Υπάρχουν στιγμές όπου μια οικονομία καλείται να αποφασίσει αν θα προσαρμοστεί εγκαίρως στις αλλαγές ή αν θα συνεχίσει να λειτουργεί με εργαλεία του παρελθόντος. Η συζήτηση γύρω από τα πρατήρια καυσίμων στην Κύπρο εντάσσεται ακριβώς σε αυτή τη λογική.

Για χρόνια, τα πρατήρια αντιμετωπίζονταν ως χώροι με μία και μοναδική αποστολή: τον ανεφοδιασμό καυσίμων. Σήμερα, όμως, αυτή η προσέγγιση δεν ανταποκρίνεται πλέον στην πραγματικότητα. Η ενεργειακή μετάβαση, η ηλεκτροκίνηση και οι νέες ανάγκες των πολιτών μετασχηματίζουν ριζικά τον ρόλο των πρατηρίων. Τα πρατήρια δεν είναι πλέον απλώς πρατήρια καυσίμων. Είναι, ή οφείλουν να γίνουν, πρατήρια ενέργειας.

Η ίδια η Πολιτεία έχει αναγνωρίσει αυτή την αλλαγή. Μέσα από την εθνική στρατηγική για την ηλεκτροκίνηση, έχει θέσει έναν φιλόδοξο στόχο: την ανάπτυξη πέραν των 1.000 φορτιστών ηλεκτρικών οχημάτων σε ολόκληρη την Κύπρο. Και για την υλοποίηση αυτού του στόχου, κάλεσε τις εταιρείες πετρελαιοειδών να αποτελέσουν σύμμαχο στην προσπάθεια αυτή.

Πρόκειται για μια στρατηγική επιλογή με ξεκάθαρη στρατηγική κατεύθυνση. Τα πρατήρια καλούνται να αποτελέσουν βασικούς κόμβους της νέας ενεργειακής πραγματικότητας.

Ωστόσο, εδώ αναδεικνύεται μια κρίσιμη αντίφαση.

Από τη μία, ζητείται από τις εταιρείες πετρελαιοειδών να επενδύσουν, να εκσυγχρονιστούν και να στηρίξουν την ενεργειακή μετάβαση. Από την άλλη, ο τομέας συνεχίζει να λειτουργεί μέσα σε ένα νομοθετικό πλαίσιο που σχεδιάστηκε για μια εντελώς διαφορετική εποχή. Ένα πλαίσιο που περιορίζει ουσιαστικά τα πρατήρια στα προϊόντα και τις υπηρεσίες που μπορούν να προσφέρουν, επιβάλλοντας εμπόδια εκεί ακριβώς που απαιτείται ευελιξία.

Όπως έχει επισημάνει και η Ομοσπονδία Εργοδοτών & Βιομηχάνων (ΟΕΒ) στην οποία είναι Μέλη οι Εταιρείες Πετρελαιοειδών, η απουσία ενός σαφούς και σύγχρονου ρυθμιστικού πλαισίου προκαλεί νομική αβεβαιότητα και περιορίζει την ανάπτυξη δραστηριοτήτων που θεωρούνται δεδομένες στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες.

Σε όλες σχεδόν τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα πρατήρια έχουν ήδη εξελιχθεί σε πολυλειτουργικούς χώρους εξυπηρέτησης. Το μοντέλο “fuel + convenience” αποτελεί τον κανόνα: συνδυασμός ενέργειας, μικρής λιανικής και υπηρεσιών προς τον καταναλωτή. Η Κύπρος παραμένει η μοναδική εξαίρεση μέχρι στιγμής.

Το υφιστάμενο Νομοθετικό Πλαίσιο περιορίζει την ανταγωνιστικότητα του τομέα και υπονομεύει τη βιωσιμότητα των πρατηρίων σε μια περίοδο όπου η κατανάλωση παραδοσιακών καυσίμων αναμένεται να μειωθεί. Επίσης, στερεί από τους πολίτες υπηρεσίες που θεωρούνται αυτονόητες στις άλλες χώρες και τελικά, δυσκολεύει την ίδια την υλοποίηση της ενεργειακής πολιτικής της χώρας.

Η μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση δεν αφορά μόνο την εγκατάσταση φορτιστών. Αφορά τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου οικοσυστήματος εξυπηρέτησης. Ένας οδηγός που θα σταθμεύσει για φόρτιση του οχήματός του, απαιτείται χρόνος. Και ο χρόνος αυτός μπορεί να αξιοποιείται μέσα από υπηρεσίες που ενισχύουν την εμπειρία του χρήστη. Αυτό ακριβώς κάνουν τα σύγχρονα πρατήρια ενέργειας σε όλη την Ευρώπη.

Στο πλαίσιο αυτό, καθίσταται αναγκαίο να δοθεί η δυνατότητα στα πρατήρια να προσφέρουν στους χρήστες τους βασικές υπηρεσίες εξυπηρέτησης, όπως η κατανάλωση τροφίμων, ροφημάτων και γενικότερα προϊόντα που παρέχονται σε “convenience stores”, σε κατάλληλα διαμορφωμένους χώρους. Η ανάπτυξη τέτοιων υποδομών δεν αφορά μόνο τη βελτίωση της εμπειρίας του καταναλωτή, αλλά συμβάλλει ουσιαστικά στην οδική ασφάλεια, επιτρέποντας την ανάπαυση των οδηγών και ιδιαίτερα των επαγγελματιών οδηγών, οι οποίοι διανύουν μεγάλες αποστάσεις σε καθημερινή βάση.

Παράλληλα, η δυνατότητα παροχής συμπληρωματικών υπηρεσιών, όπως μηχανήματα αυτόματης ανάληψης (ATM), ταχυδρομικές ή άλλες βασικές υπηρεσίες εξυπηρέτησης, μπορεί να ενισχύσει σημαντικά την καθημερινότητα των πολιτών. Ιδιαίτερα σε απομακρυσμένες ή αγροτικές περιοχές, τα πρατήρια μπορούν να λειτουργήσουν ως σημεία πολλαπλής εξυπηρέτησης, καλύπτοντας ανάγκες που διαφορετικά θα απαιτούσαν πρόσθετες μετακινήσεις.

Η ΟΕΒ έχει αναδείξει επανειλημμένα την ανάγκη εκσυγχρονισμού της σχετικής νομοθεσίας, υπογραμμίζοντας ότι η προσαρμογή αυτή δεν είναι απλώς επιθυμητή αλλά αναγκαία για τη βιωσιμότητα του τομέα και τη συμμόρφωση με τις ευρωπαϊκές πρακτικές.

Όπως σε κάθε μεγάλη αλλαγή, το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι μόνο η αναγνώριση της ανάγκης για μετάβαση, αλλά και η υποστήριξη της αλλαγής. Να δημιουργούμε τις προϋποθέσεις για να εξελιχθούν οι τομείς της οικονομίας, χωρίς περιορισμούς που δεν ανταποκρίνονται πλέον στην πραγματικότητα.

Τα πρατήρια μπορούν να αποτελέσουν μέρος της λύσης. Μπορούν να στηρίξουν την ηλεκτροκίνηση, να ενισχύσουν την εξυπηρέτηση των πολιτών, να συμβάλουν στην περιφερειακή ανάπτυξη και να δημιουργήσουν νέες επενδύσεις.

Για να συμβεί αυτό, όμως, χρειάζεται κάτι απλό αλλά ουσιαστικό: ένα σύγχρονο και λειτουργικό πλαίσιο.

Η αλλαγή στη νομοθεσία δεν είναι μια δευτερεύουσα μεταρρύθμιση. Είναι μια συνειδητή επιλογή για το πώς θέλουμε να λειτουργεί η οικονομία μας στην εποχή της ενεργειακής μετάβασης.

* Λειτουργός, Τμήμα Επιχειρηματικής Ανάπτυξης (ΟΕΒ)