Τάσος Γιασεμίδης, Διοικητικός Σύμβουλος και Επικεφαλής Global Compliance Management Services, KPMG Κύπρου
Η ενίσχυση του διεθνούς επιχειρηματικού προσανατολισμού της Κύπρου έχει φέρει σημαντικά οφέλη, όπως εισροή κεφαλαίων, τεχνογνωσία και οικονομική πρόοδο. Ωστόσο, αυτή η πορεία συνοδεύεται και από πιέσεις, ιδιαίτερα στους τομείς της στέγασης, των μισθών και της κοινωνικής ισορροπίας.
Παρά τις αβεβαιότητες που χαρακτηρίζουν το διεθνές περιβάλλον, η κυπριακή οικονομία έχει καταφέρει να εδραιώσει ένα μοντέλο που βασίζεται κυρίως στις υπηρεσίες και τη διεθνή επιχειρηματική δραστηριότητα. Η στρατηγική γεωγραφική θέση της χώρας, στο σημείο συνάντησης Ευρώπης, Ασίας και Αφρικής, της επιτρέπει να λειτουργεί ως κόμβος διακίνησης κεφαλαίων και επιχειρηματικών δραστηριοτήτων. Η συμμετοχή της στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά, σε συνδυασμό με ένα ευέλικτο και ανταγωνιστικό θεσμικό πλαίσιο, ενισχύουν τη θέση της ως περιφερειακό επιχειρηματικό κέντρο.
Η ανάπτυξη αυτή στηρίζεται σε ένα ισχυρό υπόβαθρο. Το αξιόπιστο σύστημα κτηματολογίου, η κατάργηση του φόρου ακίνητης ιδιοκτησίας και η σταθερή αύξηση του ΑΕΠ, μαζί με τις θετικές αξιολογήσεις από διεθνείς οργανισμούς, έχουν ενισχύσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών.
Παράλληλα, το τραπεζικό σύστημα είναι κεφαλαιακά επαρκές και λειτουργεί υπό αυστηρή εποπτεία, στοιχείο που ενισχύει την αξιοπιστία της χώρας διεθνώς.
Καθοριστικό ρόλο παίζει και το φορολογικό πλαίσιο, το οποίο αποτελεί βασικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Ο σχετικά χαμηλός εταιρικός φόρος, οι φοροαπαλλαγές για μη κατοίκους επενδυτές και η ευνοϊκή μεταχείριση εισοδημάτων από το εξωτερικό δημιουργούν ένα περιβάλλον ελκυστικό και προβλέψιμο για επιχειρήσεις και ιδιώτες.
Τα τελευταία χρόνια, η οικονομία της Κύπρου μετασχηματίζεται σταδιακά, μεταβαίνοντας από παραδοσιακές υπηρεσίες σε δραστηριότητες υψηλής εξειδίκευσης και έντασης γνώσης. Τομείς όπως οι νομικές, λογιστικές και συμβουλευτικές υπηρεσίες παραμένουν ισχυροί, ενώ η ενσωμάτωση ψηφιακών τεχνολογιών και σύγχρονων πρακτικών ενισχύει την ποιότητα και τη διαφάνεια. Οι υπηρεσίες εξακολουθούν να αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της οικονομίας, τόσο σε όρους παραγωγής όσο και απασχόλησης.
Ιδιαίτερα έντονη είναι η ανάπτυξη του τομέα της πληροφορικής, ο οποίος έχει εξελιχθεί σε βασικό μοχλό οικονομικής δραστηριότητας. Η εγκατάσταση διεθνών τεχνολογικών εταιρειών έχει δημιουργήσει ένα δυναμικό οικοσύστημα που περιλαμβάνει ανάπτυξη λογισμικού, χρηματοοικονομική τεχνολογία, κυβερνοασφάλεια και νεοφυείς επιχειρήσεις. Η συμβολή του κλάδου δεν περιορίζεται μόνο στη δημιουργία θέσεων εργασίας υψηλής ειδίκευσης, αλλά επεκτείνεται και στη διάχυση γνώσης και καινοτομίας στην ευρύτερη οικονομία.
Η προσέλκυση επενδύσεων ενισχύεται από στοχευμένα κίνητρα για εταιρείες και εργαζομένους από το εξωτερικό. Διευκολύνσεις στην έκδοση αδειών παραμονής και εργασίας, φορολογικά οφέλη για υψηλόμισθους επαγγελματίες και ειδικά προγράμματα, όπως η ψηφιακή βίζα για απομακρυσμένους εργαζόμενους, συμβάλλουν στη δημιουργία ενός ελκυστικού περιβάλλοντος για εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό.
Οι ξένες εταιρείες που δραστηριοποιούνται στη χώρα ενισχύουν όχι μόνο την οικονομική δραστηριότητα, αλλά και τη διασύνδεση της τοπικής αγοράς με το διεθνές επιχειρηματικό περιβάλλον. Δημιουργούν ζήτηση για υπηρεσίες, ενισχύουν την αγορά ακινήτων και συμβάλλουν στη μεταφορά τεχνογνωσίας και καλών πρακτικών.
Σε στρατηγικό επίπεδο, η έμφαση δίνεται στην περαιτέρω ενίσχυση των ψηφιακών υποδομών, στην ασφάλεια των πληροφοριακών συστημάτων και στην αναβάθμιση των δεξιοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού. Η συνεργασία μεταξύ πανεπιστημίων, ερευνητικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων θεωρείται κρίσιμη για τη διατήρηση της αναπτυξιακής δυναμικής.
Ωστόσο, τίθεται το ζήτημα της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας του μοντέλου. Η εξάρτηση από τον τομέα των υπηρεσιών και τις διεθνείς επενδυτικές ροές απαιτεί συνεχή προσαρμογή στις διεθνείς εξελίξεις. Η ενίσχυση της θεσμικής αξιοπιστίας, η διατήρηση σταθερού ρυθμιστικού πλαισίου και η επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για τη συνέχιση της ανάπτυξης.
Παράλληλα, η οικονομική πρόοδος έχει και εμφανείς παρενέργειες. Η αύξηση της ζήτησης για κατοικία, ιδιαίτερα από υψηλόμισθους εργαζομένους του εξωτερικού, έχει οδηγήσει σε σημαντική άνοδο των τιμών ακινήτων. Αυτό δημιουργεί δυσκολίες για τους ντόπιους πολίτες, ιδίως για νέους και οικογένειες, οι οποίοι δυσκολεύονται να βρουν προσιτή κατοικία.
Το φαινόμενο αυτό οδηγεί στη διαμόρφωση μιας άνισης αγοράς κατοικίας, όπου οι επιλογές για τους Κύπριους περιορίζονται, εντείνοντας τις κοινωνικές ανισότητες. Ταυτόχρονα, οι υψηλοί μισθοί που προσφέρουν οι διεθνείς εταιρείες, κυρίως στους τομείς της τεχνολογίας και των χρηματοοικονομικών, δημιουργούν τόσο ευκαιρίες όσο και ανισορροπίες.
Από τη μία πλευρά, αυξάνουν το επίπεδο αποδοχών και ενθαρρύνουν την εξειδίκευση. Από την άλλη, καθιστούν δύσκολο για τις τοπικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις να ανταγωνιστούν, οδηγώντας σε απώλεια ταλέντου προς τις μεγάλες εταιρείες. Επιπλέον, δημιουργείται χάσμα αποδοχών μεταξύ εργαζομένων στον ίδιο κλάδο, ανάλογα με τον εργοδότη τους.
Η ταχεία αύξηση του πληθυσμού σε συγκεκριμένες περιοχές επιβαρύνει επίσης τις υποδομές, όπως τα σχολεία, το οδικό δίκτυο και οι υπηρεσίες υγείας. Η απουσία έγκαιρου σχεδιασμού οδηγεί σε προβλήματα καθημερινότητας, ενώ οι κρατικοί μηχανισμοί δεν προσαρμόζονται πάντα με τον ίδιο ρυθμό που αναπτύσσεται η οικονομία.
Εξίσου σημαντική είναι και η διάσταση της κοινωνικής συνοχής. Το ζητούμενο δεν είναι η παρουσία ξένων επιχειρήσεων, αλλά η ομαλή ενσωμάτωσή τους στο κοινωνικό και οικονομικό πλαίσιο της χώρας.
Για το μέλλον, η Κύπρος καλείται να ακολουθήσει μια πιο ισορροπημένη και ολοκληρωμένη στρατηγική. Η χάραξη στεγαστικής πολιτικής που θα διασφαλίζει προσιτές επιλογές κατοικίας είναι κρίσιμη, όπως και η στήριξη της τοπικής επιχειρηματικότητας ώστε να παραμείνει ανταγωνιστική.
Η επένδυση στην εκπαίδευση και την επαγγελματική κατάρτιση θα επιτρέψει σε περισσότερους πολίτες να επωφεληθούν από τις νέες ευκαιρίες. Παράλληλα, ο αναπτυξιακός σχεδιασμός πρέπει να είναι προληπτικός και όχι εκ των υστέρων.
Η παρουσία διεθνών εταιρειών στην Κύπρο αποτελεί ταυτόχρονα ευκαιρία και πρόκληση. Χωρίς έγκαιρες και στοχευμένες παρεμβάσεις, τα προβλήματα που προκύπτουν ενδέχεται να περιορίσουν τα οφέλη της ανάπτυξης. Η βασική πρόκληση για τη χώρα είναι να διασφαλίσει ότι η οικονομική πρόοδος θα μεταφραστεί σε βιώσιμη ευημερία με δίκαιη κατανομή για το σύνολο της κοινωνίας.

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ
KPMG Limited, Εσπερίδων 14, 1087, Λευκωσία, Κύπρος
T: 22 209 000
Ε: kpmg@kpmg.com.cy
Μέσα κοινωνικής δικτύωσης: @KPMGCyprus