Με τη σφραγίδα του Εφετείου επικυρώθηκε η αθώωση εν διαστάσει συζύγου για υπόθεση φερόμενης παράνομης εισόδου σε οικία στον Πρόδρομο, καθώς κρίθηκε ότι διατηρούσε δικαίωμα χρήσης του ακινήτου και δεν αποδείχθηκε πρόθεση όχλησης του παραπονούμενου.
Η υπόθεση αφορούσε ιδιωτική ποινική δίωξη που καταχωρίστηκε το 2021 από τον παραπονούμενο εναντίον τεσσάρων προσώπων, μεταξύ των οποίων και της εν διαστάσει συζύγου του. Οι κατηγορίες σχετίζονταν με παράνομη είσοδο σε ξένη περιουσία με σκοπό τη διάπραξη αδικήματος ή την όχληση του κατόχου, καθώς και συνωμοσία προς διάπραξη του εν λόγω αδικήματος, για γεγονότα που φέρονται να έλαβαν χώρα τον Αύγουστο του 2021 σε οικία στον Πρόδρομο.
Κατά την πρωτόδικη διαδικασία, η εφεσίβλητη κλήθηκε σε απολογία μόνο για την πρώτη κατηγορία, ενώ οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι απαλλάχθηκαν. Με την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε η υπόθεση πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και προχώρησε στην αθώωση της κατηγορούμενης, απορρίπτοντας τη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής ως αναξιόπιστη.
Καθοριστικής σημασίας για την έκβαση της υπόθεσης ήταν η αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε ως αναξιόπιστες τις καταθέσεις του παραπονούμενου και βασικών μαρτύρων του, επισημαίνοντας αντιφάσεις και έλλειψη προσωπικής γνώσης, ενώ αντίθετα έκρινε αξιόπιστη τη μαρτυρία της κατηγορούμενης. Έγινε δεκτό ότι η ίδια εισήλθε στην επίδικη οικία, ασκώντας δικαίωμα χρήσης, στο πλαίσιο εκκρεμούσας διαφοράς περιουσιακής φύσεως μεταξύ των διαδίκων και χωρίς πρόθεση να ενοχλήσει τον παραπονούμενο.
Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, δεν αποδείχθηκε ότι η κατοικία βρισκόταν στην αποκλειστική κατοχή του παραπονούμενου, ούτε ότι υπήρχε σχετική συμφωνία μεταξύ των μερών. Αντιθέτως, διαπιστώθηκε ότι το ιδιοκτησιακό καθεστώς της οικίας παρέμενε αδιευκρίνιστο, ενώ και οι δύο πλευρές διεκδικούσαν δικαιώματα χρήσης στο πλαίσιο διαδικασιών ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Υπό τα δεδομένα αυτά, κρίθηκε ότι η εφεσίβλητη είχε δικαίωμα να χρησιμοποιεί την οικία από κοινού.
Το Εφετείο, εξετάζοντας τους τέσσερις λόγους έφεσης που προέβαλε ο εφεσείων, έκρινε ότι αυτοί στερούνται βάσης. Όπως επισημαίνεται στην απόφαση, οι αιτιάσεις του εφεσείοντα εδράζονται σε εσφαλμένη κατανόηση των ευρημάτων του πρωτόδικου Δικαστηρίου και επιχειρούν ουσιαστικά να αμφισβητήσουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας, κάτι που δεν επιτρέπεται στο πλαίσιο έφεσης κατά αθωωτικής απόφασης, η οποία περιορίζεται σε νομικά ζητήματα.
Το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εφάρμοσε λανθασμένα τον νόμο ως προς την έννοια της κατοχής, διευκρινίζοντας ότι η κατοχή δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκην με την ιδιοκτησία και ότι, εν προκειμένω, δεν αποδείχθηκε αποκλειστική κατοχή από τον εφεσείοντα. Παράλληλα, έκρινε ότι δεν στοιχειοθετήθηκε το απαραίτητο στοιχείο της πρόθεσης για όχληση, το οποίο αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της παράνομης εισόδου.
Αναφορικά με επιμέρους τεκμήρια και μηνύματα που επικαλέστηκε ο εφεσείων, το Εφετείο σημείωσε ότι αυτά αξιολογήθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο και δεν αποκλείστηκαν, απορρίπτοντας τον σχετικό ισχυρισμό. Επιπλέον, απέρριψε τη θέση ότι η εκκρεμοδικία ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου δημιουργούσε αυτομάτως δικαιώματα, διευκρινίζοντας ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο απλώς έλαβε υπόψη τη διεκδίκηση δικαιωμάτων και τη σχετική μαρτυρία.
Καταλήγοντας, το Εφετείο έκρινε ότι η πρωτόδικη απόφαση ήταν ορθή τόσο ως προς την αξιολόγηση της μαρτυρίας όσο και ως προς την εφαρμογή του νόμου και δεν διαπιστώθηκε οποιοδήποτε νομικό σφάλμα που να δικαιολογεί παρέμβαση. Ως εκ τούτου, απέρριψε την έφεση στο σύνολό της και επικύρωσε την αθώωση της εφεσίβλητης, επιδικάζοντας παράλληλα έξοδα υπέρ της.