Σχεδόν τρία χρόνια μετά την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023, οι επιζώντες συνεχίζουν να κουβαλούν τις συνέπειες όσων έζησαν. Άνθρωποι που βρέθηκαν στο μουσικό φεστιβάλ Nova ή κρατήθηκαν όμηροι στη Γάζα περιγράφουν εμπειρίες που, όπως αναφέρουν, εξακολουθούν να τους στοιχειώνουν καθημερινά.

Όπως αναφέρει η Daily Mail, η επίθεση της Χαμάς, κατά την οποία χιλιάδες ένοπλοι εισέβαλαν στο νότιο Ισραήλ, στοίχισε τη ζωή σε περίπου 1.200 ανθρώπους, στην πλειονότητά τους αμάχους, ενώ περίπου 250 άτομα απήχθησαν και μεταφέρθηκαν στη Λωρίδα της Γάζας.

Σήμερα, όσοι επέζησαν προσπαθούν να επουλώσουν τα ψυχικά τους τραύματα, μιλώντας δημόσια για πρώτη φορά με κάθε λεπτομέρεια για όσα έζησαν.

«Με αντιμετώπιζαν σαν ζώο μέσα σε κλουβί»

Η 24χρονη Μία Σεμ έγινε το πρώτο πρόσωπο που εμφανίστηκε σε βίντεο ομήρων της Χαμάς, στις 16 Οκτωβρίου 2023. Η Γαλλοϊσραηλινή είχε τραυματιστεί σοβαρά στο χέρι κατά τη διάρκεια της επίθεσης στο φεστιβάλ Nova, πριν μεταφερθεί στη Γάζα.

Μιλώντας σε εκδήλωση της έκθεσης Nova στο Λονδίνο, περιέγραψε τις στιγμές πανικού όταν οι ένοπλοι εισέβαλαν στον χώρο.

«Δεν θέλω να πεθάνω τώρα», θυμάται ότι επαναλάμβανε συνεχώς στον εαυτό της, καθώς προσπαθούσε να διαφύγει.

Λίγο αργότερα πυροβολήθηκε σχεδόν εξ επαφής στο χέρι, χάνοντας περίπου πέντε λίτρα αίματος. Όπως είπε, ένιωσε το χέρι της να αποκολλάται σχεδόν από το σώμα της.

Μπροστά στα μάτια της είδε τον φίλο της, τον 28χρονο Ελία Τολεντάνο, να συλλαμβάνεται από ενόπλους με τα χέρια δεμένα πίσω από την πλάτη. Ήταν η τελευταία φορά που τον είδε ζωντανό, καθώς αργότερα σκοτώθηκε.

Φτάνοντας στη Γάζα, ένας από τους απαγωγείς της φώναξε: «Καλώς ήρθες στη Γάζα».

Η ίδια περιγράφει ότι δεν έλαβε ουσιαστική ιατρική περίθαλψη, παρά το σοβαρό τραύμα της. Οι γιατροί επιχείρησαν πρόχειρα να σταθεροποιήσουν το χέρι της, όμως η κατάσταση επιδεινωνόταν συνεχώς.

«Με αντιμετώπιζαν σαν ζώο μέσα σε κλουβί», είπε χαρακτηριστικά.

«Με αντιμετώπιζαν σαν ζώο σε κλουβί, άκουγα γυναίκες να βιάζονται»: Όμηροι της Χαμάς περιγράφουν τη φρίκη που έζησαν στα τούνελ της Γάζας
H Μία Σεμ

Για 55 ημέρες κρατήθηκε σε απομόνωση, σε δωμάτιο χωρίς παράθυρα, υπό συνεχή επιτήρηση.

«Δεν μου έδωσαν φάρμακα. Το σώμα μου ήταν διαλυμένο. Είναι θαύμα που έχω ακόμη το χέρι μου. Δεν ξέρω πώς επέζησα τόσες ημέρες χωρίς θεραπεία», ανέφερε.

Η σύζυγος του φρουρού της, όπως υποστηρίζει, της στερούσε ακόμη και το νερό επί ημέρες.

Η Σεμ εξομολογείται ότι πίστεψε πως δεν θα επέστρεφε ποτέ στο Ισραήλ.

«Ένας από τους τρομοκράτες μού είπε: “Δεν θα γυρίσεις ποτέ σπίτι. Θα μείνεις εδώ. Θα παντρευτείς εδώ.”»

Κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας της υποχρεώθηκε να συμμετάσχει σε προπαγανδιστικό βίντεο της Χαμάς, διαβάζοντας όσα της υπαγόρευσαν. Όπως λέει, προσπάθησε να επικοινωνήσει την πραγματική της κατάσταση μόνο μέσα από το βλέμμα της, γνωρίζοντας ότι η μητέρα της θα παρακολουθούσε το βίντεο.


«Η ψυχή μου ήταν πιο δυνατή από ποτέ»

Παρά τις κακουχίες, εξηγεί ότι η ψυχική της δύναμη ήταν αυτή που την κράτησε όρθια.

«Το σώμα μου είχε καταρρεύσει, αλλά η ψυχή μου ήταν πιο δυνατή από ποτέ. Σκεφτόμουν συνεχώς τη μητέρα μου, τη στιγμή που θα την ξανασυναντούσα και το μέλλον που ονειρευόμουν.»

Λίγο πριν από την απελευθέρωσή της, στις 30 Νοεμβρίου 2023, μεταφέρθηκε από σπίτι σε υπόγεια σήραγγα, όπου κρατήθηκε μέσα σε κλουβί μαζί με άλλες γυναίκες.

«Δεν μπορούσα ούτε να σταθώ όρθια. Δεν υπήρχε αέρας ούτε φως.»

Η ίδια δηλώνει ότι μόνο τώρα, μιλώντας δημόσια, αρχίζει πραγματικά να επεξεργάζεται το τραύμα της.

«Ξέρω ότι αυτό θα με συνοδεύει σε όλη μου τη ζωή. Τώρα όμως πρέπει να μάθω να ζω με το τραύμα. Άλλες ημέρες είμαι καλά, άλλες όχι, αλλά δεν θα εγκαταλείψω ποτέ τον εαυτό μου.»


«Πεθαίνω. Συγγνώμη. Σ’ αγαπώ»

Η Χαντάρ Σαρβίτ θυμάται με κάθε λεπτομέρεια το πρωινό της 7ης Οκτωβρίου 2023 στο φεστιβάλ Nova. Στις 6:29 το πρωί, όταν η μουσική σταμάτησε ξαφνικά, πίστεψε αρχικά ότι υπήρχε κάποιο τεχνικό πρόβλημα στον ήχο.

Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, όμως, ο ουρανός γέμισε με ρουκέτες και τεράστιες στήλες καπνού, σηματοδοτώντας την έναρξη της επίθεσης.

Παράλληλα, περιέγραψε πώς προσπάθησε να διαφύγει μαζί με τον φίλο της, Σάλεβ Ναβάρσκι, με αυτοκίνητο. Ωστόσο, εγκλωβίστηκαν σε κυκλοφοριακή συμφόρηση και αναγκάστηκαν να συνεχίσουν πεζοί.

«Με αντιμετώπιζαν σαν ζώο σε κλουβί, άκουγα γυναίκες να βιάζονται»: Όμηροι της Χαμάς περιγράφουν τη φρίκη που έζησαν στα τούνελ της Γάζας
Η Χαντάρ Σαρβίτ

Οι δυο τους έτρεξαν μέσα σε δασική περιοχή, όμως οι ένοπλοι της Χαμάς πλησίαζαν συνεχώς, αναγκάζοντάς τους να κρυφτούν κάτω από έναν θάμνο.

«Ήμουν ξαπλωμένη μπρούμυτα στο έδαφος. Οι τρομοκράτες βρίσκονταν μόλις δέκα μέτρα μακριά μου και πυροβολούσαν», θυμάται, περιγράφοντας ότι ο ήχος από τις χειροβομβίδες και τους πυροβολισμούς είχε κυριεύσει τα πάντα γύρω της.


Το τελευταίο αντίο στον πατέρα της

Καθ’ όλη τη διάρκεια της επίθεσης αντάλλασσε μηνύματα με τον 65χρονο πατέρα της, ο οποίος επέμενε να του στείλει την τοποθεσία της για να πάει να τη σώσει.

Η ίδια, όμως, φοβήθηκε πως αν του αποκάλυπτε πού βρισκόταν, θα έθετε και τη δική του ζωή σε κίνδυνο.

Έτσι πήρε τη δυσκολότερη απόφαση της ζωής της: να τον αποχαιρετήσει.

«Συνειδητοποίησα ότι μάλλον είχε έρθει η στιγμή να του πω αντίο και ότι τον αγαπώ. Εκείνος μου έλεγε να παραμείνω ψύχραιμη, να κερδίσω χρόνο και ότι ερχόταν να με βρει. Ήταν ήδη καθ’ οδόν και εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσα να του πω να μην έρθει, γιατί χρειαζόμουν βοήθεια.

Όλοι οι αστυνομικοί που βρίσκονταν γύρω μου είχαν σκοτωθεί. Τότε κατάλαβα ότι ήμουν ολομόναχη. Εκείνος συνέχιζε να μου λέει να κρατηθώ, ότι ερχόταν. Και εγώ του απαντούσα: “Πεθαίνω. Συγγνώμη. Σ’ αγαπώ”.»


«Άκουγα γυναίκες να βιάζονται»

Αφού διέσχισαν το δάσος, η Σαρβίτ και ο φίλος της κρύφτηκαν κάτω από μια πορτοκαλιά σε κοντινό περιβόλι. Πολύ σύντομα, όμως, και η περιοχή αυτή περικυκλώθηκε από ενόπλους της Χαμάς.

Από το σημείο όπου κρυβόταν, όπως περιγράφει, άκουγε τις κραυγές Ισραηλινών γυναικών που βιάζονταν από τους ενόπλους.

«Παντού υπήρχαν άνθρωποι που ούρλιαζαν, εκλιπαρούσαν για τη ζωή τους, δολοφονούνταν και κακοποιούνταν από τους τρομοκράτες. Η μυρωδιά ήταν αδιανόητη. Καμένα σώματα, αίμα, φωτιά.»

Λίγη ώρα αργότερα το περιβόλι τυλίχθηκε στις φλόγες, αναγκάζοντας τους δύο φίλους να εγκαταλείψουν το σημείο και να τρέξουν προς το πλησιέστερο στρατιωτικό φυλάκιο.

«Είδα όλα όσα προηγουμένως μόνο άκουγα. Διαμελισμένα σώματα στο έδαφος, καπνό παντού, νεκρούς και ζωντανούς τρομοκράτες. Ήταν σαν σκηνή τρόμου που ούτε το Χόλιγουντ δεν θα μπορούσε να δημιουργήσει.»


Η επανένωση και η δύσκολη επιστροφή στην καθημερινότητα

Από το στρατιωτικό φυλάκιο κατάφερε να τηλεφωνήσει στον πατέρα της, ο οποίος ετοιμαζόταν ήδη να ξεκινήσει για να τη βρει.

Όταν τελικά συναντήθηκαν, η συγκίνηση ήταν απερίγραπτη.

«Με αγκάλιασε τόσο δυνατά, που νόμιζα ότι θα μου έσπαγε τα κόκαλα.»

Η ίδια παραδέχεται ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε ήδη αποδεχθεί πως δεν θα επέστρεφε ποτέ ζωντανή στο σπίτι.

«Είχα προετοιμάσει τον εαυτό μου να πεθάνει», λέει, εξηγώντας ότι όσο κρυβόταν κάτω από την πορτοκαλιά έκανε έναν ιδιότυπο «διαλογισμό θανάτου», βλέποντας ολόκληρη τη ζωή της να περνά μπροστά από τα μάτια της.

Η επιστροφή στην καθημερινότητα αποδείχθηκε εξίσου δύσκολη.

Το μετατραυματικό στρες ήταν τόσο έντονο, ώστε ένιωθε, όπως λέει, «σαν ένα παιδί τριών ετών». Κάθε χτύπος στην πόρτα της θύμιζε έκρηξη ή χειροβομβίδα.

Για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν μπορούσε να κοιμηθεί με σβηστά τα φώτα ούτε να οδηγήσει. Αντιμετώπισε προβλήματα μνήμης, έντονα ξεσπάσματα θυμού και το διαρκές βάρος των ενοχών του επιζώντα, γνωρίζοντας ότι τόσοι άλλοι άνθρωποι δεν κατάφεραν να σωθούν.

Παρ’ όλα αυτά, όπως λέει, έχει βρει δύναμη μέσα από την επαφή με άλλους επιζώντες.

«Για μένα, το ότι εξακολουθώ να ζω μετά από όλα αυτά είναι ένα δώρο», τονίζει.


«Πίστευα ότι δεν θα ξαναδώ ποτέ την οικογένειά μου»

Τον Ιούνιο του 2024 ο Ομέρ Βένκερτ έφτασε στα όριά του, ύστερα από οκτώ και πλέον μήνες αιχμαλωσίας στη Γάζα.

Μόνος, εξαντλημένος από την πείνα και τα βασανιστήρια, κρατούμενος σε μια υπόγεια σήραγγα, είχε μόλις περάσει τα 23α γενέθλιά του έχοντας για μοναδική «παρέα» τους ένοπλους φρουρούς του.

Ο Βένκερτ είχε απαχθεί από το μουσικό φεστιβάλ Nova, όπου η 22χρονη στενή του φίλη, η Ιρλανδοϊσραηλινή Κιμ Ντάμτι, σκοτώθηκε από χειροβομβίδες ενώ οι δυο τους κρύβονταν σε καταφύγιο.

Μετά από περισσότερους από οκτώ μήνες αιχμαλωσίας, εκ των οποίων οι 197 ημέρες πέρασαν σε πλήρη απομόνωση, ένιωθε, όπως λέει, «σαν ένα σπασμένο δοχείο».

«Μου ξερίζωσαν ολοκληρωτικά την ψυχή. Δεν είχε απομείνει τίποτα μέσα μου. Ακόμη κι αν εκείνη τη στιγμή με μετέφεραν ως διά μαγείας στο σπίτι μου, στην οικογένειά μου, ένιωθα ότι δεν θα μπορούσα ποτέ ξανά να γίνω φυσιολογικός άνθρωπος.»


Η «τελετή αποχαιρετισμού»

Για έξι ολόκληρες ώρες έκανε αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «τελετή αποχαιρετισμού».

Αρχικά αποχαιρέτησε τον ίδιο του τον εαυτό και στη συνέχεια, έναν προς έναν, τα αδέλφια και τους γονείς του, ζητώντας τους συγγνώμη και λέγοντάς τους δυνατά ότι δεν επρόκειτο να επιστρέψει ποτέ ζωντανός.

«Με αντιμετώπιζαν σαν ζώο σε κλουβί, άκουγα γυναίκες να βιάζονται»: Όμηροι της Χαμάς περιγράφουν τη φρίκη που έζησαν στα τούνελ της Γάζας
Ο Ομέρ Βένκερτ

Ωστόσο, όπως περιγράφει, βρήκε τελικά μέσα του τη δύναμη να συνεχίσει να παλεύει για τη ζωή του.

Στις 22 Φεβρουαρίου 2025, έπειτα από 505 ημέρες αιχμαλωσίας, αφέθηκε ελεύθερος στο πλαίσιο συμφωνίας ανταλλαγής ομήρων και εκεχειρίας.


Η ζωή πριν από την επίθεση

Πριν η ζωή του αλλάξει για πάντα, ο 25χρονος εργαζόταν ως διευθυντής στο εστιατόριο Nina Bianca, νότια της πόλης Ρεχοβότ στο κεντρικό Ισραήλ, δουλεύοντας ακόμη και 400 ώρες τον μήνα.

Έναν χρόνο πριν από την επίθεση της Χαμάς είχε χάσει τον καλύτερό του φίλο σε άλλη τρομοκρατική ενέργεια. Όπως λέει, οι έξοδοι και η διασκέδαση έγιναν τότε ένας τρόπος να επουλώσει τις πληγές του και να «καθαρίσει την ψυχή του».

Τα ξημερώματα της 7ης Οκτωβρίου 2023 έπεισε την φίλη του Κιμ Ντάμτι να πάνε μαζί στο φεστιβάλ Nova, αγοράζοντας εισιτήρια στις 3:30 τα ξημερώματα.

Μόλις μία ώρα μετά την άφιξή τους, στις 6:30 το πρωί, άκουσαν τις πρώτες εκρήξεις και τις σειρήνες να ηχούν.

Το τελευταίο μήνυμα που έστειλε στη μητέρα του, όταν εκείνη τον ρώτησε αν φοβόταν, ήταν ότι ήταν τρομοκρατημένος.


Η αιχμαλωσία στη Γάζα

Αφού κατάφεραν αρχικά να φύγουν με αυτοκίνητο από τον χώρο του φεστιβάλ, ο Βένκερτ και η φίλη του κατέφυγαν μαζί με περίπου 40 ακόμη ανθρώπους σε καταφύγιο δίπλα στον δρόμο 232.

Μόλις 12 από όσους βρίσκονταν εκεί κατάφεραν να επιζήσουν.

Οι ένοπλοι της Χαμάς εντόπισαν το καταφύγιο και πέταξαν χειροβομβίδες στο εσωτερικό του.

Ο Βένκερτ αναγκάστηκε να κρυφτεί πίσω από νεκρά σώματα για να σωθεί. Όταν αντιλήφθηκε ότι οι επιτιθέμενοι ετοιμάζονταν να βάλουν φωτιά στο καταφύγιο, βγήκε έξω, όπου συνελήφθη και μεταφέρθηκε με αγροτικό όχημα στη Λωρίδα της Γάζας.

Για τις επόμενες 505 ημέρες δεν αντίκρισε ούτε μία φορά το φως της ημέρας.

Τις πρώτες 54 ημέρες κρατήθηκε σε υπόγεια σήραγγα μαζί με τον Λίαμ Ορ, που είχε απαχθεί από το κιμπούτς Ρεΐμ, καθώς και με Ταϊλανδούς εργάτες.

«Ήταν αφόρητα δύσκολο. Τρώγαμε ελάχιστα, πίναμε ελάχιστο νερό, δεν κάναμε ούτε ένα μπάνιο και δεν μπορούσαμε ούτε να σταθούμε όρθιοι ούτε να κινηθούμε. Ήμουν τρομοκρατημένος κάθε δευτερόλεπτο.»

Όταν οι συγκρατούμενοί του απελευθερώθηκαν στο πλαίσιο της πρώτης συμφωνίας ανταλλαγής ομήρων, τον Νοέμβριο του 2023, μεταφέρθηκε μόνος του σε άλλη σήραγγα, πλάτους περίπου 90 εκατοστών και μήκους 8 έως 9 μέτρων.

Για 197 ημέρες έζησε σε απόλυτη απομόνωση.

Οι φρουροί εμφανίζονταν μόλις δύο φορές το εικοσιτετράωρο και για συνολικά ένα λεπτό κάθε φορά, δίνοντάς του μισή πίτα και ένα λίτρο νερό.

Του επέτρεπαν να πλυθεί μόνο μία φορά κάθε 60 ημέρες, χρησιμοποιώντας νερό από ένα μπουκάλι δύο λίτρων.

«Αυτό ήταν όλο. Δεν μου μιλούσαν. Δεν μου επέτρεπαν να τους μιλήσω. Τίποτα.»


Τα βασανιστήρια και η κατάρρευση

Καθώς περνούσε ο καιρός και δεν επιτυγχανόταν συμφωνία με το Ισραήλ, οι φρουροί, όπως περιγράφει, άρχισαν να ξεσπούν πάνω του.

Τα ελάχιστα ντους σταμάτησαν και ξεκίνησε ένας νέος κύκλος εξευτελισμών.

«Κάθε δύο ή τρεις ημέρες με υποχρέωναν να σταθώ στην άκρη της σήραγγας και με ψέκαζαν με εντομοκτόνο στα μάτια, στο στόμα, σε όλο μου το σώμα, ακόμη και στο στρώμα, το κουτάλι, την οδοντόβουρτσα και το πιάτο μου.»

Στις 22 Μαΐου 2024, ανήμερα των 23ων γενεθλίων του, ένας φρουρός τον χτύπησε επανειλημμένα με βαριά μεταλλική ράβδο στο κεφάλι, στους ώμους, στα πόδια και στα δάχτυλα.

Οι ξυλοδαρμοί συνεχίστηκαν για περισσότερο από μία εβδομάδα, πολλές φορές μέσα στην ίδια ημέρα.

Τον Ιούνιο, μόνος και εξαντλημένος, άρχισε να επιθυμεί τον θάνατο.

«Για τρεις ημέρες ήμουν ολοκληρωτικά διαλυμένος. Ήμουν ξαπλωμένος ανάσκελα, κοιτούσα το ταβάνι με τα μάτια ανοιχτά. Δεν ένιωθα τίποτα. Δεν σκεφτόμουν τίποτα. Ήμουν εντελώς άδειος.»


Η ελπίδα επέστρεψε μέσα στη σήραγγα

Η μεγάλη αλλαγή ήρθε την 197η ημέρα της απομόνωσής του, όταν μεταφέρθηκαν στη σήραγγά του οι Ισραηλινοί όμηροι Ταλ Σοχάμ, Εβιατάρ Νταβίντ και Γκάι Γκιλμπόα Νταλάλ.

«Τους είδα σαν σωτήρες. Μου έσωσαν πραγματικά τη ζωή.»

Οι τέσσερίς τους δημιούργησαν μια μικρή κοινότητα επιβίωσης. Έπαιζαν χαρτιά και σκάκι, συζητούσαν για τηλεοπτικές σειρές και αγαπημένες ταινίες, προσπαθώντας να διατηρήσουν την ψυχική τους ισορροπία.

«Παραμέναμε άνθρωποι ακόμη και εκεί, κάτω από τη γη, ενώ οι τρομοκράτες μας κρατούσαν αιχμαλώτους. Δημιουργήσαμε μια ανθρώπινη καθημερινότητα μέσα στις πιο απάνθρωπες συνθήκες. Ήταν δύσκολο, αλλά γίναμε τόσο δεμένοι που τίποτα δεν μπορούσε να μας λυγίσει.»


Η ημέρα της ελευθερίας

Ο Βένκερτ απελευθερώθηκε στις 22 Φεβρουαρίου 2025, έπειτα από 505 ημέρες αιχμαλωσίας.

Όπως περιγράφει, λίγο πριν βγει από το δίκτυο των σηράγγων, οι ένοπλοι της Χαμάς υποχρέωσαν τον ίδιο και τους υπόλοιπους ομήρους να φορέσουν «γελοίες στολές» και κουκούλες στα μάτια.

Λίγα δευτερόλεπτα πριν εγκαταλείψουν το κελί τους τραγούδησαν όλοι μαζί το «Shir Lamaalot» («Τραγούδι των Αναβάσεων»).

«Ένιωσα σαν να απλώθηκε η νίκη σε ολόκληρο το σώμα μου», θυμάται, αναφερόμενος στη στιγμή που αντίκρισε ξανά το φως της ημέρας και ύψωσε τα δύο δάχτυλά του σχηματίζοντας το σύμβολο της νίκης.

Στη συνέχεια οι όμηροι παραδόθηκαν στον Ερυθρό Σταυρό και μεταφέρθηκαν σε ισραηλινό νοσοκομείο, όπου συναντήθηκαν ξανά με τις οικογένειές τους.

«Είδα ξανά τη μητέρα και τον πατέρα μου. Είναι μια στιγμή που δεν μπορώ να περιγράψω με λόγια».

protothema.gr