Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on Google
Στις 24 του Ιούλη του 1923 η Βρετανική αυτοκρατορία, η Γαλλία, η Ιταλία, η Ιαπωνία, η Ελλάδα, η Ρουμανία και το Σερβο- Κροατο- Σλοβενικό κράτος από τη μια και η Τουρκία από την άλλη υπόγραψαν μια σημαντικότατη για την Ελλάδα και την Κύπρο συνθήκη, που έχει μείνει στην ιστορία ως η συνθήκη της Λωζάνης.
Η σημασία της για την Ελλάδα βρίσκεται στα πιο κάτω: α) Τερματιζόταν οριστικά ο πόλεμος ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία, οι Έλληνες επιστρατευμένοι γύριζαν στα σπίτια τους και η χώρα τους ύστερα από τόσους πολέμους επέστρεφε στον δρόμο της ειρήνης. β) Η συνθήκη της Λωζάνης κατοχύρωνε στην Ελλάδα όλα τα εδάφη που κατέχει μέχρι σήμερα. Η μόνη επέκταση που πέτυχε από τότε η Ελλάδα ήταν το 1948, όταν προσαρτούσε τα Δωδεκάνησα. γ) Η υπογραφή της συνθήκης σήμαινε και το τέλος της Μεγάλης Ιδέας με την οποία έζησαν τόσες γενεές Ελλήνων. δ) Με την ανταλλαγή των πληθυσμών που συμφωνήθηκε η Ελλάδα απόκτησε ως επί το πλείστον εθνική ομοιογένεια. ε) Με την ειρήνη που επιτεύχθηκε η Ελλάδα μπορούσε να αντιμετωπίσει πιο αποτελεσματικά τα κοινωνικο–οικονομικά προβλήματα, που είχαν πολλαπλασιαστεί μετά τη Μικρασιατική καταστροφή.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 της συνθήκης, «η Τουρκία δηλοί ότι αναγνωρίζει την προσάρτησιν της Κύπρου ανακηρυχθείσαν υπό της Βρετανικής κυβερνήσεως την 5η Νοεμβρίου 1914».
Η Τουρκία δηλαδή αναγνώριζε πως η δική της κυριαρχία είχε τελειώσει στο νησί και πως αυτό ανήκε πλέον στη Βρετανία. Όμως την κατοχή αυτή αναγνώριζε και η Ελλάδα που είχε υπογράψει τη συνθήκη. Ουσιαστικά δηλαδή, η Ελλάδα δεν είχε πια κανένα σοβαρό έρεισμα να διεκδικεί την Κύπρο.
Στις 10 του Μάρτη του 1925 η Βρετανία κηρύσσει την Κύπρο σε αποικία του Στέμματος δείχνοντας έτσι καθαρά την πρόθεσή της να διατηρήσει την κυριαρχία της σε αυτήν τουλάχιστο για το προβλεπτό μέλλον. Επομένως η Ελλάδα και οι Ελληνοκύπριοι καλούνταν να αντιληφθούν πως δεν υπήρχε τότε καμιά περίπτωση ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα.
Η αλλαγή της εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδας
Με τις εκλογές της 16ης του Αυγούστου του 1928 στην Ελλάδα, ο Ελευθέριος Βενιζέλος που επέστρεφε πανίσχυρος στην εξουσία, με τη διορατικότητα και τον ρεαλισμό του είχε συνειδητοποιήσει πως δεν υπήρχε θέμα προσάρτησης της Κύπρου στην Ελλάδα.
Έτσι έχοντας υπόψη όλα τα δεδομένα καθιέρωσε μια νέα εξωτερική πολιτική που κύρια χαρακτηριστικά της ήταν τα ακόλουθα: α) Η Μεγάλη Ιδέα είχε πεθάνει και η Ελλάδα δεν επιδίωκε καμιά εδαφική επέκταση. β) Η Ελλάδα έπρεπε να αποφύγει την ανάμειξή της σε έναν νέο πόλεμο και να δώσει προτεραιότητα στα δικά της εσωτερικά προβλήματα. γ) Όσον αφορά τους εξωτερικούς προσανατολισμούς, η Αθήνα έπρεπε να ακολουθήσει την πολιτική της ισορροπίας στις διεθνείς σχέσεις. Έπρεπε δηλαδή να βελτιώσει τις σχέσεις της με την Ιταλία αλλά και να διατηρήσει τις καλές της σχέσεις με τη Βρετανία και τη Γαλλία. δ) Μέσα στους άξονες της εξωτερικής πολιτικής του Βενιζέλου ήταν και η εδραίωση της ελληνοτουρκικής φιλίας, που θα δημιουργούσε «τους όρους ειρηνικής συμβιώσεως των δύο λαών και κατασιγάσεως ενός ανταγωνισμού αιώνων».
Στα πλαίσια αυτής της ρεαλιστικής πολιτικής η Ελλάδα υπόγραφε στις 23 του Σεπτέμβρη του 1928 σύμφωνο φιλίας με την Ιταλία, με το οποίο η Ρώμη πρόσφερε εγγύηση στα ελληνικά σύνορα. Επιπλέον με την ελληνοϊταλική φιλία ενισχυόταν η παρουσία των Ελλήνων στα ιταλοκρατούμενα Δωδεκάνησα.
Στις 30 του Οκτώβρη του 1930 υπογραφόταν το σύμφωνο φιλίας Ελλάδας – Τουρκίας, με το οποίο ο Βενιζέλος έδωσε τέλος σ’ όλες τις ελληνοτουρκικές διαφορές και εξασφάλισε τη διατήρηση του ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης, της Ίμβρου και της Τενέδου. Ο συντηρητικός Παναγιώτης Πιπινέλης αναφερόμενος στην «οριστικήν εκκαθάρισιν των ελληνοτουρκικών σχέσεων» γράφει για τον Βενιζέλο πως «αναμφισβητήτως το έργον του αυτό πρέπει να του καταλογισθή ως εν από τα μεγαλύτερα κατορθώματά του».
Μετά την υπογραφή του ελληνοϊταλικού συμφώνου φιλίας ο Βενιζέλος δήλωνε: «Δωδεκανησιακόν ζήτημα δεν υφίσταται μεταξύ Ελλάδος και Ιταλίας, όπως δεν υφίσταται κυπριακόν ζήτημα μεταξύ Ελλάδος και Μεγάλης Βρετανίας».
Βέβαια τα λόγια αυτά δεν άρεσαν στους εθνικιστές της Κύπρου και των Δωδεκανήσων. Όμως ήταν στα πλαίσια μιας αναλυτικής ρεαλιστικής πολιτικής, που ο Βενιζέλος σε συνομιλία του με τον δημοσιογράφο Πότη Τσιμπιδάρο, την είχε καθορίσει ως εξής:
«Δεν μπορώ εγώ να είμαι εις τα νέφη και να λέγω «θέλω τα Δωδεκάνησα ή θέλω την Κύπρον», όταν αι αντικειμενικαί συνθήκαι δεν μου εξασφαλίζουν έδαφος επιτυχίας. Δεν εννοώ να διακυβεύσω τας σχέσεις μου με την Αγγλίαν και την Ιταλίαν, όταν δεν πατώ εις ασφαλές έδαφος. Δεν μπορώ να διακινδυνεύσω εγώ το όλον διά το μέρος. Τα δίκαια της Κύπρου και των Δωδεκανήσων είναι ιερά. Αλλά δεν ήλθεν ακόμη η ώρα τους.»
Ειδικά για το Κυπριακό, ο Έλληνας Πρωθυπουργός απόρριπτε το ανεδαφικό «ένωσις και μόνον ένωσις» και πίστευε πως το ζήτημα έπρεπε να παραμείνει ανάμεσα στους Κυπρίους και τη Βρετανία και να αποφευχθεί η μεταβολή του σε ελληνοβρετανική διαφορά, για να μην επηρεαστούν αρνητικά οι σχέσεις των δύο χωρών. Οι Κύπριοι λοιπόν έπρεπε να διατηρήσουν καλές σχέσεις με τη Βρετανία και να ακολουθήσουν τον δρόμο της εξελικτικής λύσης στο πρόβλημά τους. Έπρεπε δηλαδή να ξεχάσουν την ένωση, να διεκδικήσουν πολιτικές ελευθερίες και μέσα από τη διεύρυνσή τους να φτάσουν σε κατοπινό στάδιο στην ανεξαρτησία.
Από τον ρεαλισμό στην ενωτική συνθηματολογία
Πριν ακόμα από την άνοδο του Βενιζέλου στην εξουσία παρατηρήθηκε στην Κύπρο ένας ρεαλισμός όσον αφορά την πολιτική στο Κυπριακό. Κι αυτό φαίνεται από τις εκλογές για το νομοθετικό σώμα τον Οκτώβρη του 1925, όπου εκλέχτηκαν οι υποστηρικτές της διεύρυνσης των πολιτικών ελευθεριών στα πλαίσια της βρετανικής διοίκησης και απότυχαν οι φανατικοί ενωτικοί.
Όμως σύντομα το κλίμα αντιστράφηκε και σε αυτό συνέβαλαν οι ακόλουθοι λόγοι: α) Η κακή οικονομική κατάσταση. β) Η προσδοκία πως σε περίπτωση ένωσης θα γίνονταν απαλλοτριώσεις προς όφελος των αγροτών. γ) Οι αντιδράσεις που προκάλεσε ο νόμος για έλεγχο από τη Βρετανία της δημοτικής εκπαίδευσης, παρόλο που οι δάσκαλοι προτιμούσαν για οικονομικούς λόγους να είναι δημόσιοι υπάλληλοι. δ) Η έντονη ενωτική δραστηριότητα του Έλληνα προξένου Αλέξη Κύρου, κατά παράβαση της πολιτικής του Βενιζέλου και του μητροπολίτη Κιτίου Νικόδημου Μυλωνά.
Έτσι στις εκλογές του Οκτώβρη του 1930 επικράτησαν άνετα οι οπαδοί του «ένωσις και μόνον ένωσις».
Η επικράτηση αυτή άνοιξε τον δρόμο προς την αδιαλλαξία και τα Οκτωβριανά με πρωταγωνιστές τον Κύρου και τον Νικόδημο Μυλωνά. Μάλιστα, στις 30 του Απρίλη του 1931, ο Κύρου σε μήνυμά του στην ελληνική κυβέρνηση μιλά για τον «κίνδυνο» «χαλαρώσεως εθνικού φρονήματος υπό φιλελευθερώτερον καθεστώς». Η θέση αυτή είναι πράγματι εκπληκτική. Δεν έπρεπε το καθεστώς της αποικιοκρατίας να φιλελευθεροποιηθεί για να μη χαλαρώσει το εθνικό φρόνημα! Η φιλελευθεροποίηση όμως οδηγούσε στην ανεξαρτησία. Κι αυτήν ήθελαν να αποφύγουν οι εθνικιστές, γι’ αυτό προτιμούσαν οι Κύπριοι να ζήσουν σ’ ένα σκληρό αποικιακό καθεστώς!
Ο Βενιζέλος στην προσπάθειά του να συνετίσει τον Κύρου του στέλνει, στις 13 του Μάη του 1931, το πιο κάτω μήνυμα: «Η παραχώρησις ευρυτέρων πολιτικών ελευθεριών θα έπρεπε να γίνη ευχαρίστως δεκτή από κάθε Κύπριον πατριώτην. Δεν βλέπω ποίαν χρησιμότητα μπορεί να έχη η εμμονή εις την σημερινήν αδιαλλαξίαν και μάλιστα η έντασις αυτής εις απάντησιν παραχωρήσεων αι οποίαι επιτρέπουν να προσδοκώμεν βελτίωσιν της καταστάσεως. Η αποδοχή και η άσκησις των τυχόν παρασχεθησομένων νέων ελευθεριών και η διεκδίκησις διά νομίμων μέσων ευρυτέρων τοι ούτων μου φαίνεται η μόνη ενδεικνυομένη διά την Κύπρον οδός. Πρέπει να εγκαταλειφθή η αντίληψις ότι είναι δυνατόν το βάρος της κυπριακής δυνάμεως να φέρη αποτελέσματα τα οποία αν επιδιωχθούν με λογικώτερα μέσα, θα ωριμάσουν αφ’ εαυτών όταν έλθη το πλήρωμα του χρόνου».
Μάταια όμως ο Κρητικός πολιτικός προειδοποιούσε τον Κύρου και τους Ελληνοκύπριους εθνικιστές να μην υπερτιμούν «το βάρος της κυπριακής δυνάμεως». Αυτοί δυστυχώς είχαν αποφασίσει τον δρόμο της ρήξης με τους Βρετανούς, χωρίς να αντιλαμβάνονται τις συνέπειες.
Η διαθήκη Βενιζέλου για το Κυπριακό
Στις 21 του Οκτώβρη του 1931 οι Ελληνοκύπριοι ξεκινούσαν μια δυναμική αναμέτρηση με τους Βρετανούς. Κατέβηκαν σε μαχητικές διαδηλώσεις, έκαμαν επιθέσεις εναντίον κυβερνητικών κτηρίων και αστυνομικών σταθμών και έκαψαν το κυβερνείο στη Λευκωσία. Κι όλα αυτά ενώ ο Βενιζέλος προσπαθούσε «να εκμαιεύσει μια μονομερή βρετανική προσφορά μέσω εμπιστευτικών διμερών συνομιλιών». Οι Βρετανοί αντέδρασαν δυναμικά, κατέστειλαν την εξέγερση κι οδήγησαν την Κύπρο σε μια περίοδο σκληρής δικτατορίας με κατάργηση όλων των πολιτικών ελευθεριών. Ο Βενιζέλος με βαριά λόγια καταδίκασε τις ενέργειες των Ελληνοκυπρίων τονίζοντας πως ζήμιωναν τον αγώνα τους και τόνισε τη σημασία που είχαν για την Ελλάδα οι σχέσεις της με τη Βρετανία. Ακόμα ο Έλληνας πρωθυπουργός είπε για τους Ελληνοκυπρίους πως με το να επιζητούν να διαταράξουν τις σχέσεις της Ελλάδας με τη Βρετανία «θα ηδύναντο όμως να προκαλέσουν συμφοράν διά την Ελλάδα, με την οποίαν ζητούν να ταυτίσουν την τύχην των». Η εξέγερση του 1931 οδήγησε το Κυπριακό στην οπισθοδρόμηση και έκλεισε τον δρόμο σε μια εξελικτική λύση που οδηγούσε στην ανεξαρτησία. Είναι εκπληκτικό το ότι οι Ελληνοκύπριοι αγνόησαν τις θέσεις του Βενιζέλου και ακολούθησαν ένα νεαρό πρόξενο, κάποιους ιεράρχες και μερικούς πολιτικούς, που όλοι κινούνταν από αλόγιστο συναισθηματισμό, χωρίς να έχουν καμιά γνώση των πολιτικών δεδομένων της εποχής. Ο εξόριστος Βενιζέλος λίγο πριν τον θάνατό του, τον Μάρτη του 1936, άφησε σε σημείωμά του τη διαθήκη του για το Κυπριακό.
Σε αυτή συνιστούσε στους Ελληνοκυπρίους να είναι νομοταγείς πολίτες της Βρετανικής αυτοκρατορίας, για να έχουν «εις χρόνον ουχί μακρόν» ένα ανεξάρτητο κράτος και να φροντίσουν οι σχέσεις τους με τους Τουρκοκύπριους «να γίνωνται καθημέραν στενώτεραι και φιλικώτεραι». Οι Ελληνοκύπριοι όμως δεν σεβάστηκαν τον Βενιζέλο ούτε ζωντανό ούτε νεκρό. Δεν τον σεβάστηκαν νεκρό ούτε οι Ελλαδίτες πολιτικοί. Όλοι έκαμαν τα αντίθετα απ’ αυτά που έλεγε η διαθήκη του. Τα αποτελέσματα τα βλέπουμε σήμερα.