Ο Αντώνης Χατζηαντώνης, πρόσφυγας που δεν ξεχνά, σχολιάζει την οικονομική κατάσταση των Κυπρίων.

Είχα τις προάλλες, μια συζήτηση περί φτωχοποίησης των Ελληνοκυπρίων, συμπολιτών μας, με ένα φίλο διαδικτυακό. Επέμενε, ότι υπάρχει πραγματικά μια τάση φτωχοποίησης στο νησί μας, που τείνει να επιδεινωθεί τα επόμενα 2 χρόνια.
Διαφώνησα μαζί του, διότι ζώντας στην Ελλάδα για 35 τόσα χρόνια, εκτός του γεγονότος ότι βίωσα τη φτώχεια και ο ίδιος τότε, υπήρξα καθημερινός μάρτυρας, εικόνων κοινωνικής εξαθλίωσης, στους δρόμους που εβάδιζα για να πάω στο σχολείο που εργαζόμουν, αλλά και σε άλλες περιπτώσεις, όπως στις λαϊκές αγορές.
Όχι μία ή δύο φορές, έβλεπα φτωχούς γέροντες και γερόντισσες, μετά τις 3.00μ.μ., τότε που έκλειναν οι λαϊκές αγορές και οι πωλητές φθαρτών μάζευαν τους πάγκους τους για να φύγουν, όταν αραίωνε η κίνηση, έβλεπα λοιπόν, κάποιους συνανθρώπους μας, δειλά-δειλά να ψάχνουν από το έδαφος μήπως βρουν καμιά ντομάτα, καμιά πατάτα, κανένα ροδάκινο ή άλλο φρούτο, που να έπεσε από κάποιον, για να το βάλουν βιαστικά στη σακούλα τους και να πάνε στο σπίτι τους… Πολλές φορές, άκουγα ανθρώπους, συνήθως κάποιας ηλικίας να ψάχνουν τα απογεύματα σε κάδους σκουπιδιών. Συναντούσα επίσης, βαδίζοντας στο πεζοδρόμιο, ανθρώπους να παραμιλούν, να μιλάνε μόνοι τους…
Σήμερα, τους καταλαβαίνω. Γιατί συλλαμβάνω τον εαυτό μου, να κάνει το ίδιο. Να μιλάω με τη φωτογραφία του παιδιού μου. Να μιλάω με τον γατούλη μου… Είναι αλήθεια, ότι κάποιοι, δεν με ξέχασαν. Συχνά δέχομαι τηλεφωνικά, προσκλήσεις από έναν καλό, παλιόφιλο, που ξέμεινε κι αυτός, να πάμε το βράδυ για καφέ. Απορρίπτω, 9 στις 10 φορές, ευγενικά την πρόσκληση. Το πένθος για το παιδί μου, που «έφυγε» τόσο άδικα, τόσο νέος, δεν μου επιτρέπει ακόμη και αυτές τις στοιχειώδεις κοινωνικές επαφές! Είναι επίσης γεγονός, ότι πολύ συχνά δέχομαι πρόσκληση από την αγαπημένη μου αδελφούλα, τη Χρύσω: «Έλα Αντώνη μου να φάμε, έλα να σε δούμε».
Πάλι, δεν έχω διάθεση και επιλέγω να παραμείνω μόνος. Μπορεί να πηγαίνω 1 – 2 φορές, στους 2 μήνες… Ίσως, επέλεξα τη μοναξιά, ως έναν τρόπο εξαγνισμού της θλιμμένης ψυχής μου, δεν ξέρω… Ας είναι καλά. Τους ευχαριστώ που με σκέφτονται.
Τα Σάββατα, βέβαια, επισκέπτομαι έναν άλλο καλό φίλο -που ζώντας και εκείνος στη μητέρα πατρίδα, γνώριζε και το μακαριστό παιδί μου, αλλά και την πρώην σύζυγο- στην περιοχή Ποταμιά, κοντά στη Λευκωσία. Συνδεθήκαμε με ισχυρή φιλία, από το 1979, που σπουδάζαμε στη Θεσσαλονίκη. Ξεδίνουμε, παίζοντας τάβλι. Μέχρι τα μεσάνυχτα πολλές φορές.
Ξέφυγα, όμως από το θέμα μου. Διαβάζω, σήμερα 17 Οκτώβρη, ότι 215.000 Κύπριοι, ευρίσκονται στα όρια φτώχειας- κοινωνικού αποκλεισμού. Αλλά, προχωρώντας πιο κάτω, βλέπω ότι το χρηματικό όριο κινδύνου φτωχοποίησης, το 2017, για νοικοκυριά με 2 ενήλικες και δύο παιδάκια, είναι 18.266 ευρώ… «Μα, εκεί, στις 18.000 ήταν θυμάμαι και το δικό μου ετήσιο εισόδημα, όταν δούλευα εκπαιδευτικός στην Ελλάδα», σκέφτομαι… Και διερωτώμαι, πώς τα κατάφερα, να μη στερηθεί τίποτα, η οικογένειά μου. Βέβαια, εγώ είχα μόνο ένα παιδί. Τον μακαριστό Άκη μου.
Εν πάση περιπτώσει, αναλογιζόμενος όλα αυτά, είχα απαντήσει στον διαδικτυακό φίλο, αναφέροντας ως ένα απλό παράδειγμα, για να υποστηρίξω την άποψή μου, ότι δεν γνωρίζει, τι θα πει πραγματική φτώχεια, ότι στους κυπριακούς δρόμους παρατηρώ πως 3 – 4 στα 10 αυτοκίνητα, είναι Mercendes, Audi, BMW κ.λπ. Με τον φίλο, να απαντά: «Ναι. Και τα μισά, ανήκουν στις Τράπεζες».
Συνάγοντας. Ως Ελληνοκύπριοι, ας μην κλαιγόμαστε. Ναι, υπάρχουν οικογένειες που δυσκολεύονται ακόμη και για τα απαραίτητα. Αλλά, είμαστε δυναμικός λαός, έχουμε ψυχή, όπως και διάθεση για δημιουργία.
Να προχωράμε στη ζωή, με πίστη στον Θεό, λέγοντας το απλό: «Και μη χειρότερα. Διότι, υπάρχουν και αυτά τα χειρότερα…!