Η ΟΕΛΜΕΚ και η Παγκύπρια Συνομοσπονδία Γονέων Μέσης Εκπαίδευσης εκφράζουν την έντονη απογοήτευση και ανησυχία τους για το γεγονός ότι το Υπουργείο Οικονομικών αρνήθηκε να εντάξει στον κρατικό προϋπολογισμό του 2027, τις 60 πρόσθετες θέσεις Εκπαιδευτικών Ψυχολόγων που εισηγήθηκε το Υπουργείο Παιδείας.
Η συγκεκριμένη απόφαση, όπως αναφέρεται σε κοινή ανακοίνωση των Οργανώσεων, προκαλεί σοβαρό προβληματισμό, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία τα σχολεία βρίσκονται αντιμέτωπα με αυξημένα περιστατικά βίας, παραβατικότητας, ψυχικών και συναισθηματικών δυσκολιών, καθώς και άλλων σύνθετων προκλήσεων που επηρεάζουν τη σχολική ζωή και την ευημερία των μαθητών.
Η Υπηρεσία Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας, προστίθεται, δεν αποτελεί μια συμπληρωματική ή δευτερεύουσα υπηρεσία. «Πρόκειται για μια υπηρεσία που καλείται να στηρίξει τους μαθητές με παραβατικές συμπεριφορές, σοβαρές συναισθηματικές δυσκολίες, μαθησιακές και άλλες ανάγκες, τους εκπαιδευτικούς που καθημερινά διαχειρίζονται περιστατικά βίας, κρίσεων και άλλων δύσκολων καταστάσεων μέσα στις σχολικές αίθουσες, καθώς και το ίδιο το σχολείο ως χώρο πρόληψης, έγκαιρης παρέμβασης και προστασίας».
Όπως επισημαίνεται «η υφιστάμενη στελέχωση της Υπηρεσίας δεν επαρκεί για να ανταποκριθεί στις πραγματικές ανάγκες των σχολικών μονάδων. Ως αποτέλεσμα, παρατηρούνται καθυστερήσεις στην παροχή αναγκαίας στήριξης προς μαθητές, γονείς και εκπαιδευτικούς, γεγονός που επηρεάζει άμεσα την αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων και την ομαλή λειτουργία των σχολείων.
Η ψυχική υγεία των παιδιών μας δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως δαπάνη που μπορεί να αναβάλλεται ή να περικόπτεται. Αντίθετα, αποτελεί επένδυση με άμεσο κοινωνικό και εκπαιδευτικό αντίκτυπο και πρέπει να βρίσκεται στις πρώτες προτεραιότητες της Πολιτείας».
Τέλος, ΟΕΛΜΕΚ και γονείς Μέσης καλούν το Υπουργείο Οικονομικών και την Πολιτεία να αναθεωρήσουν άμεσα τη θέση τους και να εγκρίνουν τις αναγκαίες νέες θέσεις Εκπαιδευτικών Ψυχολόγων, ώστε να ενισχυθεί ουσιαστικά η Υπηρεσία Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας. «Η υφιστάμενη αναλογία στην Κύπρο, που ανέρχεται σε έναν Εκπαιδευτικό Ψυχολόγο για κάθε 1.859 μαθητές, υπολείπεται σημαντικά των διεθνών προτύπων και των πρακτικών που εφαρμόζονται σε άλλες χώρες, όπου η αναλογία κυμαίνεται γύρω στο 1:500 ή και χαμηλότερα. Η πραγματικότητα αυτή καθιστά επιτακτική την άμεση ενίσχυση της Υπηρεσίας, ώστε να μπορεί να ανταποκρίνεται έγκαιρα και αποτελεσματικά στις ολοένα αυξανόμενες ανάγκες των μαθητών, των εκπαιδευτικών και των σχολικών μονάδων».