Την έναρξη θεσμικού διαλόγου για το καθεστώς λειτουργίας των εργαστηρίων τέχνης και δημιουργικής απασχόλησης ζητά το Ε.ΚΑ.ΤΕ., με επιστολή που απευθύνει προς την Υπουργό Παιδείας, Αθλητισμού και Νεολαίας Αθηνά Μιχαηλίδου, την Υφυπουργό Πολιτισμού Λίνα Κασσιανίδου, τα μέλη της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Παιδείας, καθώς και προς τα μέσα ενημέρωσης.

Αφορμή αποτελεί καταγγελία μέλους του Σωματείου, σύμφωνα με την οποία λειτουργός του Υπουργείου Παιδείας χειρίστηκε υπόθεση ιδιωτικού εργαστηρίου τέχνης με τρόπο που, όπως υποστηρίζει το Ε.ΚΑ.ΤΕ., εγείρει σοβαρά ερωτήματα για την εφαρμογή της νομοθεσίας και την αντιμετώπιση των επαγγελματιών του χώρου.

Το Σωματείο ζητά την άμεση εσωτερική διερεύνηση του περιστατικού, ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσο τηρήθηκαν οι αρχές της χρηστής διοίκησης, της αναλογικότητας και του επαγγελματικού σεβασμού. Όπως σημειώνει, η εφαρμογή της νομοθεσίας πρέπει να γίνεται «με διαφάνεια, αντικειμενικότητα και σεβασμό προς τους πολίτες», χωρίς να δημιουργούνται συνθήκες αχρείαστης ψυχολογικής ή επαγγελματικής πίεσης.

Ιδιαίτερη ανησυχία εκφράζει επίσης για αναφορά που, σύμφωνα με την καταγγελία, φέρεται να έκανε λειτουργός του Υπουργείου ότι «θα ακολουθήσουν και άλλα εργαστήρια». Κατά το Ε.ΚΑ.ΤΕ., η διατύπωση αυτή δημιουργεί ανασφάλεια σε ολόκληρο τον κλάδο και καθιστά ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη για διάλογο σχετικά με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο.

Στην επιστολή υπογραμμίζεται ότι τα εργαστήρια τέχνης και δημιουργικής απασχόλησης αποτελούν διακριτή κατηγορία εκπαιδευτικών και πολιτιστικών χώρων, με διαφορετική λειτουργία και σκοπό από τα ιδιωτικά φροντιστήρια. Παράλληλα επισημαίνεται ότι η κυπριακή νομοθεσία ήδη αναγνωρίζει ιδιαίτερο καθεστώς για άλλες μορφές καλλιτεχνικής εκπαίδευσης, όπως οι σχολές χορού, τα ωδεία και τα θεατρικά εργαστήρια.

Στο πλαίσιο αυτό, το Ε.ΚΑ.ΤΕ. ζητά την κατ’ εξαίρεση θεσμική ρύθμιση των εργαστηρίων τέχνης και δημιουργικής απασχόλησης και καλεί το Υφυπουργείο Πολιτισμού να διαδραματίσει ενεργό ρόλο, καθώς θεωρεί ότι οι συγκεκριμένες δραστηριότητες ανήκουν πρωτίστως στον χώρο του πολιτισμού και της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης.

Μεταξύ των εισηγήσεων που καταθέτει είναι ο καθορισμός αντικειμενικών κριτηρίων που θα διακρίνουν τα εργαστήρια τέχνης από τα ιδιωτικά φροντιστήρια, η αναγνώριση των χώρων δημιουργικής απασχόλησης ως πολιτιστικών δομών, η προσαρμογή των πολεοδομικών και τεχνικών απαιτήσεων στη φύση των συγκεκριμένων χώρων και η καθιέρωση διαδικασίας συμμόρφωσης, ώστε οι ιδιοκτήτες να λαμβάνουν πρώτα ειδοποίηση και εύλογο χρονικό διάστημα για διορθωτικές ενέργειες πριν από την επιβολή διοικητικών μέτρων.

Το Σωματείο καταλήγει εκφράζοντας την έντονη ανησυχία του για τον τρόπο με τον οποίο, σύμφωνα με την καταγγελία, αντιμετωπίστηκε το μέλος του και ζητά συνάντηση με τους αρμόδιους φορείς, με στόχο την εξεύρεση λύσεων που θα διασφαλίζουν τόσο τη νομιμότητα όσο και τη βιωσιμότητα των εργαστηρίων τέχνης και δημιουργικής απασχόλησης.