνονται και αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες του.
Ο κ. Καζαντζής υπέβαλε στη μάρτυρα ότι κατά την κυρίως εξέτασή της είχε αναφέρει πως σκοπός της συνεργασίας της με τη μητέρα ήταν η στήριξή της και τη ρώτησε κατά πόσο η παραπομπή αφορούσε τον ίδιο τον Στυλιανό. Η κ. Ιωάννου ανέφερε ότι επρόκειτο για παιδί που ζούσε σε συγκεκριμένο οικογενειακό περιβάλλον και ότι οι δυσκολίες του «πολύ πιθανόν να πήγαζαν από εκείνα που ζούσε», προσθέτοντας ότι στο πλαίσιο του ρόλου της υπηρεσίας ήταν και η στήριξη των γονέων.
Σε ερώτηση του συνηγόρου κατά πόσον η υπηρεσία στήριζε κάθε γονέα που απευθυνόταν σε αυτήν ή όταν υπήρχε συγκεκριμένη ανάγκη, η μάρτυρας απάντησε ότι αυτό εξαρτάται από τη φύση του προβλήματος. Όπως ανέφερε, στην περίπτωση του Στυλιανού, οι εκπαιδευτικοί ψυχολόγοι, οι δάσκαλοι, η μητέρα και η κοινωνική λειτουργός είχαν αναφέρει ότι επρόκειτο για «ένα παιδί αυτοκαταστροφικό», ενώ, με βάση το παραπεμπτικό, το περιστατικό είχε κριθεί ως «πάρα πολύ επείγον».
Ο κ. Καζαντζής διερωτήθηκε πώς, εφόσον το παιδί είχε χαρακτηριστεί ως αυτοκαταστροφικό, η ψυχολόγος που το εξέτασε δεν εντόπισε κάποια ψυχολογική ασθένεια. Η κ. Ιωάννου απάντησε ότι «ένα παιδί που πάει σε έναν προστατευόμενο χώρο δεν βγάζει συμπεριφορές αυτοκαταστροφικές και επικίνδυνες».
Η αντεξέταση επικεντρώθηκε στη συνέχεια στις αναφορές για βία από τον πατέρα και στο τι είχε περιληφθεί στη σχετική έκθεση της μάρτυρος για το παιδί. Ο κ. Καζαντζής υπέβαλε ότι στην έκθεσή της δεν υπήρχαν δικές της αναφορές για βία του πατέρα προς τον Στυλιανό, με την κ. Ιωάννου να απαντά «ναι, δεν εντοπίζονται».
Σε ό,τι αφορά αναφορές ότι ο Στυλιανός είχε δει περιστατικά βίας του πατέρα προς τη μητέρα, η μάρτυρας ανέφερε ότι αυτές υπήρχαν στο ιστορικό που είχε καταγράψει έπειτα από συνάντησή της με τη μητέρα.
Ερωτηθείσα κατά πόσον είχε δει η ίδια ποτέ τη μητέρα χτυπημένη, απάντησε αρνητικά. Όπως εξήγησε, στην κυρίως εξέτασή της ανέφερε ότι η μητέρα είχε θεαθεί με μώλωπες από τρίτα πρόσωπα, μεταξύ άλλων από την κοινωνική λειτουργό και όχι από την ίδια. Για τον λόγο αυτό, είπε, η σχετική πληροφορία δεν περιλήφθηκε στην έκθεσή της ως προσωπική διαπίστωση.
Σε άλλο σημείο, ο κ. Καζαντζής αναφέρθηκε σε καταγραφή στο ιστορικό του παιδιού, σύμφωνα με την οποία η μητέρα είχε περιγράψει τη σχέση της με τον πατέρα ως «πολύ καλή», δίπλα στην οποία η μάρτυρας είχε θέσει ερωτηματικό. Η κ. Ιωάννου εξήγησε ότι η μητέρα είχε αρχικά περιγράψει τον σύζυγό της ως «πολύ υπομονετικό και φροντιστικό και στα παιδιά του», ενώ σε άλλο σημείο τον περιέγραφε ως «πολύ νευρικό» και ως άτομο που έλεγε αισχρόλογα. Όπως είπε, έθεσε το ερωτηματικό επειδή θεώρησε ότι υπήρχε αντίφαση στις δύο περιγραφές , κάτι που σκόπευε να συζητήσει με τη λειτουργό που θα έβλεπε το παιδί.
Σε σχέση με την παρουσία του Στυλιανού στη φάρμα, η κ. Ιωάννου ανέφερε ότι έκανε βοηθητικές εργασίες, όπως να ταΐζει τα ζώα και να καθαρίζει τη φάρμα. Όταν ο κ. Καζαντζής υπέβαλε ότι αυτά δεν συνιστούν εργασία ούτε αντικατάσταση εργάτη και ότι η σχετική αναφορά δεν υπήρχε στην έκθεση ή στις σημειώσεις της, η μάρτυρας απάντησε και στις δύο περιπτώσεις «σεβαστό».
Ο κ. Καζαντζής έθεσε επίσης στη μάρτυρα το θέμα της ψυχικής υγείας της μητέρας, λέγοντας ότι έπειτα από κάποια χρόνια διαγνώστηκε με διπολική διαταραχή. Η κ. Ιωάννου απάντησε ότι δεν γνώριζε τη συγκεκριμένη διάγνωση. Ερωτηθείσα αν κατά τον ουσιώδη χρόνο η μητέρα αντιμετώπιζε ζητήματα ψυχικής υγείας, η μάρτυρας ανέφερε ότι είχε κατάθλιψη, αλλά ήταν λειτουργική. «Εγώ την είδα διαυγέστατη με καταθλιπτικό συναίσθημα», είπε, προσθέτοντας ότι είχε μιλήσει με ψυχολόγο και ψυχίατρο και ότι «η κοπέλα δεν ήταν διπολική».
Στα πλαίσια επανεξέτασης της μάρτυρος, η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής, Έλενα Κωνσταντίνου, τη ρώτησε κατά πόσον ήταν αρμοδιότητα της υπηρεσίας της να απομακρύνει τον Στυλιανό από την οικογένειά του, με τη μάρτυρα να απαντά αρνητικά.
Η συνέχιση της διαδικασίας ορίστηκε για στις 15 Οκτωβρίου.
Υπενθυμίζεται ότι η υπόθεση αφορά τον θάνατο του 14χρονου Στυλιανού Κωνσταντίνου, τον Σεπτέμβριο του 2019, και εξετάζει κατά πόσο προκύπτουν ευθύνες τόσο εντός της οικογένειας όσο και από πλευράς κρατικών υπηρεσιών.
ΚΥΠΕ