Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΣε ένα ιδιαίτερα τεταμένο πολιτικό κλίμα οδηγούνται οι ΗΠΑ στις κρίσιμες ενδιάμεσες εκλογές, με τη μάχη για τον έλεγχο του Κογκρέσου να εξελίσσεται σε δοκιμασία για τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ και τους Ρεπουμπλικανούς. Η εκλογική αναμέτρηση αναμένεται σκληρή ακόμη και σε πολιτείες που αποτελούσαν παραδοσιακά προπύργια των δύο κομμάτων, ενώ οι πολιτικές επιλογές της κυβέρνησης, η οικονομία, το αυξημένο κόστος ζωής και ο πόλεμος με το Ιράν βρίσκονται στο επίκεντρο της προεκλογικής αντιπαράθεσης.
Οι ενδιάμεσες εκλογές αποτελούν παραδοσιακά μια κρίσιμη αξιολόγηση του προέδρου και της κυβέρνησής του, καθώς οι ψηφοφόροι καλούνται να ανανεώσουν τη σύνθεση του Κογκρέσου, δηλαδή της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας. Συχνά, η εκλογική διαδικασία λειτουργεί ως δημοψήφισμα για την πολιτική του εκάστοτε προέδρου, με το κυβερνών κόμμα να αντιμετωπίζει αυξημένο κίνδυνο απωλειών. Για τον Τραμπ, η συγκεκριμένη αναμέτρηση έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς διακυβεύεται η διατήρηση των ρεπουμπλικανικών πλειοψηφιών και, κατ’ επέκταση, η δυνατότητά του να προωθεί απρόσκοπτα την πολιτική του.
Το προεκλογικό σκηνικό περιπλέκεται και από τις εσωκομματικές εντάσεις στους Δημοκρατικούς. Στο Μίσιγκαν, η Δημοκρατική βουλευτής Χάλεϊ Στίβενς προκάλεσε έκπληξη, ανακοινώνοντας τη στήριξή της στον Ρεπουμπλικανό υποψήφιο Μάικ Ρότζερς, τον οποίο αντιμετωπίζει ο Αμπντούλ Ελ-Σαϊέντ, ο οποίος συγκεντρώνει στο πρόσωπό του και τις αντιδράσεις των εβραϊκών οργανώσεων που τον κατηγρούν για αντισημιτισμό. Η κίνησή της ανέδειξε τις διαφωνίες στο εσωτερικό του Δημοκρατικού Κόμματος και δημιουργεί πρόσθετες δυσκολίες στην προσπάθειά του να ανακτήσει τον έλεγχο της Γερουσίας. «Δεν χρειαζόμαστε κομμουνιστές, τζιχαντιστές και τη Μουσουλμανική Αδελφότητα» δήλωσε από την πλευρά του ο Ντόναλντ Τραμπ.
Την ίδια ώρα, ο Τραμπ ολοκλήρωσε την προεκλογική του εκστρατεία με συγκεντρώσεις σε πολιτείες που είχε κερδίσει με μεγάλη διαφορά στο παρελθόν, πριν από την τελευταία του ομιλία στην Ουάσιγκτον, μία ημέρα πριν από την εκλογική αναμέτρηση.
Κινδυνεύουν να χάσουν το Τέξας έπειτα άπο 30 χρόνια
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η εκλογική μάχη σε πολιτείες που θεωρούνταν σταθερά προπύργια των Ρεπουμπλικανών, με το Τέξας να συγκεντρώνει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Η αναμέτρηση για τη Γερουσία χαρακτηρίζεται ως μία από τις πλέον κρίσιμες της εκλογικής διαδικασίας, καθώς οι Δημοκρατικοί επιχειρούν να διεκδικήσουν μια έδρα σε πολιτεία που έχει να εκλέξει Δημοκρατικό γερουσιαστή εδώ και περίπου 30 χρόνια.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η αναμέτρηση του Δημοκρατικού Τζέιμς Ταλάρικο, πρώην εκπαιδευτικού, πολιτικού γερουσιαστή στο Όστιν και σπουδαστή θεολογίας, με τον συντηρητικό γενικό εισαγγελέα Κεν Πάξτον, ο οποίος έχει την έδρα του στο Ντάλας, στηρίζεται από τον Trump και αποτελεί προσωπική του επιλογή. Σημαντικό ρόλο στην προεκλογική εκστρατεία έχει διαδραματίσει και ο Ίλον Μασκ, ο οποίος φέρεται να έχει διαθέσει περισσότερα από 500 εκατομμύρια δολάρια για τη χρηματοδότησή της.
Τα μέχρι στιγμής στοιχεία δείχνουν αυξημένη συμμετοχή των ψηφοφόρων. Περίπου 6,8 εκατομμύρια Τεξανοί, αριθμός που αντιστοιχεί στο 41% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων, είχαν ήδη προσέλθει στις κάλπες κατά την περίοδο της πρόωρης ψηφοφορίας. Παράλληλα, οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν μια ιδιαίτερα ανταγωνιστική αναμέτρηση, με τη διαφορά μεταξύ των δύο υποψηφίων να έχει περιοριστεί, σύμφωνα με τοπικά μέσα ενημέρωσης, από τις έξι στις δύο ποσοστιαίες μονάδες.
Καθοριστικό ρόλο ενδέχεται να διαδραματίσει η ψήφος των Λατίνων, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το 30% του εκλογικού σώματος που έχει δικαίωμα συμμετοχής. Η δυσαρέσκεια μέρους αυτής της εκλογικής ομάδας απέναντι στη μεταναστευτική πολιτική του Τραμπ αποτελεί έναν από τους παράγοντες που παρακολουθούνται στενά, καθώς μένει να φανεί εάν θα αποτυπωθεί και στην κάλπη.
Σημαντική είναι και η μάχη για τη Βουλή των Αντιπροσώπων στο Τέξας, το οποίο εκλέγει συνολικά 38 βουλευτές. Οι πιο ανταγωνιστικές αναμετρήσεις αναμένονται στο νότιο Τέξας και στο Χιούστον, όπου οι αλλαγές στα όρια των εκλογικών περιφερειών έχουν δημιουργήσει νέες έδρες με ευνοϊκότερους συσχετισμούς για τους Ρεπουμπλικανούς. Στόχος του κόμματος είναι να εξασφαλίσει πέντε επιπλέον έδρες στη Βουλή μέσα από αυτές τις ανακατατάξεις.
Ψήφος αποδοκιμασίας στον Τραμπ
Παρά το γεγονός ότι ο Τραμπ παραμένει το ισχυρότερο πολιτικό πρόσωπο του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, η προσωπική του δημοτικότητα φαίνεται να αποτελεί πλέον σημαντικό παράγοντα προβληματισμού για τους υποψηφίους του. Σύμφωνα με τα στοιχεία της δημοσκόπησης, το 60% των ψηφοφόρων αποδοκιμάζει την απόδοσή του, ενώ μόλις το 40% την επιδοκιμάζει. Την ίδια στιγμή, το 52% θεωρεί ότι οι Δημοκρατικοί θα πρέπει να αναλάβουν τον έλεγχο του Κογκρέσου, έναντι χαμηλότερου ποσοστού που καταγράφει η αντίθετη άποψη, με τη διαφορά να διαμορφώνεται στις επτά ποσοστιαίες μονάδες.
Ο πρόεδρος είχε υποσχεθεί οικονομική ευημερία και ειρήνη, ωστόσο οι ανησυχίες για την οικονομία, τον πληθωρισμό και τις επιπτώσεις του πολέμου στο Ιράν εξακολουθούν να κυριαρχούν στην καθημερινότητα των Αμερικανών. Ενδεικτικό του κλίματος δυσαρέσκειας είναι ότι το 64% των ψηφοφόρων, μεταξύ των οποίων και το ένα τρίτο όσων είχαν στηρίξει τον Τραμπ, δηλώνει ότι ο πρόεδρος δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες του.
Το κόστος ζωής, η κυβερνητική διαφθορά, οι ανησυχίες για τη δημοκρατία, η μετανάστευση και η ασφάλεια των συνόρων αποτελούν τα βασικά ζητήματα που απασχολούν το εκλογικό σώμα, χωρίς να καταγράφεται σαφές προβάδισμα κάποιου από τα δύο κόμματα ως προς την ικανότητά τους να τα διαχειριστούν. Παράλληλα, το 70% των ψηφοφόρων εκτιμά ότι η χώρα κινείται προς τη λάθος κατεύθυνση, ενώ περισσότεροι πολίτες εμφανίζονται δυσαρεστημένοι με την οικονομική τους κατάσταση.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό της εκλογικής βάσης των Ρεπουμπλικανών. Ο Trump διατηρεί ποσοστό αποδοχής 93% μεταξύ των υποστηρικτών του κινήματος MAGA, ωστόσο η εικόνα είναι διαφορετική μεταξύ των Ρεπουμπλικανών που δεν ανήκουν σε αυτό, όπου η αποδοχή του περιορίζεται στο 54%.
Τα στοιχεία αυτά υποδεικνύουν ότι η εκλογική αναμέτρηση ενδέχεται να αποτυπώσει περισσότερο μια ψήφο δυσαρέσκειας απέναντι στον Τραμπ και τους Ρεπουμπλικανούς παρά μια σαφή θετική μετατόπιση υπέρ των Δημοκρατικών. Την ίδια ώρα, οι προεκλογικές εκστρατείες έχουν κοστίσει συνολικά 11,6 δισ. δολάρια, με τον Μασκ να συγκαταλέγεται στους μεγαλύτερους χρηματοδότες, έχοντας διαθέσει σχεδόν μισό δισεκατομμύριο δολάρια, ενώ η οικογένεια Soros έχει συνεισφέρει 103 εκατομμύρια δολάρια. Σύμφωνα, μάλιστα, με τη δημοσκόπηση του NBC, οι μισοί ψηφοφόροι διατηρούν αρνητική άποψη για την εμπλοκή του Μασκ στην πολιτική χρηματοδότηση.
Τι σημαίνει να χάνει ένας Αμερικανός πρόεδρος το Κογκρέσο;
Η απώλεια του ελέγχου του Κογκρέσου αποτελεί σημαντική πολιτική εξέλιξη για οποιονδήποτε Αμερικανό πρόεδρο, καθώς περιορίζει τη δυνατότητά του να προωθεί τη νομοθετική του ατζέντα. Παραδοσιακά, ένας πρόεδρος που βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα Κογκρέσο ελεγχόμενο από την αντιπολίτευση αναγκάζεται να αναζητήσει συναινέσεις και συμβιβασμούς, προκειμένου να εξασφαλίσει την προώθηση των πολιτικών του κατά τα δύο τελευταία χρόνια της θητείας του.
Στην περίπτωση του Τραμπ, ωστόσο, εκτιμάται ότι μια τέτοια εξέλιξη δεν θα οδηγήσει απαραίτητα σε πιο συναινετική στάση. Οι εκτιμήσεις που διατυπώνονται στην Ουάσιγκτον βασίζονται κυρίως στο γεγονός ότι ο Αμερικανός πρόεδρος έχει ήδη επιδείξει περιορισμένη διάθεση να στηριχθεί στον θεσμικό ρόλο του Κογκρέσου για την προώθηση της πολιτικής του, όπως έχει φανεί σε ζητήματα μετανάστευσης, δασμών και εξωτερικής πολιτικής, συμπεριλαμβανομένου του Ιράν.
Επιπλέον, ακόμη και με ένα Κογκρέσο υπό τον έλεγχο των Δημοκρατικών, ο πρόεδρος θα εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικά εργαλεία άσκησης εξουσίας, όπως τα εκτελεστικά διατάγματα και τις προεδρικές αρμοδιότητες. Παράλληλα, διατηρεί τον έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας, μέσω των υπουργείων και των ομοσπονδιακών υπηρεσιών, ενώ είναι ευνοϊκη για τον ίδιο και η ισχυρή συντηρητική πλειοψηφία στο Ανώτατο Δικαστήριο.
Υπό αυτές τις συνθήκες, στην Ουάσιγκτον εκφράζονται ανησυχίες ότι μια ενδεχόμενη εκλογική ήττα θα μπορούσε να οδηγήσει τον Τραμπ σε ακόμη πιο συγκρουσιακή πολιτική στάση, προκειμένου να αποδείξει ότι εξακολουθεί να διατηρεί τον έλεγχο των εξελίξεων. Δεν αποκλείεται, σύμφωνα με τις σχετικές εκτιμήσεις, να επιχειρήσει να αντισταθμίσει την απώλεια του Κογκρέσου με πιο απρόβλεπτες κινήσεις, ιδιαίτερα στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, όπου διαθέτει μεγαλύτερα περιθώρια ελιγμών.