Συσφίγγουν οι σχέσεις ΗΠΑ με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα για τη στάση των δεύτερων στον πόλεμο με το Ιράν.
Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα συνέδραμαν τις αμερικανικές δυνάμεις κατά τις αεροπορικές τους επιδρομές εναντίον του Ιράν, αναχαίτισαν εκατοντάδες πυραύλους και διασφάλισαν τη ροή πετρελαίου μέσω των Στενών του Ορμούζ. Ως αντάλλαγμα εξασφάλισαν διευρυμένη πρόσβαση σε περιζήτητα τσιπ τεχνητής νοημοσύνης, αναφέρει ρεπορτάζ της Wall Street Journal.
Αυτό είναι το αποτέλεσμα ετών άσκησης πιέσεων από τα ΗΑΕ για να αποκτήσουν πρόσβαση σε προηγμένη τεχνολογία από τις ΗΠΑ, με σκοπό τη διαφοροποίηση της οικονομίας τους, αναφέρει η WSJ, προσθέτοντας ότι παράλληλα η απόφαση της Ουάσιγκτον αναδεικνύει τον κεντρικό ρόλο που έχουν αποκτήσει τα τσιπ στις διπλωματικές συνομιλίες.
Η αμερικανική εφημερίδα θίγει άλλο ένα στοιχείο, ότι επιβραβεύεται μια χώρα της οποίας ο σύμβουλος εθνικής ασφάλειας έγινε πέρυσι βασικός επιχειρηματικός εταίρος της οικογένειας Τραμπ.
Οι ΗΠΑ χαλαρώνουν τους ελέγχους
Το αμερικανικό υπουργείου Εμπορίου ανακοίνωσε ότι, σύμφωνα με μια αλλαγή στους κανόνες της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ που πέρασε την Παρασκευή, κατά την αγορά τεχνολογίας, στρατιωτικού υλικού ή υποδομών ενέργειας που θα μπορούσαν να έχουν στρατιωτικές εφαρμογές, τα ΗΑΕ θα αντιμετωπίζονται πλέον όπως οι ευρωπαϊκές χώρες, η Νότια Κορέα και η Ινδία.
Μέχρι τώρα, τα ΗΑΕ ανήκαν σε μια ομάδα χωρών στην οποία περιλαμβάνονταν χώρες όπως η Κίνα και η Υεμένη.
Τι αλλάζει
Η εξέλιξη αυτή επιτρέπει στον κορυφαίο τεχνολογικό όμιλο τεχνητής νοημοσύνης των ΗΑΕ, G42, να προμηθεύεται ελεύθερα τσιπ από εταιρείες όπως η Nvidia για τουλάχιστον τους επόμενους εννέα μήνες.
Παράλληλα, αίρονται οι περιορισμοί που ίσχυαν για τις μεγάλες αμερικανικές εταιρείες, συμπεριλαμβανομένων των Microsoft και OpenAI, οι οποίες έχουν δρομολογήσει τη δημιουργία data centers στη χώρα.
Προηγουμένως, οι εταιρείες αυτές χρειαζόταν να λάβουν άδειες από το αμερικανικό υπουργείο Εμπορίου για την εξαγωγή των τσιπ που είναι απαραίτητα για τη λειτουργία μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης. Αυτή ήταν μια χρονοβόρα διαδικασία που μπορεί να χρειαστεί μήνες μέχρι να ολοκληρωθεί και συχνά καθυστερεί.
Σύμφωνα με αναλυτές του κλάδου, η διευρυμένη πρόσβαση σε τσιπ θα μπορούσε να αποφέρει οφέλη αξίας δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Τους τελευταίους μήνες, αξιωματούχοι των ΗΑΕ έχουν αφήσει μάλιστα ανοιχτό το ενδεχόμενο η G42- η οποία ελέγχεται από τον σύμβουλο εθνικής ασφάλειας και αδελφό του προέδρου των ΗΑΕ, ΣΣεΐχης Ταχνούν μπιν Ζαγιέντ Αλ Ναχιά- να ανήκει κατά κύριο λόγο σε Αμερικανούς επενδυτές, σύμφωνα με άτομα που γνωρίζουν τις σχετικές συζητήσεις.
Το παρασκήνιο
Αξιωματούχοι των ΗΑΕ, με μπροστάρη τον Ταχνούν, είχαν ασκήσει πιέσεις για την απόκτηση μικροτσίπ κατά τα δύο τελευταία χρόνια που στον Λευκό Οίκο βρισκόταν ο Τζο Μπάιντεν. Ο Ταχνούν, ο οποίος υπήρξε πρωτεργάτης αυτής της προσπάθειας, εργάστηκε επίσης για την οικοδόμηση απευθείας σχέσης με την οικογένεια Τραμπ.
Τέσσερις ημέρες πριν από τη δεύτερη ορκωμοσία του Ντόναλντ Τραμπ, ο Ταχνούν και άλλα στελέχη συμφώνησαν να επενδύσουν 500 εκατ. δολάρια για την απόκτηση μεριδίου 49% στην World Liberty Financial, την εταιρεία κρυπτονομισμάτων που είχε ιδρυθεί εκείνη την περίοδο από την οικογένεια Τραμπ. Τα ΗΑΕ δεσμεύτηκαν επίσης να επενδύσουν 1,4 τρισ. δολάρια στις ΗΠΑ.
Οι Δημοκρατικοί έχουν επισημάνει ότι η επένδυση στην World Liberty Financial εγείρει σοβαρό ζήτημα σύγκρουσης συμφερόντων σε σχέση με την εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ.
Οι οικονομικοί δεσμοί μεταξύ Ταχνούν και Τραμπ έχουν μάλιστα προσελκύσει εκ νέου το ενδιαφέρον του Κογκρέσου καθώς στις οικονομικές δηλώσεις που δημοσιοποίησε τον περασμένο μήνα, ο Αμερικανός πρόεδρος ανέφερε ότι έλαβε 263 εκατ. δολάρια από την πώληση του μεριδίου του στην World Liberty Financial — ποσό που αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα τμήματα των εσόδων του για το 2025.
Η αρχική απόφαση της κυβέρνησης Τραμπ, πέρυσι, ήταν να επιτρέψει την εξαγωγή ορισμένων τσιπ στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Μετά την έναρξη του πολέμου στο Ιράν, αξιωματούχοι των ΗΑΕ φέρεται να απευθύνθηκαν απευθείας στον Λευκό Οίκο για να ζητήσουν εκ νέου την αλλαγή του καθεστώτος τους, αναφέρει η WSJ που επικαλείται άτομα με γνώση του θέματος.
Όπως ανέφερε ένα από τα άτομα αυτά, επικαλέστηκαν το παράδειγμα της Ινδίας, τα εμπορικά προνόμια της οποίας εαναβαθμίστηκαν αφού ανακηρύχθηκε «Σημαντικός Εταίρος Άμυνας» των ΗΠΑ το 2016. Αυτή τη φορά, οι αξιωματούχοι των ΗΑΕ έτυχαν πιο θετικής υποδοχής, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές.
Αξίζει να σημειωθεί ότι τα ΗΑΕ υπέγραψαν το 2020 τις Συμφωνίες του Αβραάμ, ενισχύοντας τους δεσμούς μεταξύ του Ισραήλ και αρκετών αραβικών χωρών, ενώ επέλεξαν να ταχθούν στο πλευρό των ΗΠΑ κατά του Ιράν.
Αυτό κατέδειξε στον Λευκό Οίκο και στα ανώτατα στελέχη της κυβέρνησης ότι τα ΗΑΕ αποτελούν αξιόπιστο σύμμαχο, δήλωσε Αμερικανός αξιωματούχος. Οι ΗΠΑ συνεχίζουν να συνεργάζονται με εταίρους στην περιοχή για την προώθηση της ασφάλειας και της αμερικανικής τεχνολογίας, ανέφερε ένας άλλος αξιωματούχος.