Μια γυναίκα κατέθεσε σε δικαστήριο του Λονδίνου ότι σώθηκε από βίαιη επίθεση πρώην συντρόφου της χάρη στην παρέμβαση του Μπάρον Τραμπ, σύμφωνα με δημοσιεύματα.
Ο μικρότερος γιος του Ντόναλντ Τραμπ κάλεσε την αστυνομία στις 2:23 π.μ. στις 18 Ιανουαρίου πέρυσι, όταν είδε τη φίλη του να ξυλοκοπείται κατά τη διάρκεια μίας βιντεοκλήσης και κάλεσε το 999. Δράστης του ξυλοδαρμού είναι ο 22χρονος Ρώσος υπήκοος Ματβέι Ρουμιάντσεφ ο οποίος ζήλευε τη σχέση του Αμερικανού Τραμπ με την νεαρή και εξαγριώθηκε όταν επιχείρησε να την καλέσει νωρίτερα το ίδιο βράδυ, σύμφωνα με τους εισαγγελείς. Στη συνέχεια απάντησε σε μια βιντεοκλήση από τον γιο του Αμερικανού προέδρου στο τηλέφωνο της γυναίκας, έδειξε στον Μπάρον το πρόσωπό της, έπειτα άρπαξε τα μαλλιά της και την έσπρωξε στο πάτωμα, φωνάζοντας «δεν αξίζεις τίποτα».
Όπως αναφέρθηκε στο δικαστήριο, κατά τη διάρκεια της φερόμενης επίθεσης, ο Ρουμιάντσεφ έβριζε χυδαία την κοπέλα και την κλώτσησε στο στομάχι ενώ βρισκόταν στο πάτωμα.
Η κλήση του Μπάρον Τραμπ στην αστυνομία
Ο 19χρονος Μπάρον Τραμπ αφού αφιέρωσε λίγο χρόνο προσπαθώντας να βρει πώς να επικοινωνήσει με τις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης στη Βρετανία, ανέφερε τελικά στον τηλεφωνητή που απάντησε στην κλήση του: «Μόλις δέχτηκα μια κλήση από ένα κορίτσι. Ξέρετε… τη χτυπούν». Στη δίκη ακούστηκε απόσπασμα της κλήσης στην οποία ο Τραμπ δίνει τη διεύθυνση της γυναίκας και στη συνέχεια λέει: «Είναι πραγματικά επείγον, παρακαλώ. Δέχτηκα ένα τηλεφώνημα από αυτήν με έναν τύπο να την χτυπάει». Αφού ο αξιωματικός της γραμμής έκτακτης ανάγκης επέπληξε τον Τραμπ επειδή αρνιόταν να απαντήσει στις ερωτήσεις, ο 19χρονος είπε ότι γνώριζε τη γυναίκα μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. «Μπορείς να σταματήσεις να είσαι αγενής και να απαντήσεις στις ερωτήσεις μου; Αν θέλεις να βοηθήσεις το άτομο, θα απαντήσεις στις ερωτήσεις μου με σαφήνεια και ακρίβεια, ευχαριστώ. Πώς την ξέρεις λοιπόν;». Ο Μπάρον απάντησε: «Τη γνώρισα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Την χτυπούν πολύ άσχημα και η κλήση έγινε πριν από περίπου οκτώ λεπτά, δεν ξέρω τι θα μπορούσε να έχει συμβεί μέχρι τώρα». Στη συνέχεια πρόσθεσε: «Λυπάμαι πολύ που είμαι αγενής».
Η αστυνομία έφτασε στο σπίτι της στο ανατολικό Λονδίνο τις πρώτες πρωινές ώρες της 18ης Ιανουαρίου 2025. Πλάνα από κάμερα σώματος τη δείχνει να λέει στους αστυνομικούς: «Είμαι φίλη με τον Μπάρον Τραμπ, τον γιο του Ντόναλντ Τραμπ». Ένας από τους αστυνομικούς ακούγεται στη συνέχεια να λέει σε έναν συνάδελφο: «Οπότε προφανώς αυτός ο πληροφοριοδότης από την Αμερική είναι πιθανό να είναι ο γιος του Ντόναλντ Τραμπ». Στη συνέχεια, η γυναίκα καλείται να καλέσει πίσω τον Μπάρον και ο Αμερικανός εξηγεί στους αστυνομικούς ότι έγινε μάρτυρας της κακοποίησής της κατά τη διάρκεια της κλήσης FaceTime. «Σας τηλεφώνησα παιδιά – αυτό ήταν το καλύτερο που μπορούσα να κάνω. Δεν επρόκειτο να τον ξανακαλέσω και να τον απειλήσω, γιατί αυτό θα έκανε την κατάσταση χειρότερη», είπε στους αστυνομικούς.
Στην κατάθεσή της η γυναίκα τόνισε: «[Ο Μπάρον Τραμπ] βοήθησε να σωθεί η ζωή μου. Αυτό το τηλεφώνημα ήταν σαν σημάδι από τον Θεό εκείνη τη στιγμή».
Ο Ρουμιάντσεφ κατηγορείται για βιασμό σε δύο περιπτώσεις, για επίθεση, πρόκληση σωματικής βλάβης και παρεμπόδιση της απονομής της δικαιοσύνης. Ενώ βρισκόταν υπό κράτηση, ξεγέλασε τους αστυνομικούς ώστε να του επιτρέψουν να τηλεφωνήσει στη γυναίκα και ακούστηκε να λέει «ενώ εσύ κοιμάσαι στο ζεστό σου κρεβάτι, εγώ είμαι στη φυλακή», δήλωσε η εισαγγελέας. Οκτώ ημέρες αργότερα, ο Ρώσος τηλεφώνησε από τη φυλακή σε έναν φίλο του, λέγοντας ότι του είχε ήδη στείλει μια επιστολή που έπρεπε να δώσει στη γυναίκα. Σε αυτή την παρακαλούσε να αποσύρει την κατάθεσή της. Το φερόμενο θύμα απέσυρε αρχικά την κατάθεση, ωστόσο αργότερα ανακάλεσε, λέγοντας στην αστυνομία ότι η αρχική εκδοχή ήταν αληθινή και ότι ο Ρώσος, πρώην μαχητής MMA, την είχε επίσης κακοποιήσει σεξουαλικά σε δύο περιπτώσεις. Η δίκη συνεχίζεται.