Υπόθεση έντονης αντιπαράθεσης μεταξύ πρώην συζύγων, που περιλάμβανε απειλές και επεισόδιο σε δημόσιο χώρο, έφτασε μέχρι το Εφετείο, με τον καταδικασθέντα να επιχειρεί να ανατρέψει τη σε βάρος του ετυμηγορία, χωρίς όμως να καταφέρει να πείσει το Δικαστήριο, το οποίο επικύρωσε την ενοχή του. Συγκεκριμένα, το Εφετείο απέρριψε την έφεση που καταχώρισε άνδρας κατά της καταδίκης του για επίθεση και απειλή σε βάρος της πρώην συζύγου του, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου.

Η υπόθεση αφορούσε περιστατικά που σημειώθηκαν τον Φεβρουάριο του 2020, με τον εφεσείοντα να αντιμετωπίζει τέσσερις κατηγορίες, μεταξύ των οποίων επίθεση, πρόκληση ταραχής σε δημόσιο χώρο και απειλή. Το πρωτόδικο δικαστήριο τον έκρινε ένοχο στις τρεις από αυτές και του επέβαλε ποινές φυλάκισης συνολικής διάρκειας εννέα μηνών, οι οποίες ανεστάλησαν για περίοδο τριών ετών, καθώς και χρηματική ποινή €100.

Ο εφεσείων προσέβαλε την καταδίκη προβάλλοντας οκτώ λόγους έφεσης, επικεντρώνοντας κυρίως στην αξιολόγηση της μαρτυρίας και υποστηρίζοντας ότι το πρωτόδικο δικαστήριο λανθασμένα αποδέχθηκε την εκδοχή της παραπονούμενης και απέρριψε τη δική του.

Το Εφετείο, εξετάζοντας συνολικά την υπόθεση, έκρινε ότι οι αιτιάσεις του εφεσείοντα είναι αβάσιμες και στηρίζονται σε αποσπασματική ανάγνωση της πρωτόδικης απόφασης. Όπως επισημαίνεται, το πρωτόδικο δικαστήριο προχώρησε σε πλήρη και αιτιολογημένη αξιολόγηση της μαρτυρίας όλων των εμπλεκομένων, καταλήγοντας σε ευρήματα που ήταν εύλογα και επιτρεπτά με βάση το σύνολο των στοιχείων.

Κεντρικό ρόλο στην υπόθεση διαδραμάτισε η μαρτυρία της παραπονούμενης, την οποία το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ως αξιόπιστη, σημειώνοντας ότι η κατάθεσή της ήταν συνεπής, λεπτομερής και λογική, ακόμη και υπό την πίεση της αντεξέτασης. Αντίθετα, η εκδοχή του κατηγορουμένου απορρίφθηκε ως γενική άρνηση χωρίς πειστική τεκμηρίωση.

Το Εφετείο υπενθύμισε ότι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων αποτελεί κατ’ εξοχήν έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου, το οποίο έχει την ευχέρεια να παρακολουθεί άμεσα τη συμπεριφορά τους κατά τη διαδικασία. Τόνισε δε ότι παρέμβαση από το Εφετείο δικαιολογείται μόνο σε περιπτώσεις προφανούς σφάλματος ή παράλογων συμπερασμάτων, κάτι που δεν διαπιστώθηκε στην προκειμένη περίπτωση.

Αναφορικά με τους ισχυρισμούς περί έλλειψης ενισχυτικής μαρτυρίας, το Δικαστήριο έκρινε ότι ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο βασίστηκε στην κατάθεση της παραπονούμενης, καθώς υπό τις περιστάσεις δεν ήταν δυνατή η εξασφάλιση πρόσθετης μαρτυρίας, ενώ η ίδια κρίθηκε αξιόπιστη. Επισημάνθηκε ότι η νομοθεσία επιτρέπει την καταδίκη στη βάση της μαρτυρίας του θύματος, εφόσον αυτή γίνεται αποδεκτή.

Το Εφετείο απέρριψε επίσης τα επιχειρήματα που αφορούσαν επιμέρους ζητήματα, όπως τις πληρωμές διατροφής, τον τύπο του οχήματος του εφεσείοντα ή την απουσία συγκεκριμένων μαρτύρων, κρίνοντας ότι δεν επηρέαζαν ουσιωδώς την ουσία της υπόθεσης.

Σε σχέση με την κατηγορία της απειλής, το Δικαστήριο έκρινε ότι τα λεγόμενα του εφεσείοντα προς την πρώην σύζυγό του, στο πλαίσιο έντονης αντιπαράθεσης, μπορούσαν εύλογα να εκληφθούν ως απειλητικά, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό ότι η σχετική εκδοχή ήταν παράλογη.

Καταλήγοντας, το Εφετείο διαπίστωσε ότι η πρωτόδικη απόφαση ήταν πλήρως αιτιολογημένη και εδραζόταν σε ορθή αξιολόγηση της μαρτυρίας και των πραγματικών περιστατικών. Ως εκ τούτου, απέρριψε όλους τους λόγους έφεσης και επικύρωσε την καταδίκη του εφεσείοντα.