Τις τελευταίες δεκαετίες η μείωση του ποσοστού κάλυψης εργαζομένων από συλλογικές συμβάσεις και η μείωση της οργάνωσης του χώρου εργασίας έχει επιδεινώσει το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων, τόσο σε εθνικό όσο και σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.

Το 1990, η κάλυψη από συλλογικές συμβάσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο με βάση τα στοιχεία του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) και της ίδιας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ξεπερνούσε το 80%, ενώ σήμερα η κάλυψη βρίσκεται περίπου στο 66%.

Για την Κύπρο είναι σημαντικό να αντλήσουμε παραδείγματα και καλές πρακτικές από κράτη τα οποία αύξησαν την κάλυψη εργαζομένων από συλλογικές συμβάσεις. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η χάραξη του σχεδίου δράσης για επέκταση των συλλογικών συμβάσεων, όπως προκύπτει και μέσα από την Οδηγία 2041/2022. Και γι’ αυτό θα πρέπει να καθοριστούν ξεκάθαρα χρονοδιαγράμματα με στόχους υλοποίησης, καθώς και μηχανισμοί ελέγχου μεταξύ των κοινωνικών εταίρων και πολιτικές κινήτρων.

Ωστόσο, αυτό που είναι σημαντικό να αναφέρουμε είναι η ατεκμηρίωτη θέση η οποία επικρατεί σε ορισμένους νεοφιλελεύθερους κύκλους, είτε αυτοί είναι εργοδότες, είτε είναι πολιτικοί, ότι δηλαδή η επέκταση των συλλογικών συμβάσεων θα πλήξει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας μας λόγω αυξημένου εργατικού κόστους. Η νεοφιλελεύθερη αυτή προσέγγιση έχει καταρρεύσει εδώ και αρκετές δεκαετίες, αλλά φαίνεται πως κάποιοι συνεχίζουν να υποστηρίζουν και να υιοθετούν τέτοιες προσεγγίσεις.

Η απάντηση έρχεται μέσα και από τα ίδια τα δεδομένα και την επιστημονική έρευνα. Πώς γίνεται, για παράδειγμα, ενώ φθίνει η κάλυψη του ποσοστού εργαζομένων από συλλογικές συμβάσεις, η ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας να επιδεινώνεται; Το ίδιο ερώτημα θα πρέπει να τεθεί και για την Κύπρο.

Η απάντηση είναι απλή και ξεκάθαρη. Η ανταγωνιστικότητα στις σύγχρονες οικονομίες δεν ενισχύεται μέσα από τη μείωση του εργατικού κόστους, όπως υποστηρίζουν οι νεοφιλελεύθεροι αυτοί κύκλοι αλλά μέσα από την κατάρτιση των εργαζομένων, την αναβάθμιση των δεξιοτήτων, την ψηφιοποίηση, τη μείωση τους γραφειοκρατίας, τη μείωση του κόστους ενέργειας, στοιχεία τα οποία βοηθούν στην άνοδο και της παραγωγικότητας, τομείς στους οποίους η Κύπρος υστερεί. Αυτά καταγράφονται και στις εκθέσεις Λέτα και Ντράγκι.

Επομένως, η πρόκληση είναι πώς δίδουμε ώθηση στους παράγοντες οι οποίοι ωθούν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και αυτό αποτελεί βασική ευθύνη των εργοδοτών και όχι των εργαζομένων.

Η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση, αντιλαμβανόμενη το γεγονός ότι η ευημερία των εργαζομένων είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την επέκταση και ενίσχυση των συλλογικών συμβάσεων, έχει δώσει μέσω της Οδηγίας 2041/2022 ένα ισχυρό εργαλείο στους κοινωνικούς εταίρους.

Εναπόκειται στις εθνικές κυβερνήσεις και στους κοινωνικούς εταίρους σε κάθε κράτος μέλος να αδράξουν αυτή την ευκαιρία και να την αξιοποιήσουν στον μέγιστο βαθμό. Ήδη, η ΣΕΚ στο 30ο Παγκύπριο Συνέδριο της έθεσε ψηλά στην ατζέντα των προτεραιοτήτων της για το επόμενο χρονικό διάστημα το ζήτημα της επέκτασης των συλλογικών συμβάσεων.

Το συνδικαλιστικό κίνημα είναι πανέτοιμο να συμμετέχει δημιουργικά στον κοινωνικό διάλογο με τρόπο που θα είναι υποβοηθητικός για να επιτευχθεί το μέγιστο αποτέλεσμα, που είναι η προστασία των εργαζομένων από συλλογικές συμβάσεις μέσα από ένα συνδυασμό δράσεων και κινήτρων.

* Υπεύθυνος Τμήματος Οικονομικών Μελετών ΣΕΚ