Με διαφορετικό πλαίσιο, ένταση και ρυθμούς, εκδηλώθηκαν οι διεθνείς αντιδράσεις μετά την επιτυχημένη αμερικανική επιχείρηση σύλληψης του προέδρου της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, και της συζύγου του, Σίλια Φλόρες, καθώς και τη μεταφορά τους στη Νέα Υόρκη για να δικαστούν.
Οι κατηγορίες που αντιμετωπίζουν αφορούν σοβαρές υποθέσεις, για τις οποίες ο Μαδούρο είχε ήδη επικηρυχθεί από τις αμερικανικές αρχές, προκαλώντας ποικίλες διεθνείς αντιδράσεις.

Ο Ντόναλντ Τραμπ και το στενό επιτελείο του αιφνιδίασαν το παγκόσμιο σύστημα. Διεθνείς οργανισμοί, αλλά και όλες οι κυβερνήσεις, ακόμα και των χωρών των πιο πιστών συμμάχων των ΗΠΑ, «πιάστηκαν στον ύπνο», όπως ακριβώς, -αυτός στην κυριολεξία όμως-, και ο ίδιος ο πρόεδρος της Βενεζουέλας. Παρότι ο Τραμπ είχε επανειλημμένα προϊδεάσει τους πάντες για τις προθέσεις του, έχοντας προειδοποιήσει ακόμα και τον ίδιο τον Μαδούρο. Μετά την αρχική ψυχρολουσία πάντως, ακολούθησαν «κύματα» αντιδράσεων, διαφορετικά κατά περίπτωση, ανάλογα με τον στρατηγικό προσανατολισμό της κάθε χώρας.
Πώς αντέδρασε η ΕΕ
Ο αιφνιδιασμός και η θολή αρχική εικόνα των εξελίξεων στη Βενεζουέλα, όπως και της τύχης του ζεύγους Μαδούρο, προκάλεσε ευλόγως «παγωμάρα» στις Βρυξέλλες και άλλες μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Η ανάγκη ισορροπίας ανάμεσα στο ότι οι ΗΠΑ αποτελούν τον κυριότερο στρατηγικό σύμμαχο της Ευρώπης, κεντρικό πυλώνα του ΝΑΤΟ και στο ότι συγχρόνως η επιχείρηση που ξεδίπλωσαν βρισκόταν εκτός του πλαισίου του Διεθνούς Δικαίου, αποδείχθηκε δύσκολη εξίσωση.
Οι περισσότεροι Ευρωπαίοι ηγέτες ανέμεναν -και σωστά- κάποιες ώρες, για την προαναγγελθείσα από νωρίς συνέντευξη τύπου του Τραμπ, ώστε να έχουν μια σαφέστερη εικόνα των γεγονότων και των περαιτέρω αμερικανικών προθέσεων. Υπενθυμίζεται πως μέχρι αργά το βράδυ δεν υπήρξε καμία πληροφορία περί ενημέρωσης των νατοϊκών συμμάχων πριν την αμερικανική επιχείρηση, αλλά ούτε και περί επικοινωνίας του Τραμπ με κάποιους Ευρωπαίους ηγέτες μετά από αυτήν.
Μετά από ανακοινώσεις υπουργείων Εξωτερικών διαφόρων χωρών, την αφωνία των ηγετών έσπασε ο Βρετανός πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ. Ξεκαθάρισε ότι η Βρετανία δεν ενεπλάκη στην αμερικανική επίθεση και ότι θέλει να μιλήσει με τον Τραμπ για να λάβει γνώση όσων συνέβησαν. Ενώ τάχθηκε υπέρ της τήρησης από όλους του Διεθνούς Δικαίου.
Ακολούθησαν συντονισμένες τοποθετήσεις με αναρτήσεις στο «Χ» των επικεφαλής των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων. Η πρόεδρος της Κομισιόν Ούρσουλα Φον ντερ Λάιεν ανέφερε ότι η ΕΕ στέκεται στο πλευρό του λαού της Βενεζουέλας και υποστηρίζει μια ειρηνική και δημοκρατική μετάβαση, καθώς και ότι οποιαδήποτε λύση πρέπει να σέβεται το Διεθνές Δίκαιο και τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Πανομοιότυπη η δήλωση του προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα. Η πρόεδρος του Ευρωκοινοβουλίου Μέτσολα έδωσε έμφαση στο ότι η ΕΕ δεν αναγνώρισε ποτέ την επανεκλογή Μαδούρο. Επίσης, η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας Κάγια Κάλας ζήτησε αυτοσυγκράτηση και σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου στη Βενεζουέλα, ενώ είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο.
Οι Ευρωπαίοι ηγέτες
Μετά τη συνέντευξη Τραμπ, βγήκαν στο προσκήνιο και άλλοι Ευρωπαίοι ηγέτες πλέον, ξεκαθαρίζοντας το τοπίο, όσον αφορά τις χώρες τους τουλάχιστον. Άπαντες ξεκίνησαν τα σχόλια τους, χαρακτηρίζοντας άκρως θετική εξέλιξη την ανατροπή του καθεστώτος Μαδούρο, ενώ ζήτησαν να διασφαλιστεί η ειρηνική μετάβαση στη νέα δημοκρατική πραγματικότητα στη Βενεζουέλα. Υπήρξαν όμως και αισθητές διαφοροποιήσεις μεταξύ τους.
Πρώτος χρονικά, ο Γάλλος πρόεδρος Εμμανουέλ Μακρόν ζήτησε ειρηνική και δημοκρατική μετάβαση στην επόμενη μέρα της χώρας, με πλήρη σεβασμό στη λαϊκή βούληση. Και ευχήθηκε ο εκλεγείς το 2024, Ενμούντο Γκονσάλες Ουρουτία, να την διασφαλίσει γρήγορα και ομαλά.
Νωρίτερα πάντως, ο Γάλλος υπουργός Εξωτερικών Ζαν-Νοέλ Μπαρό, σε εντελώς άλλο κλίμα, είχε δηλώσει στο Χ, πως «η στρατιωτική επιχείρηση που οδήγησε στη σύλληψη του Μαδούρο παραβιάζει την αρχή της μη καταφυγής στη βία, η οποία αποτελεί θεμέλιο του Διεθνούς Δικαίου. Η Γαλλία επαναλαμβάνει ότι καμία βιώσιμη πολιτική λύση δεν μπορεί να επιβληθεί έξωθεν».
Ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς μίλησε για «περίπλοκη νομική αξιολόγηση» της παρέμβασης των ΗΠΑ στην Βενεζουέλα, επισημαίνοντας την ανάγκη αφενός της εφαρμογής των αρχών του διεθνούς δικαίου και αφετέρου της ομαλής μετάβασης σε κυβέρνηση νομιμοποιημένη μέσω εκλογών. Νωρίτερα πάντως, η αμερικανική επέμβαση έτυχε δριμείας κριτικής από όλα τα γερμανικά κόμματα.
Τη σκυτάλη πήρε ο Έλληνας πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης. Σε ανάρτησή του επικέντρωσε στο ότι «…προτεραιότητα αυτή τη στιγμή πρέπει να είναι η διασφάλιση ειρηνικής και ταχείας μετάβασης σε μία νέα, συμπεριληπτική κυβέρνηση που θα έχει πλήρη δημοκρατική νομιμοποίηση. Η Ελλάδα θα δράσει σε συντονισμό με τους εταίρους της στην ΕΕ και στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ για το ζήτημα…».
Μια αναφορά ωστόσο του κ. Μητσοτάκη για το ότι «δεν είναι η στιγμή να σχολιαστεί η νομιμότητα των πρόσφατων ενεργειών», προκάλεσε ομοβροντία αντιδράσεων από κόμματα της αντιπολίτευσης (ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ, Νέα Αριστερά), με βαρύτατους μάλιστα χαρακτηρισμούς. Νωρίτερα, είχαν καταδικάσει την αμερικανική επίθεση, αναφέροντας ότι συνιστά παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου. Ωστόσο, εξ αυτών μόνο το ΠΑΣΟΚ χαρακτήρισε το καθεστώς Μαδούρο «ανελεύθερο» και «απολυταρχικό».
Ο ΟΗΕ
Ο Γενικός Γραμματέας ΟΗΕ, δια του εκπροσώπου του Στεφάν Ντουζαρίκ, εξέφρασε «βαθιά ανησυχία για την πρόσφατη κλιμάκωση στη Βενεζουέλα, η οποία κορυφώθηκε με τη σημερινή στρατιωτική ενέργεια των ΗΠΑ στη χώρα», εξέλιξη που τόνισε ότι «ενδέχεται να έχει ανησυχητικές επιπτώσεις για την περιοχή. Ανεξαρτήτως της κατάστασης στη Βενεζουέλα, οι εξελίξεις αυτές συνιστούν ένα επικίνδυνο προηγούμενο». Και κάλεσε σε άμεσο διάλογο τις εμπλεκόμενες πλευρές.
Πυρά από Ρωσία, Κίνα, Ιράν
Την επέμβαση των ΗΠΑ και τη σύλληψη Μαδούρο καταδίκασαν από νωρίς με σφοδρότητα οι «συνήθεις ύποπτοι» Ρωσία, Κίνα, Ιράν, που διατηρούν στενές διπλωματικές, κυρίως όμως ενεργειακές και εμπορικές σχέσεις με το καθεστώς Μαδούρο. Αργά χθες το βράδυ επιβεβαιώθηκε η σύγκληση, τη Δευτέρα, του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ κατόπιν αιτήματος Βενεζουέλας και Κολομβίας, με την υποστήριξη Ρωσίας και Κίνας. Στο όργανο συμμετέχει και η Ελλάδα ως μη μόνιμο μέλος.
Το υπουργείο Εξωτερικών της Ρωσίας κάλεσε τις ΗΠΑ «να απελευθερώσουν τον νόμιμα εκλεγμένο πρόεδρο μιας κυρίαρχης χώρας και τη σύζυγό του».
Νωρίτερα, η Ρωσία είχε ζητήσει άμεση διευκρίνιση σχετικά με το πού βρισκόταν ο Μαδούρο, χαρακτηρίζοντας τη σύλληψή του «απαράδεκτη παραβίαση της κυριαρχίας ενός ανεξάρτητου κράτους». Η απάντηση του Τραμπ στις ρωσικές αντιδράσεις ήταν στον πυρήνα του προβλήματος: «Η Ρωσία δεν θα έχει πρόβλημα με το πετρέλαιο, θα της πουλήσουμε εμείς…».
Σε πλήρη ταύτιση το κινεζικό υπουργείο Εξωτερικών σχολίασε ότι «η ηγεμονική συμπεριφορά των ΗΠΑ παραβιάζει σοβαρά το Διεθνές Δίκαιο, την κυριαρχία της Βενεζουέλας και απειλεί την ειρήνη και την ασφάλεια της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής». Ο Τραμπ «απάντησε», ότι έχει καλή σχέση με τον ομόλογό του Σι Τζινπίνγκ και ότι η Κίνα δεν θα έχει πρόβλημα με την επιχείρηση στη Βενεζουέλα, γιατί θα πάρει πετρέλαιο.
Το υπουργείο Εξωτερικών του Ιράν σημείωσε ότι «καταδικάζει σθεναρά την αμερικανική στρατιωτική επίθεση εναντίον της Βενεζουέλας και την κατάφωρη παραβίαση της εθνικής κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας». Ακόμη, ο πρόεδρος της Λευκορωσίας Αλεξάντερ Λουκασένκο καταδίκασε κατηγορηματικά τις ενέργειες των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα, σύμφωνα με το κρατικό πρακτορείο ειδήσεων Belta.
Οι γείτονες
Ταχύτερα όλων αντέδρασαν οι άμεσα ενδιαφερόμενοι: οι γειτονικές χώρες της Βενεζουέλας και σχεδόν το σύνολο των κρατών της Νότιας, Κεντρικής και Βόρειας Αμερικής. Η συντριπτική πλειοψηφία καταδίκασε την αμερικανική επιχείρηση. Από τη γειτονική Κολομβία και την Κούβα, που οι κυβερνήσεις τους ήδη προειδοποιήθηκαν εμμέσως πλην σαφώς, από τον Τραμπ, αλλά και από τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο για το ότι τους περιμένει η ίδια τύχη αν ακολουθήσουν τον ίδιο δρόμο με τον Μαδούρο, μέχρι Βραζιλία Μεξικό κ.α., όλες οι κυβερνήσεις καταδίκασαν την αμερικανική επέμβαση και τη σύλληψη του ζεύγους Μαδούρο. Απέναντι βρέθηκαν μόνο η Αργεντινή και το Εκουαδόρ. Ενώ ο Καναδός πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ χαιρέτισε «την ευκαιρία για ειρήνη, δημοκρατία, ελευθερία και ευημερία για τον λαό της Βενεζουέλας», όμως κάλεσε «όλα τα μέρη να σεβαστούν το Διεθνές Δίκαιο».
Ενδεικτικά ο πρόεδρος της Κολομβίας, Γουστάβο Πέτρο καταδίκασε την αμερικανική επιθετικότητα κατά της κυριαρχίας της Βενεζουέλας, ενώ ανακοίνωσε ότι η χώρα του κινητοποίησε τις ένοπλες δυνάμεις της, φοβούμενη κύμα προσφύγων. Η πρόεδρος του Μεξικού, Κλαούντια Σάινμπαουμ, καταδίκασε την αμερικανική επίθεση, ενώ ο πρόεδρος της Βραζιλίας, Λουίζ Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα, δήλωσε ότι οι ενέργειες των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα ξεπέρασαν κάθε παραδεκτό όριο. Υπόψη ότι ο Λούλα δεν αναγνώρισε την τρίτη επανεκλογή του Μαδούρο στην προεδρία το 2024, αλλά ούτε και τη νίκη του αντιπάλου του. Επίσης, ο Κουβανός πρόεδρος Μιγκέλ Ντίας-Κανέλ, χαρακτήρισε την επίθεση στη Βενεζουέλα «εγκληματική».
Στον αντίποδα, ο πρόεδρος της Αργεντινής, Χαβιέρ Μιλέι, χαιρέτισε τη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο, δηλώνοντας στο «Χ»: «Η ελευθερία προχωρά! Ζήτω η ελευθερία!» Αντιστοίχως ο πρόεδρος του Εκουαδόρ Ντάνιελ Νομπόα χαιρέτισε το γεγονός: «Προς όλους τους εγκληματίες ναρκο-τσαβιστές, έρχεται η ώρα σας. Η δομή σας θα καταρρεύσει εντελώς σε ολόκληρη την ήπειρο».
Στο εσωτερικό μέτωπο
Αντιδράσεις σημειώθηκαν και στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών. «Γίνεται για το πετρέλαιο της Βενεζουέλας» ανέφερε η βουλευτής των Δημοκρατικών Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτέζ σε ανάρτησή της στο «Χ». Συμπληρώνοντας: «Δεν έγινε για τα ναρκωτικά. Γίνεται για το πετρέλαιο και την αλλαγή του καθεστώτος. Είναι και αντιπερισπασμός στην υπόθεση Επστάιν και τα πολύ υψηλά κόστη για την υγεία».
Στις τάξεις των Δημοκρατικών επικρατεί αναβρασμός για το ότι δεν ενημερώθηκε το Κογκρέσο για την επίθεση. Ο Τραμπ το δικαιολόγησε με τον αφορισμό ότι «το Κογκρέσο έχει την τάση να διαρρέει κι αν κάτι τέτοιο συνέβαινε θα υπήρχε θέμα».
Ακόμη, χθες το βράδυ ο νέος δήμαρχος της Νέας Υόρκης, Ζοχράν Μαμντάνι, εξαπέλυσε σφοδρά πυρά κατά του Τραμπ: «Η μονομερής επίθεση σε ένα κυρίαρχο έθνος αποτελεί πράξη πολέμου και παραβίαση του ομοσπονδιακού και Διεθνούς Δικαίου», έγραψε μεταξύ άλλων στο «Χ» ο Μαμντάνι.
Την ίδια ώρα, η συντακτική ομάδα των New York Times χαρακτήριζε στο κεντρικό της κείμενο την αμερικανική επέμβαση στην Βενεζουέλα «απερίσκεπτη και παράνομη».
Στους άφωνους της χθεσινής ημέρας, οι Ερντογάν και ο Γ.Γ. του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε. Ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Η συνέχεια αναμένεται με εύλογο ενδιαφέρον…