Με τρεις αντικρουόμενες εκδοχές για το ίδιο εργατικό ατύχημα και μια μαρτυρία γεμάτη αντιφάσεις, το Εφετείο έκλεισε την πόρτα στην έφεση οικοδόμου, αφήνοντάς τον όχι μόνο χωρίς αποζημίωση, αλλά και αντιμέτωπο με τα δικαστικά έξοδα. Συγκεκριμένα, με ομόφωνη απόφαση που εξέδωσε το Εφετείο απορρίφθηκε η έφεση εργαζόμενου κατά εργοληπτικής εταιρείας, επιβεβαιώνοντας την πρωτόδικη κρίση που είχε απορρίψει αγωγή αποζημιώσεων για φερόμενο εργατικό ατύχημα.
Η υπόθεση αφορούσε ισχυρισμούς του εφεσείοντα ότι, ενώ εργαζόταν ως οικοδόμος σε εργοτάξιο, τραυματίστηκε σοβαρά όταν έπεσε από σκάλα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Από την πλευρά της, η εταιρεία αρνήθηκε τόσο την επέλευση του ατυχήματος υπό τις συνθήκες που περιγράφονταν όσο και οποιαδήποτε αμέλεια, υποστηρίζοντας ότι εάν υπήρξε ατύχημα αυτό οφειλόταν σε υπαιτιότητα του ίδιου του εργαζόμενου.
Το πρωτόδικο δικαστήριο είχε απορρίψει την αγωγή, κρίνοντας ότι ο ενάγων δεν παρουσίασε αξιόπιστη μαρτυρία για τα πραγματικά περιστατικά του τραυματισμού του. Ειδικότερα, έκρινε αναξιόπιστη τη μαρτυρία του ίδιου και βασικών μαρτύρων του, ενώ αποδέχθηκε ως αξιόπιστη τη μαρτυρία προσώπου που είχε λάβει καταθέσεις σχετικά με το περιστατικό. Καθοριστικό ρόλο στην κρίση αυτή διαδραμάτισαν οι αντιφάσεις και οι διαφορετικές εκδοχές που προέβαλε ο ενάγων σε σχέση με τον τρόπο που τραυματίστηκε.
Ο εφεσείοντας προσέβαλε την απόφαση προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν κατέληξε σε σαφές συμπέρασμα για τα αίτια του τραυματισμού, ότι αξιολόγησε εσφαλμένα τη μαρτυρία και ότι εσφαλμένα χειρίστηκε συγκεκριμένο τεκμήριο για το ατύχημα.
Το Εφετείο, εξετάζοντας κατά προτεραιότητα το ζήτημα της αξιολόγησης της μαρτυρίας, επανέλαβε τη νομολογιακή αρχή ότι η εκτίμηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων ανήκει κατ’ εξοχήν στο πρωτόδικο δικαστήριο, το οποίο έχει τη δυνατότητα να παρακολουθεί άμεσα τη συμπεριφορά τους. Τόνισε ότι παρέμβαση επιτρέπεται μόνο σε περιπτώσεις προφανούς σφάλματος ή αυθαίρετης κρίσης, κάτι που δεν διαπιστώθηκε στην παρούσα υπόθεση.
Σύμφωνα με την απόφαση, το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά διαπίστωσε ουσιώδεις αντιφάσεις μεταξύ της δικογραφημένης εκδοχής του εφεσείοντα και της μαρτυρίας του στο δικαστήριο, αλλά και μεταξύ διαφορετικών δηλώσεών του σε άλλες περιστάσεις. Ενδεικτικά, προέκυψαν τρεις διαφορετικές εκδοχές για το πώς συνέβη το ατύχημα: ότι η σκάλα έσπασε ενώ εργαζόταν πάνω σε αυτήν, ότι έσπασε ενώ κατέβαινε και ότι έσπασε σκαλοπάτι κατά την άνοδο.
Το Εφετείο συμφώνησε επίσης ότι η συνολική εικόνα της μαρτυρίας του εφεσείοντα επηρεάστηκε αρνητικά από αντιφάσεις σε επιμέρους ζητήματα, καθώς και από τον τρόπο με τον οποίο απαντούσε κατά την εξέταση, κρίνοντας εύλογη την εκτίμηση του πρωτόδικου δικαστηρίου περί αναξιοπιστίας.
Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι δεν υπήρξε αντίθετη μαρτυρία από την εταιρεία, το Εφετείο υπογράμμισε ότι η απουσία τέτοιας μαρτυρίας δεν απαλλάσσει τον ενάγοντα από το βάρος απόδειξης της υπόθεσής του. Το δικαστήριο οφείλει να αξιολογήσει την προσκομισθείσα μαρτυρία και να κρίνει αν αυτή είναι επαρκής και αξιόπιστη, ανεξαρτήτως της στάσης της άλλης πλευράς.
Σε σχέση με το επίμαχο τεκμήριο που αφορούσε την καταγραφή των συνθηκών του ατυχήματος, το Εφετείο έκρινε ότι, ακόμη και αν υπήρχαν ζητήματα ως προς τη συμπλήρωσή του, αυτά δεν επηρέασαν καθοριστικά την τελική κρίση, η οποία στηρίχθηκε στη συνολική αξιολόγηση της μαρτυρίας.
Καταληκτικά, το Εφετείο έκρινε όλους τους λόγους έφεσης αβάσιμους και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Η έφεση απορρίφθηκε, με τον εφεσείοντα να υποχρεώνεται στην καταβολή εξόδων ύψους 4.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ υπέρ της εταιρείας.