Μετά την παραδοχή του για άσεμνη επίθεση εναντίον άνδρα στην Αγία Νάπα, Βρετανός υπήκοος επιχείρησε να ανατρέψει την καταδίκη του επικαλούμενος σύγχυση και μη κατανόηση των κατηγοριών που παραδέχθηκε, ωστόσο το Εφετείο έβαλε φρένο στην αίτησή του για παράταση του χρόνου καταχώρισης έφεσης κατά της καταδίκης του, κρίνοντας ότι οι ισχυρισμοί του δεν πείθουν και ότι δεν υπάρχει επαρκής βάση ώστε η έφεση να έχει πιθανότητες επιτυχίας.

Η υπόθεση αφορά καταδίκη που επιβλήθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου στις 17 Νοεμβρίου 2025, έπειτα από παραδοχή του κατηγορουμένου σε σειρά αδικημάτων, με σοβαρότερο αυτό της άσεμνης επίθεσης εναντίον άνδρα. Το περιστατικό σημειώθηκε στην Αγία Νάπα στις 14 Νοεμβρίου 2025, ενώ η ποινή που επιβλήθηκε ήταν εννέα μήνες φυλάκιση με αναστολή.

Ο αιτητής προσέφυγε στο Εφετείο στις 23 Δεκεμβρίου 2025, ζητώντας άδεια για εκπρόθεσμη καταχώριση έφεσης κατά της καταδίκης του. Υποστήριξε ότι δεν αντιλήφθηκε τη φύση των κατηγοριών ούτε είχε πρόθεση να τις παραδεχθεί, επικαλούμενος μεταξύ άλλων σύγχυση, ψυχολογική πίεση και ελλιπή νομική καθοδήγηση κατά τη διαδικασία.

Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, κατά τον χρόνο των επίδικων γεγονότων είχε καταναλώσει μεγάλη ποσότητα αλκοόλ και δεν θυμόταν τα περιστατικά, ενώ εξέφρασε υποψίες ότι ενδεχομένως να είχε δεχθεί κάποια ουσία στο ποτό του. Ανέφερε επίσης ότι ενημερώθηκε ελλιπώς από τον δικηγόρο του, ο οποίος φέρεται να του ζήτησε να μεταφράσει μόνος του το κατηγορητήριο και να απαντά καταφατικά στις ερωτήσεις στο δικαστήριο κατόπιν νεύματος.

Ο αιτητής ισχυρίστηκε ακόμη ότι βρισκόταν σε κατάσταση σοκ, φόβου και σύγχυσης κατά τη διαδικασία, ενώ σημείωσε ότι, παρά την παρουσία διερμηνέα, δεν κατάφερε να κατανοήσει πλήρως τις κατηγορίες. Μετά την επιβολή της ποινής, θεώρησε ότι η υπόθεση είχε λήξει λόγω της αναστολής, χωρίς να αντιληφθεί τις περαιτέρω συνέπειες.

Όπως ανέφερε, αντιλήφθηκε τη σοβαρότητα της κατάστασης μόνο όταν ενημερώθηκε από τις αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου ότι, λόγω της καταδίκης του για σεξουαλικό αδίκημα και της επιβληθείσας ποινής, θα εγγραφόταν στο μητρώο σεξουαλικών παραβατών. Το γεγονός αυτό, σύμφωνα με τον ίδιο, τον οδήγησε σε έντονη ψυχολογική κατάρρευση και τον ώθησε να αναζητήσει νομική συμβουλή στην Κύπρο.

Το Εφετείο, εξετάζοντας την αίτηση υπό το πρίσμα της σχετικής νομολογίας και της ισχύουσας νομοθεσίας, έκρινε ότι οι ισχυρισμοί του αιτητή δεν αποδεικνύουν ότι δεν αντιλήφθηκε τη φύση των κατηγοριών ή ότι δεν είχε πρόθεση να τις παραδεχθεί. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στο γεγονός ότι οι κατηγορίες του απαγγέλθηκαν παρουσία διερμηνέα, ενώ είχε στη διάθεσή του νομική εκπροσώπηση.

Το Δικαστήριο σημείωσε επίσης ότι η αναφορά του αιτητή σε δυσκολία κατανόησης γραπτού κειμένου δεν τεκμηριώνεται επαρκώς. Επιπλέον, η επαγγελματική του ιδιότητα ως αεροσυνοδού και οι ενέργειές του μετά την καταδίκη κρίθηκαν ασύμβατες με τον ισχυρισμό περί αδυναμίας κατανόησης.

Το Εφετείο έλαβε υπόψη και την αγόρευση του συνηγόρου του αιτητή κατά την πρωτόδικη διαδικασία, κατά την οποία έγινε λόγος για μεταμέλεια και αποδοχή των πράξεων εκ μέρους του κατηγορουμένου, στοιχείο που ενίσχυσε την εκτίμηση ότι η παραδοχή ήταν συνειδητή.

Καταλήγοντας, το Δικαστήριο έκρινε ότι η προτεινόμενη έφεση δεν θα είχε πιθανότητες επιτυχίας και ως εκ τούτου απέρριψε την αίτηση για παράταση χρόνου καταχώρισής της, χωρίς να εξετάσει περαιτέρω τους λόγους καθυστέρησης που επικαλέστηκε ο αιτητής.