Όπως καταγγέλλει το Επιμελητήριο, δεν διασφαλίστηκε η ανωνυμία και το αμερόληπτο στη διαδικασία.
Το Επιμελητήριο Καλών Τεχνών Κύπρου αμφισβητεί τα αποτελέσματα του διαγωνισμού που έγινε για την επιλογή έργου τέχνης στο Λανίτειο Γυμνάσιο στη Λεμεσό στο πλαίσιο της εφαρμογής του σχετικού νόμου του 1% για τον εμπλουτισμό των δημόσιων κτηρίων με έργα τέχνης.
Σε ανακοίνωση του το Ε.ΚΑ.ΤΕ κατηγορεί τον αγωνοθέτη «για σειρά από προχειρότητες και παρατυπίες οι οποίες δεν κατάφεραν να διασφαλίσουν την ανωνυμία και το αμερόληπτο στην διαδικασία».
Το Επιμελητήριο των καλλιτεχνών σημειώνει τους λόγους που το οδήγησαν στην αμφισβήτηση του αποτελέσματος:
- Προσκλήθηκαν τα μέλη της Επιτροπής στη ξενάγηση κάτι που δεν είναι παράνομο. Μετά όμως από απειλές που δέχθηκε στην συνέχεια η Εφορία Λεμεσού από τον σύνδεσμο Ει. Κα. αποφάσισε όπως προβεί στη αλλαγή των μελών της επιτροπής.
- Παρέλειψαν να διασφαλίσουν την ανωνυμία των προτάσεων. α.) Απουσία υπευθύνου στην υποδοχή των προτάσεων ώστε να γίνει σωστή ταξινόμηση και διασφάλιση της ανωνυμίας. β.) Στάλθηκαν emails στους διαγωνιζομένους για την παραλαβή των προτάσεων τους πριν από την συνεδρίαση την επιτροπής γεγονός που υποδεικνύει ότι οι φάκελοι τον προτάσεων ανοίχτηκαν παράνομα πιο πριν.
- Καθυστέρηση της διαδικασίας με αποτέλεσμα τα έργα να μείνουν εκτεθειμένα στο χώρο μέχρι που παραπονέθηκαν οι διαγωνιζόμενοι.
- Προσκλήθηκε σύσταση νέας Κριτικής Επιτροπής αλλά απέτυχαν να ολοκληρώσουν σωστά και αμερόληπτα την απόφασή τους ώστε όλα τα εμπλεκόμενα μέρη να τύχουν ισάξιου χειρισμού.
- Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας, δεν έγινε έκθεση των προτάσεων όπως αναγράφεται στους όρους.
- Η Σχολική Εφορία Λεμεσού αμέλησε πλήρως να ενημερώσει τους καλλιτέχνες για την επιστροφή των έργων/προτάσεων τους.
Η εκπρόσωπός του Ε.ΚΑ.ΤΕ η οποία στην συνεδρίαση για την διεξαγωγή των αποτελεσμάτων βρέθηκε προ εκπλήξεως υποστηρίζει τα παρακάτω:
- Η Εφορία δεν ακολούθησε την συμφωνία για αντικατάσταση των μελών.
- Υπήρχαν 8 προτάσεις. Μια από αυτές δεν ήταν σε κουτί, αλλά πρόχειρα σκεπασμένη με ένα ρούχο (παράτυπο με βάση τις αυστηρές οδηγίες που δόθηκαν στους αιτούντες για τήρηση της ανωνυμίας). Μετά από ψηφοφορία βραβεύτηκε με το πρώτο βραβείο. Θεώρησα ότι από τη στιγμή που η Εφορία το παρέλαβε και το δέχτηκε χωρίς να είναι σε κουτί, πως μπορούσε να λάβει μέρος στο διαγωνισμό;
- Δόθηκαν δύο έπαινοι και χρηματικό ποσό €1270 για το κάθε έπαινο. Δυο μέρες μετά το διαγωνισμό ειδοποιήθηκα τηλεφωνικώς ότι το ένα από τα δύο έργα δεν μπορούσε να πάρει τον χρηματικό έπαινο διότι αυτοί που είχαν κερδίσει δεν ήταν εικαστικοί αλλά αρχιτέκτονες (η προκήρυξη αναφέρει γενικότερα καλλιτέχνες και όχι ειδικότερα εικαστικούς. Οι αρχιτέκτονες εμπίπτουν στην κατηγορία καλλιτεχνών αφού η αρχιτεκτονική βρίσκεται στη λίστα εκ των επτά τεχνών).
«Ακολούθως τέθηκε το θέμα ποιος θα έπαιρνε τον έπαινο. Σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχα από τον συντονιστή της Εφορίας εισηγήθηκα να το πάρει ο αμέσως επόμενος στη σειρά αφού με ψηφοφορία είχαμε κατατάξει όλα τα έργα πρώτο δεύτερο μέχρι το τελευταίο. Όμως μου ειπώθηκε ότι η εκπρόσωπος του Ει.Κα σε τηλ. συνομιλία με την Εφορία εισηγήθηκε την παράκαμψη της ψηφοφορίας και όπως ο έπαινος δοθεί στο πέμπτο κατά σειρά. Εγώ δεν το δέχτηκα φυσικά. Περαιτέρω εισηγήθηκαν όπως γίνει τηλεδιάσκεψη για να αποφασίσουμε κάτι που ήδη είχαμε αποφασίσει.
» Αυτό με έκανε να σκεφτώ την όλη διαδικασία του διαγωνισμού και κατά πόσο ήταν αμερόληπτη. Στη Επιτροπή αντικαταστάθηκαν μόνο δυο από τα 5 μέλη. Με το τέλος των εργασιών ήταν εμφανές ότι δύο από τα μέλη γνώριζαν την καλλιτέχνη που βραβεύτηκε με το πρώτο βραβείο. Και στην συνέχεια το ένα από τα δύο μέλη, εκπρόσωπος του Ει.Κα., τηλεφώνησε η ίδια στην πρωτεύσαντα για να της το ανακοινώσει».
Στην ανακοίνωση του το Ε.ΚΑ.ΤΕ υποστηρίζει πως «λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πάνω παρατηρήσεις του εκπροσώπου και μέλους μας δεν έχουμε άλλη επιλογή παρά να εκφράσουμε την αμφισβήτηση μας για τη διαδικασία που ακολουθήθηκε στην εξέλιξη του διαγωνισμού και φυσικά το αποτέλεσμα του».
Συμπληρωματικά, προσθέτει το Επιμελητήριο, «είναι σημαντικό να αναγνωρίσουν όλα τα εμπλεκόμενα μέρη ότι η νομοθεσία για τον εμπλουτισμό των δημοσίων κτηρίων έγινε για δυο πολύ καλούς λόγους. Την ενίσχυση της καλλιτεχνικής κοινότητας και την δημιουργία κουλτούρας που θα ενέπνεε την σχέση της τέχνης και κοινού. Αυτός ο νόμος δεν ψηφίστηκε για να τον οικειοποιούνται κάποιοι αλλά ούτε για να αποτελέσει το μέσο προσωπικής ανάδειξης κανενός».