Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Σε μερική αποδοχή έφεσης ασφαλιστικής εταιρείας προχώρησε το Ανώτατο Δικαστήριο, επιμερίζοντας την ευθύνη για τροχαίο ατύχημα στην Έγκωμη κατά 80% στον οδηγό αυτοκινήτου και κατά 20% σε μοτοσικλετιστή, ο οποίος τραυματίστηκε όταν επιχείρησε να αποφύγει τη σύγκρουση. Το Δικαστήριο έκρινε ότι, παρότι ο οδηγός του αυτοκινήτου προκάλεσε το ατύχημα εισερχόμενος σε κύριο δρόμο χωρίς επαρκή έλεγχο, ο μοτοσικλετιστής όφειλε να υπολογίσει την πιθανότητα εισόδου οχήματος από παρακείμενη πάροδο, καθώς προσπερνούσε σειρά ακινητοποιημένων αυτοκινήτων.

Η έφεση αφορούσε πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε αποδοθεί αποκλειστική ευθύνη στον ασφαλισμένο οδηγό της εταιρείας και είχαν επιδικαστεί στον τραυματία €5.000 σε γενικές και €3.928,40 σε ειδικές αποζημιώσεις, πλέον τόκων και εξόδων.

Το ατύχημα συνέβη στις 12 Ιουλίου 2010, στην οδό Βυζαντίου στην Έγκωμη, όταν ο οδηγός του μοτοποδηλάτου προσπέρασε έξι ακινητοποιημένα οχήματα λόγω τροχαίας κίνησης. Κατά την εκδοχή του, αυτοκίνητο που εξήλθε από πάροδο της οδού Καλλιμάχου, η οποία ελεγχόταν με σήμα «ΑΛΤ», εισήλθε στην πορεία του χωρίς ο οδηγός του να ελέγξει επαρκώς την κυκλοφορία.

Για να αποφύγει τη σύγκρουση, ο μοτοσικλετιστής φρέναρε απότομα και επιχείρησε ελιγμό, με αποτέλεσμα να ανατραπεί στην άσφαλτο. Παρά το γεγονός ότι δεν υπήρξε επαφή μεταξύ των δύο οχημάτων, υπέστη κάταγμα πλευράς και εκδορές, ενώ παρέμεινε ανίκανος να εργαστεί για περίπου δυόμισι μήνες.

Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας είχε αποδεχθεί τη μαρτυρία του μοτοσικλετιστή και του αστυνομικού εξεταστή, απορρίπτοντας ως αναξιόπιστη τη μαρτυρία του οδηγού του αυτοκινήτου, λόγω ουσιωδών αντιφάσεων. Έκρινε ότι ο τελευταίος εισήλθε στον κύριο δρόμο χωρίς να σταματήσει στο σήμα «ΑΛΤ» και χωρίς τον απαιτούμενο έλεγχο, ανακόπτοντας την πορεία του μοτοσικλετιστή. Το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε, επίσης, ότι το προσπέρασμα ήταν νόμιμο και το φρενάρισμα εύλογη αντίδραση στον αιφνίδιο κίνδυνο.

Η ασφαλιστική εταιρεία αμφισβήτησε την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την απόδοση αποκλειστικής ευθύνης στον ασφαλισμένο της, υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι ο μοτοσικλετιστής έπρεπε να είχε προβλέψει τον κίνδυνο κατά την κίνησή του στην αντίθετη λωρίδα για να προσπεράσει τα ακινητοποιημένα οχήματα.

Το Ανώτατο απέρριψε τους πρώτους τέσσερις λόγους έφεσης, κρίνοντας ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολόγησε επαρκώς τη μαρτυρία και αιτιολόγησε τα ευρήματά του. Υπενθύμισε ότι η αξιοπιστία των μαρτύρων αποτελεί πρωτίστως έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου και ότι το Εφετείο επεμβαίνει μόνο όταν τα σχετικά συμπεράσματα είναι αυθαίρετα, παράλογα ή δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία.

Αποδεχόμενο, ωστόσο, τον πέμπτο λόγο έφεσης ως προς τον επιμερισμό της ευθύνης, το Ανώτατο έκρινε ότι δεν είχε ληφθεί δεόντως υπόψη η υποχρέωση του μοτοσικλετιστή να οδηγεί με αυξημένη προσοχή, δεδομένων των συνθηκών. Ειδικότερα, η παρουσία της παρόδου ήταν εμφανής και δεν μπορούσε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο εισόδου άλλου οχήματος στον κύριο δρόμο.

Το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι ακόμη και όταν ένας οδηγός έχει δικαίωμα να προσπεράσει ακινητοποιημένα οχήματα, οφείλει να ελέγχει τις συνθήκες του δρόμου και να υπολογίζει πιθανούς κινδύνους. Η παραβίαση ενός κανόνα οδικής κυκλοφορίας δεν συνεπάγεται αυτομάτως αστική ευθύνη, όπως και η τήρηση των κανονισμών δεν απαλλάσσει έναν οδηγό από την υποχρέωση να επιδεικνύει τη δέουσα επιμέλεια.

Ως εκ τούτου, το Ανώτατο αναγνώρισε ότι η είσοδος του αυτοκινήτου στον κύριο δρόμο χωρίς επαρκή έλεγχο αποτέλεσε τη γενεσιουργό αιτία του ατυχήματος, αλλά έκρινε ότι και ο μοτοσικλετιστής συνέβαλε στην πρόκληση της ζημιάς του, παραλείποντας να λάβει εύλογες προφυλάξεις.

Με την τροποποίηση της πρωτόδικης απόφασης, οι γενικές αποζημιώσεις μειώθηκαν από €5.000 σε €4.000 και οι ειδικές από €3.928,40 σε €3.142,72, πλέον τόκων και εξόδων όπως είχαν καθοριστεί πρωτοδίκως. Δεν επιδικάστηκαν έξοδα για την έφεση, λόγω της μερικής επιτυχίας της.

Η απόφαση υπογραμμίζει ότι η ευθύνη σε τροχαία ατυχήματα κρίνεται βάσει του συνόλου των περιστάσεων και της συμπεριφοράς που θα αναμενόταν από έναν μέσο συνετό οδηγό, ακόμη και όταν η κύρια ευθύνη για την πρόκληση του ατυχήματος βαρύνει τον άλλο οδηγό.