Σε μια υπόθεση που ξεκίνησε από τροχαίο με ανήλικο οδηγό και κατέληξε σε πολυετή δικαστική διαμάχη, το Εφετείο έβαλε οριστικό τέλος στις αξιώσεις ασφαλιστικής εταιρείας να ανακτήσει αποζημίωση που κατέβαλε εξώδικα, κρίνοντας ότι χωρίς δικαστική απόφαση για την ευθύνη και χωρίς σαφείς συμβατικούς όρους, δεν μπορεί να μετακυλιστεί το κόστος στον ασφαλισμένο. Συγκεκριμένα, το Εφετείο απέρριψε ομόφωνα έφεση ασφαλιστικής εταιρείας, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που απέρριψε αγωγή για ανάκτηση αποζημίωσης ύψους €18.521.
Η υπόθεση ανάγεται στις 21 Σεπτεμβρίου 2010, όταν ανήλικος οδήγησε χωρίς άδεια τη μοτοσικλέτα της μητέρας του στο Παραλίμνι και ενεπλάκη σε τροχαίο, τραυματίζοντας επίσης ανήλικο πεζό. Η μοτοσικλέτα ήταν ασφαλισμένη για ευθύνη έναντι τρίτων, ωστόσο ο οδηγός δεν περιλαμβανόταν στους εξουσιοδοτημένους χρήστες.
Η ασφαλιστική εταιρεία, επικαλούμενη νομική υποχρέωση κάλυψης της απαίτησης του τραυματία βάσει του νόμου περί μηχανοκινήτων οχημάτων, προχώρησε σε εξώδικο συμβιβασμό, καταβάλλοντας αποζημίωση. Παράλληλα, διατήρησε τη θέση ότι είχε δικαίωμα να ανακτήσει το ποσό από την ασφαλισμένη μητέρα του ανηλίκου, η οποία ωστόσο αρνήθηκε τόσο την ευθύνη όσο και την καταβολή οποιουδήποτε ποσού.
Ακολούθως, η εταιρεία καταχώρισε αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου, η οποία απορρίφθηκε το 2019. Το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ότι δεν πληρείτο βασική προϋπόθεση εφαρμογής του σχετικού νόμου, καθώς δεν είχε προηγηθεί δικαστική απόφαση που να καθορίζει ευθύνη για το ατύχημα.
Επιπλέον, διαπιστώθηκε ότι κρίσιμοι όροι του ασφαλιστηρίου, στους οποίους στηρίχθηκε η εταιρεία, δεν αποδείχθηκε ότι είχαν παραδοθεί ή γνωστοποιηθεί στην ασφαλισμένη και συνεπώς δεν αποτελούσαν μέρος της σύμβασης. Ακόμη και αν θεωρούνταν ότι ίσχυαν, το δικαστήριο έκρινε ότι δεν παρείχαν στην εταιρεία το δικαίωμα να επιβάλει μονομερώς εξώδικο διακανονισμό και να μετακυλήσει το κόστος στην ασφαλισμένη.
Το Εφετείο, εξετάζοντας εννέα λόγους έφεσης, απέρριψε όλους τους ισχυρισμούς της εταιρείας. Έκρινε ότι δεν υπήρξε σφάλμα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας ούτε στην ερμηνεία των όρων του ασφαλιστηρίου. Ιδιαίτερη σημασία αποδόθηκε στο γεγονός ότι η ασφαλισμένη είχε εξαρχής και κατηγορηματικά αρνηθεί οποιαδήποτε ευθύνη, διαφοροποιούμενη πλήρως από τη στάση της εταιρείας.
Το δικαστήριο τόνισε ότι μια ασφαλιστική εταιρεία δεν μπορεί να ενεργεί ως «κριτής» σε ζητήματα ευθύνης και αποζημίωσης όταν υπάρχει διαφωνία με τον ασφαλισμένο, υπογραμμίζοντας ότι τέτοιες διαφορές πρέπει να επιλύονται δικαστικά. Παράλληλα, επανέλαβε ότι η υποχρέωση αποζημίωσης τρίτου βάσει της νομοθεσίας προϋποθέτει την ύπαρξη δικαστικής απόφασης.
Απορρίφθηκαν επίσης ισχυρισμοί περί εσφαλμένων ενδιάμεσων αποφάσεων, με το Εφετείο να συμφωνεί ότι μαρτυρία σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και τις σωματικές βλάβες του τραυματία ήταν άσχετη με το αντικείμενο της αγωγής, που περιοριζόταν στην ανάκτηση ήδη καταβληθέντος ποσού.
Καταληκτικά, το Εφετείο επικύρωσε πλήρως την πρωτόδικη απόφαση, επιδικάζοντας έξοδα €2.400 πλέον ΦΠΑ υπέρ της εφεσίβλητης.