Οριστικό τέλος στην προσπάθεια ανατροπής της καταδίκης για θανατηφόρο τροχαίο, έβαλε το Εφετείο, απορρίπτοντας την έφεση οδηγού και κρίνοντας ότι η ποινή των 24 μηνών φυλάκισης και η τρίμηνη στέρηση άδειας οδήγησης που του επιβλήθηκαν από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού ήταν πλήρως ορθή και αιτιολογημένη, χωρίς να εντοπίζεται οποιοδήποτε νομικό ή πραγματικό σφάλμα που να δικαιολογεί επέμβαση. Σημειώνεται ότι ο οδηγός είχε δηλώσει παραδοχή στο αδίκημα της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης ή απερίσκεπτης συμπεριφοράς.
Η υπόθεση εξετάστηκε από τριμελές Εφετείο, αποτελούμενο από τις δικαστές Μ. Αμπίζα, Στ. Χριστοδουλίδου-Μεσσιού και Ι. Στυλιανίδου, το οποίο εξέδωσε ομόφωνη απόφαση.
Με δύο λόγους έφεσης, ο εφεσείων αμφισβητούσε τόσο τη νομιμότητα της πρωτόδικης απόφασης όσο και την αυστηρότητα της ποινής, υποστηρίζοντας ότι το Δικαστήριο στηρίχθηκε σε εσφαλμένα πραγματικά δεδομένα και δεν αποτίμησε ορθά τους μετριαστικούς παράγοντες.
Σε ό,τι αφορά τον πρώτο λόγο, ο εφεσείων ισχυρίστηκε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλε ως προς την εκτίμηση της ταχύτητας του οχήματος κατά τη σύγκρουση, θεωρώντας ότι αυτή ανερχόταν περίπου στα 98 χιλιόμετρα την ώρα, βασιζόμενο σε φωτογραφία του δείκτη ταχύτητας μετά το δυστύχημα. Η υπεράσπιση υποστήριξε ότι η θέση της ήταν για ταχύτητα περίπου 80 χιλιομέτρων και ότι δεν υπήρξε σαφής κατάληξη ως προς το ζήτημα αυτό.
Το Εφετείο απέρριψε τη θέση αυτή, κρίνοντας ότι από τα πρακτικά της πρωτόδικης διαδικασίας προέκυπτε αποδοχή από την υπεράσπιση ότι η ταχύτητα κατά τη σύγκρουση ήταν περίπου 90 χιλιόμετρα, γεγονός που δεν άφηνε ανοιχτό ζήτημα διχογνωμίας ώστε να επιβάλλεται ξεχωριστή διαδικασία διαπίστωσης γεγονότων. Παράλληλα, το Δικαστήριο σημείωσε ότι ακόμη και η απόκλιση μεταξύ 90 και 98 χιλιομέτρων δεν συνιστά ουσιώδες σφάλμα ικανό να ανατρέψει την πρωτόδικη κρίση, ιδιαίτερα υπό το φως του επιτρεπόμενου ορίου των 65 χιλιομέτρων.
Αναφορικά με δεύτερο ισχυρισμό περί εσφαλμένης εκτίμησης της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, ο εφεσείων υποστήριξε ότι η χρήση κάνναβης 1–2 ημέρες πριν το δυστύχημα δεν αποτελούσε γενεσιουργό αιτία της σύγκρουσης και ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο την συνεκτίμησε λανθασμένα ως επιβαρυντικό παράγοντα. Το Εφετείο απέρριψε κι αυτό το επιχείρημα, κρίνοντας ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά έλαβε υπόψη το γεγονός στο πλαίσιο της συνολικής αξιολόγησης της επικινδυνότητας της οδήγησης, επισημαίνοντας ότι η επιλογή οδήγησης υπό τέτοιες συνθήκες αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της αμέλειας.
Σε σχέση με τον δεύτερο λόγο έφεσης, ο εφεσείων υποστήριξε ότι η ποινή των 24 μηνών ήταν έκδηλα υπερβολική, ότι δεν δόθηκε επαρκής βαρύτητα στο λευκό ποινικό μητρώο του και στις προσωπικές του περιστάσεις, ιδίως στη σχέση του με την ανήλικη κόρη του, η οποία είχε χάσει τη μητέρα της στο ίδιο δυστύχημα και βρισκόταν υπό τη φροντίδα της οικογένειάς του.
Το Εφετείο έκρινε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε ορθή και ισορροπημένη στάθμιση όλων των παραγόντων, επισημαίνοντας ότι είχε λάβει υπόψη τόσο τα μετριαστικά στοιχεία όσο και τη σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη αποτροπής. Υπογράμμισε επίσης ότι οι θανατηφόρες τροχαίες συγκρούσεις αποτελούν διαρκές κοινωνικό πρόβλημα που δικαιολογεί αυστηρή τιμωρητική προσέγγιση.
Τέλος, το Δικαστήριο απέρριψε και τον ισχυρισμό περί εσφαλμένης επιβολής της στέρησης άδειας οδήγησης, κρίνοντας ότι αυτή κινήθηκε εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου και δεν υπήρχαν ειδικοί λόγοι που να δικαιολογούν μείωση ή μη επιβολή της. Επισημάνθηκε ότι δεν τέθηκαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου στοιχεία που να καταδεικνύουν υπέρμετρη επαγγελματική ή προσωπική επιβάρυνση από τη στέρηση.
Με βάση τα πιο πάνω, το Εφετείο κατέληξε ότι δεν εντοπίζεται νομικό ή πραγματικό σφάλμα που να δικαιολογεί επέμβασή του, απορρίπτοντας την έφεση στο σύνολό της και επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση.