Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Το Ισραήλ ανακοίνωσε ότι προχωρά στο κλείσιμο του βρετανικού προξενείου στην Ανατολική Ιερουσαλήμ, σε αντίδραση στα μέτρα που επέβαλε η βρετανική κυβέρνηση κατά της οικονομικής δραστηριότητας που συνδέεται με τους ισραηλινούς εποικισμούς στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη, κλιμακώνοντας περαιτέρω τη διπλωματική αντιπαράθεση μεταξύ των δύο χωρών.

Την απόφαση ανακοίνωσε ο υπουργός Εξωτερικών του Ισραήλ Γκίντεον Σάαρ, μετά την επιβολή από τη Βρετανία μέτρων σε βάρος προϊόντων που παράγονται στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη.

Ο Σάαρ συνέδεσε ευθέως το κλείσιμο του προξενείου με το ζήτημα της ισραηλινής κυριαρχίας στην Ιερουσαλήμ, δηλώνοντας: «Μια ενωμένη Ιερουσαλήμ είναι η πρωτεύουσα του κράτους του Ισραήλ και βρίσκεται υπό την πλήρη κυριαρχία του Ισραήλ. Οποιαδήποτε ξένη δραστηριότητα στην περιοχή πρέπει να πραγματοποιείται με τους συμβατικούς και συμφωνημένους τρόπους, χωρίς καμία παρέμβαση στην ισραηλινή κυριαρχία».

Τα αντίμετρα που ανακοίνωσε η ισραηλινή κυβέρνηση δεν περιορίζονται, ωστόσο, στο βρετανικό προξενείο. Δώδεκα αιρετοί Βρετανοί αξιωματούχοι θα απαγορευτεί να εισέρχονται στο Ισραήλ, με τον Σάαρ να τους κατηγορεί ότι εμπλέκονται σε «αντιισραηλινές και αντισημιτικές δραστηριότητες».

Παράλληλα, ο Ισραηλινός υπουργός Εξωτερικών ανακοίνωσε ότι θα απομακρυνθούν Βρετανοί εκπρόσωποι από το Διεθνές Κέντρο Βοήθειας στη Γάζα και στο Κιριάτ Γκατ του Ισραήλ.

Στο πλαίσιο των ίδιων αντιποίνων θα απαγορευτούν επίσης οι βρετανικές δραστηριότητες για την εκπαίδευση δυνάμεων της Παλαιστινιακής Αρχής στη Ραμάτ Χασαρόν του Ισραήλ.

Ο Σάαρ προειδοποίησε, μάλιστα, ότι το Ισραήλ μπορεί να προχωρήσει και σε πρόσθετα μέτρα ως απάντηση στις κινήσεις του Λονδίνου.

«Θα λάβουμε επίσης αντίμετρα κατά την κρίση μας. Το μήνυμα προς κάθε κυβέρνηση που επιδιώκει να μας βλάψει είναι σαφές. Όποιος ενεργεί κατά του Ισραήλ, το Ισραήλ θα ενεργεί εναντίον του και θα χάσει την επιρροή και τη σημασία του στην περιοχή», ανέφερε.

Τα μέτρα που προκάλεσαν την αντίδραση του Ισραήλ

Η ισραηλινή απάντηση έρχεται μετά την ανακοίνωση των βρετανικών μέτρων κατά των ισραηλινών εποικισμών στη Δυτική Όχθη, τα οποία είχαν ήδη προαναγγελθεί.

Παρουσιάζοντας τη νέα βρετανική πολιτική στη Βουλή των Κοινοτήτων, ο υπουργός Εξωτερικών Εντ Μίλιμπαντ δεν περιορίστηκε στην ανακοίνωση της απαγόρευσης εμπορίου. Αναφέρθηκε σε «τρομοκρατία εποίκων» και σε Παλαιστινίους που εκδιώκονται από τα σπίτια τους, ενώ συνέδεσε την κατάσταση στη Δυτική Όχθη με τον κίνδυνο εθνοκάθαρσης.

Το Λονδίνο περνά με τα συγκεκριμένα μέτρα από τις διπλωματικές καταδίκες σε οικονομικές παρεμβάσεις που αφορούν ειδικά τους εποικισμούς στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη. Η βρετανική πολιτική δεν αφορά συνολικό μποϊκοτάζ του Ισραήλ, αλλά στοχεύει την οικονομική δραστηριότητα στους εποικισμούς, τους οποίους η βρετανική κυβέρνηση θεωρεί παράνομους βάσει του διεθνούς δικαίου.

Ο Μίλιμπαντ είχε δώσει και προσωπικό τόνο στην παρέμβασή του, απαντώντας στις επικρίσεις που δέχεται η νέα βρετανική πολιτική. Είχε δηλώσει «περήφανος Βρετανός Εβραίος» και είχε αναφερθεί στην προσωπική του σχέση με το Ισραήλ, επιμένοντας παράλληλα ότι η κριτική αφορά τις πολιτικές της σημερινής ισραηλινής κυβέρνησης και όχι το κράτος του Ισραήλ, τον ισραηλινό λαό ή τη βρετανική εβραϊκή κοινότητα.

Προϊόντα, χρηματοδότηση, ακίνητα και κατασκευές στο στόχαστρο

Το πακέτο είναι τελικά ευρύτερο από μια απλή απαγόρευση εισαγωγής κρασιού ή αγροτικών προϊόντων. Τα μέτρα καλύπτουν προϊόντα που παράγονται στους εποικισμούς, αλλά και συγκεκριμένες υπηρεσίες που συνδέονται άμεσα με την επέκτασή τους – μεταξύ άλλων χρηματοδότηση, κατασκευές, ακίνητα και διαφήμιση δραστηριοτήτων στους εποικισμούς.

Πρόκειται για σημαντική αλλαγή στην πρακτική της Βρετανίας. Επί χρόνια, διαδοχικές κυβερνήσεις χαρακτήριζαν τους εποικισμούς παράνομους και ζητούσαν από το Ισραήλ να σταματήσει την επέκτασή τους, χωρίς όμως να συνδέουν τη θέση αυτή με μια γενικευμένη απαγόρευση οικονομικών συναλλαγών. Τώρα το Λονδίνο επιχειρεί να τραβήξει μια σαφή γραμμή: οι κανονικές οικονομικές σχέσεις με το Ισραήλ συνεχίζονται, αλλά η Βρετανία δεν θέλει βρετανικές επιχειρήσεις, κεφάλαια ή καταναλωτές να στηρίζουν την ανάπτυξη περιοχών που θεωρεί παράνομα κατεχόμενες.

Η «εθνοκάθαρση»
Το πιο βαρύ πολιτικά σημείο της ομιλίας αφορά όσα συμβαίνουν στη Δυτική Όχθη. Ο Μίλιμπαντ περιέγραψε μια κατάσταση στην οποία η βία των εποίκων δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως σειρά μεμονωμένων επεισοδίων, αλλά ως μηχανισμός που οδηγεί παλαιστινιακές κοινότητες στην εγκατάλειψη της γης τους.

Η διατύπωση δεν εμφανίζεται σε πολιτικό κενό. Η Amnesty International δημοσίευσε τον Ιούνιο μεγάλη έρευνα με τίτλο «Erasing anything Palestinian», στην οποία χαρακτηρίζει αυτό που συμβαίνει σε βεδουίνικες και κτηνοτροφικές κοινότητες της Δυτικής Όχθης ως εκστρατεία εθνοκάθαρσης, κρατικά υποστηριζόμενη και συνδεδεμένη με την επέκταση των εποικισμών και την προσάρτηση εδαφών.

Ο Μίλιμπαντ είχε ήδη μιλήσει τις προηγούμενες ημέρες για «appalling settler terrorism», καταγγέλλοντας επιθέσεις και εκτοπισμούς Παλαιστινίων. Η σημερινή πολιτική μεταφράζει για πρώτη φορά αυτή τη γλώσσα σε απαγορεύσεις εμπορίου και υπηρεσιών.

«Για γενοκτονία θα αποφανθούν τα δικαστήρια»

Εξίσου προσεκτική -αλλά πολιτικά σημαντική- ήταν η τοποθέτησή του για τη Γάζα. Ο Μίλιμπαντ δεν χαρακτήρισε ο ίδιος τις ισραηλινές επιχειρήσεις γενοκτονία. Ερωτηθείς για τον όρο, παρέπεμψε την τελική κρίση στα αρμόδια διεθνή δικαστήρια, επαναλαμβάνοντας τη θέση ότι ένας τέτοιος νομικός χαρακτηρισμός δεν πρέπει να γίνεται από μία κυβέρνηση αλλά από τα δικαστικά όργανα που εξετάζουν την υπόθεση.

Η διαφοροποίηση έχει σημασία. Η υπόθεση της Νότιας Αφρικής κατά του Ισραήλ ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου παραμένει ανοικτή και δεν υπάρχει ακόμη τελική απόφαση επί της κατηγορίας της γενοκτονίας. Η πάγια βρετανική θέση είναι ότι η τελική διαπίστωση για το εάν έχει συντελεστεί γενοκτονία ανήκει σε αρμόδιο δικαστήριο και όχι στην εκτελεστική εξουσία. Αυτό όμως δεν εμπόδισε τον Μίλιμπαντ να χρησιμοποιήσει εξαιρετικά σκληρή γλώσσα για την κατάσταση στη Γάζα, την οποία είχε χαρακτηρίσει τις προηγούμενες ημέρες «φρικτή», αναφερόμενος σε φάρμακα που δεν φτάνουν στους ασθενείς και σε παιδιά που πεθαίνουν περιμένοντας θεραπεία.

Η βρετανική θέση επομένως αποκτά δύο διαφορετικά επίπεδα: για τη γενοκτονία, η τελική νομική κρίση ανήκει στα δικαστήρια· για την πολιτική και ανθρωπιστική ευθύνη, το Λονδίνο δηλώνει πλέον έτοιμο να λάβει μέτρα.

Το σχέδιο E1 πίσω από την απόφαση

Το σημείο που επιτάχυνε την απόφαση του Λονδίνου είναι το E1, η περιοχή ανατολικά της Ιερουσαλήμ, όπου το Ισραήλ έχει προωθήσει την κατασκευή περισσότερων από 1.200 νέων κατοικιών. Η γεωγραφία εξηγεί γιατί το συγκεκριμένο σχέδιο θεωρείται διαφορετικό από προηγούμενες επεκτάσεις.

Το E1 βρίσκεται ανάμεσα στην Ανατολική Ιερουσαλήμ και τον μεγάλο εποικισμό Μααλέ Αντουμίμ. Η βρετανική κυβέρνηση θεωρεί ότι η οικοδόμησή του θα μπορούσε να διακόψει ουσιαστικά τη συνέχεια της Δυτικής Όχθης από Βορρά προς Νότο και να αποκόψει την Ανατολική Ιερουσαλήμ από τις υπόλοιπες παλαιστινιακές περιοχές. Ο ίδιος ο Μίλιμπαντ είχε χαρακτηρίσει ήδη από τις 19 Αυγούστου την προώθηση του E1 «απαράδεκτη και καταστροφική πράξη», προειδοποιώντας ότι κινδυνεύει να πλήξει τη βιωσιμότητα οποιασδήποτε λύσης δύο κρατών.

Για τη νέα κυβέρνηση της Βρετανίας, το ζήτημα έχει πλέον μετατραπεί σε αγώνα με τον χρόνο. Η εκτίμηση είναι ότι αν η κατασκευή ολοκληρωθεί και οι νέοι οικισμοί παγιωθούν, ακόμη και μια μελλοντική ισραηλινή κυβέρνηση που θα ήθελε να επιστρέψει σε διαπραγματεύσεις θα βρεθεί αντιμέτωπη με τετελεσμένα πολύ δύσκολο να ανατραπούν.

Γαλλία και Καναδάς – Το Λονδίνο δεν κινείται μόνο του

Η δεύτερη σημαντική διάσταση της ανακοίνωσης είναι ότι η Βρετανία επιχειρεί να δημιουργήσει συμμαχία γύρω από τα μέτρα. Γαλλία και Καναδάς έχουν δηλώσει ότι θα κινηθούν στην ίδια κατεύθυνση, ενώ συνολικά δώδεκα χώρες έχουν ανακοινώσει πρόθεση είτε να υιοθετήσουν εθνικά μέτρα είτε να στηρίξουν ευρωπαϊκή δράση κατά του εμπορίου που συνδέεται με τους εποικισμούς.

Η οικονομική επίδραση των βρετανικών μέτρων από μόνη της δεν είναι τεράστια. Οι συνολικές εμπορικές συναλλαγές Βρετανίας και Ισραήλ ανήλθαν περίπου στα 6 δισεκατομμύρια λίρες το 2025 και μόνο μικρό ποσοστό αφορά προϊόντα των εποικισμών.

Αν όμως αντίστοιχες απαγορεύσεις εφαρμοστούν συντονισμένα από αρκετές μεγάλες δυτικές οικονομίες, τότε το ζήτημα αλλάζει χαρακτήρα. Το οικονομικό κόστος αυξάνεται, αλλά κυρίως ενισχύεται η διεθνής διάκριση ανάμεσα στο ίδιο το Ισραήλ και στα εδάφη που κατέλαβε το 1967.

Οργή στο Ισραήλ – «Θα απαντήσουμε»

Η αντίδραση της ισραηλινής κυβέρνησης ήταν άμεση. Ο υπουργός Εξωτερικών, Γκίντεον Σάαρ, προειδοποίησε ότι «αν η Βρετανία ενεργήσει εναντίον του Ισραήλ, το Ισραήλ θα ενεργήσει εναντίον της Βρετανίας».

Ο Μπεζαλέλ Σμότριτς ζήτησε ακόμη και την απέλαση του Βρετανού πρεσβευτή, ενώ ο Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ κάλεσε την κυβέρνηση Νετανιάχου να αναγνωρίσει την αργεντίνικη κυριαρχία στα Φόκλαντ. Ο Ισαάκ Χέρτζογκ επιχείρησε να μεταφέρει τη συζήτηση και στο εσωτερικό πολιτικό πεδίο του Ισραήλ, υποστηρίζοντας ότι οι βρετανικές κυρώσεις λίγες εβδομάδες πριν από τις εκλογές αποτελούν «σοβαρή παρέμβαση» στη δημοκρατική διαδικασία και θα τοποθετήσουν τη Βρετανία «στη λάθος πλευρά της Ιστορίας».

Η αμερικανική προειδοποίηση

Από τις Ηνωμένες Πολιτείες ήρθε ακόμη μία ένδειξη ότι η κίνηση της Βρετανίας μπορεί να έχει πολύ μεγαλύτερες διπλωματικές συνέπειες από το πραγματικό ύψος των προϊόντων που θα απαγορευτούν. Ο Αμερικανός πρεσβευτής στο Ισραήλ, Μάικ Χάκαμπι, χαρακτήρισε τα μέτρα «παράλογα» και «διάκριση» κατά του Ισραήλ και των Εβραίων, ενώ προειδοποίησε ότι βρετανικές επιχειρήσεις μπορεί να βρεθούν αντιμέτωπες με αντίποινα σε αμερικανικές Πολιτείες όπου ισχύει νομοθεσία εναντίον εταιρειών που συμμετέχουν σε μποϊκοτάζ του Ισραήλ.

Ακριβώς σε αυτή την κατηγορία απάντησε πολιτικά ο Μίλιμπαντ με την αναφορά στη δική του ταυτότητα. Ένας «περήφανος Βρετανός Εβραίος», όπως είπε, που δηλώνει ταυτόχρονα ότι η σχέση του με το Ισραήλ δεν του επιτρέπει να σιωπά απέναντι στις πολιτικές μιας ισραηλινής κυβέρνησης με τις οποίες διαφωνεί. Η φράση συνοψίζει και τη νέα γραμμή που επιχειρεί να χαράξει το Λονδίνο. Η Βρετανία δεν κόβει τις σχέσεις της με το Ισραήλ, δεν ανακοινώνει συνολικό εμπάργκο και εξακολουθεί να θεωρεί τη χώρα σημαντικό εταίρο σε θέματα ασφάλειας. Αλλά για πρώτη φορά περνά από την καταδίκη στην οικονομική πίεση.

Και ο Μίλιμπαντ επέλεξε να καταστήσει σαφές ότι, κατά τη βρετανική κυβέρνηση, η υπεράσπιση του Ισραήλ ως κράτους και η καταδίκη της πολιτικής εποικισμών δεν είναι δύο αντικρουόμενες θέσεις. Με τη λέξη «εθνοκάθαρση» να μπαίνει πλέον στη συζήτηση για τη Δυτική Όχθη, με τη Γάζα να βρίσκεται ενώπιον των διεθνών δικαστηρίων και με το Λονδίνο να επιβάλλει πραγματικό οικονομικό κόστος στους εποικισμούς, η βρετανοϊσραηλινή σχέση περνά σε μια περίοδο που θα είναι πολύ πιο δύσκολη από μια ακόμη διπλωματική αντιπαράθεση.

protothema.gr