Η Έκθεση Ντράγκι έχει ανοίξει μια νέα συζήτηση: «Ανταγωνιστικότητα και ποιοτική απασχόληση μπορούν να συμβαδίσουν»

Του Πανίκου Αργυρίδη, Αναπληρωτής Γενικός Γραμματέας ΣΕΚ

Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται σήμερα σε μια από τις πιο κρίσιμες καμπές της σύγχρονης ιστορίας της.

Οι γεωπολιτικές αναταράξεις, η επιβράδυνση της οικονομικής ανάπτυξης, η τεχνολογική επανάσταση που φέρνει η τεχνητή νοημοσύνη, η πράσινη μετάβαση και οι δημογραφικές εξελίξεις διαμορφώνουν ένα εντελώς νέο περιβάλλον για τις ευρωπαϊκές οικονομίες και τις αγορές εργασίας.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Έκθεση του Μάριο Ντράγκι για το μέλλον της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας δεν αποτελεί απλώς μια οικονομική ανάλυση.
Είναι μια προειδοποίηση ότι η Ευρώπη οφείλει να επαναπροσδιορίσει το αναπτυξιακό της μοντέλο, εάν θέλει να διατηρήσει τη θέση της σε έναν κόσμο όπου ο διεθνής ανταγωνισμός γίνεται ολοένα και πιο έντονος.
Η δημόσια συζήτηση γύρω από την έκθεση επικεντρώθηκε κυρίως στις μεγάλες επενδύσεις, στην καινοτομία, στην ενεργειακή πολιτική και στην ανάγκη μείωσης της γραφειοκρατίας.
Ωστόσο, υπάρχει μια εξίσου σημαντική διάσταση που δεν πρέπει να παραβλέπεται: η ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης δεν μπορεί να οικοδομηθεί χωρίς επένδυση στον άνθρωπο και χωρίς μια σύγχρονη, ανθεκτική και δίκαιη αγορά εργασίας. Η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετωπίζει σήμερα ένα παράδοξο.

Από τη μία πλευρά, πολλές επιχειρήσεις δυσκολεύονται να βρουν το ανθρώπινο δυναμικό που χρειάζονται για να αναπτυχθούν, αλλά από την άλλη, χιλιάδες εργαζόμενοι αισθάνονται ότι οι δεξιότητές τους απαξιώνονται με ταχύτατο ρυθμό λόγω της τεχνολογικής εξέλιξης.
Η γήρανση του πληθυσμού, η μείωση του ενεργού εργατικού δυναμικού και η αυξανόμενη ανάγκη για νέες ψηφιακές και τεχνικές δεξιότητες δημιουργούν μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που γνώρισε ποτέ η ευρωπαϊκή αγορά εργασίας.
Η απάντηση, όμως, δεν μπορεί να είναι η συμπίεση των εργασιακών δικαιωμάτων ή η διαρκής μείωση του κόστους εργασίας για να ενισχύσουμε την ανταγωνιστικότητα της ΕΕ. Αντίθετα, η ιστορία της ίδιας της Ευρώπης αποδεικνύει ότι οι οικονομίες που επενδύουν στους ανθρώπους τους είναι εκείνες που παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη ανθεκτικότητα, υψηλότερη παραγωγικότητα και ισχυρότερη κοινωνική συνοχή.
Η ανταγωνιστικότητα δεν μετριέται μόνο με δείκτες παραγωγής ή τις εξαγωγές. Μετριέται και από την ικανότητα μιας οικονομίας να προσελκύει και να διατηρεί ταλέντων, να δημιουργεί ποιοτικές θέσεις εργασίας, να προσφέρει ευκαιρίες συνεχούς
κατάρτισης και να εξασφαλίζει συνθήκες εργασίας που ενισχύουν την παραγωγικότητα και την καινοτομία.

Ο εργαζόμενος δεν αποτελεί απλώς έναν συντελεστή παραγωγής. Είναι ο σημαντικότερος παράγοντας επιτυχίας κάθε επιχείρησης και κάθε οικονομίας.
Η Έκθεση Ντράγκι υπογραμμίζει ότι η Ευρώπη χρειάζεται πρωτοφανείς επενδύσεις για να καλύψει το χάσμα παραγωγικότητας με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα. Όμως οι επενδύσεις αυτές δεν μπορούν να περιοριστούν στις υποδομές, στην ενέργεια ή στις νέες τεχνολογίες.

Πρέπει να επεκταθούν και στο ανθρώπινο κεφάλαιο. Η δια βίου μάθηση, η αναβάθμιση των δεξιοτήτων, η επανακατάρτιση των εργαζομένων και η ενίσχυση της επαγγελματικής εκπαίδευσης, αποτελούν πλέον στρατηγικές επενδύσεις και όχι κοινωνικές πολιτικές δευτερεύουσας σημασίας.
Παράλληλα, η Ευρώπη καλείται να αντιμετωπίσει μια ακόμη πρόκληση: την έλλειψη εργατικού δυναμικού σε κρίσιμους τομείς της οικονομίας.

Η υγεία, οι κατασκευές, οι μεταφορές, ο τουρισμός, η γεωργία και οι υπηρεσίες καταγράφουν σημαντικές δυσκολίες στην κάλυψη θέσεων εργασίας. Η Κύπρος βιώνει ήδη αυτή την πραγματικότητα.
Η ανάγκη για μια ολοκληρωμένη στρατηγική ανθρώπινου δυναμικού, που θα συνδυάζει την ενεργοποίηση του εγχώριου εργατικού δυναμικού, την αναβάθμιση των δεξιοτήτων, τη συμμετοχή περισσότερων γυναικών και νέων στην αγορά εργασίας, αλλά και μια ορθολογική πολιτική νόμιμης απασχόλησης εργαζομένων από τρίτες χώρες, καθίσταται πλέον επιτακτική.
Η συζήτηση για την ανταγωνιστικότητα δεν μπορεί επίσης να αγνοήσει τον ρόλο του κοινωνικού διαλόγου. Η Ευρωπαϊκή Ένωση οικοδόμησε το κοινωνικό της μοντέλο πάνω στη συνεργασία μεταξύ κυβερνήσεων, εργοδοτών και εργαζομένων.
Οι συλλογικές διαπραγματεύσεις, η προστασία της υγείας και της ασφάλειας στην εργασία, η συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων στη διαμόρφωση πολιτικών και η επένδυση στην ποιοτική απασχόληση δεν αποτελούν εμπόδιο στην ανάπτυξη.

Αντίθετα, αποτελούν συγκριτικό πλεονέκτημα της ευρωπαϊκής οικονομίας απέναντι σε άλλα μοντέλα που βασίζονται αποκλειστικά στη συμπίεση του κόστους εργασίας. Η τεχνητή νοημοσύνη και η ψηφιακή μετάβαση καθιστούν ακόμη πιο αναγκαία αυτή τη φιλοσοφία.

Το ζητούμενο δεν είναι να αντικαταστήσουμε τον άνθρωπο, αλλά να αξιοποιήσουμε την τεχνολογία ώστε να αυξήσουμε την παραγωγικότητα, να βελτιώσουμε τις συνθήκες εργασίας και να
δημιουργήσουμε νέες ευκαιρίες απασχόλησης.

Η επιτυχία της Ευρώπης θα εξαρτηθεί από την ικανότητά της να διαχειριστεί αυτή τη μετάβαση με
τρόπο δίκαιο, χωρίς να αφήσει εργαζομένους ή ολόκληρους κλάδους πίσω.
Η Έκθεση Ντράγκι μάς υπενθυμίζει ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να αρκεστεί στη διαχείριση των εξελίξεων. Οφείλει να διαμορφώσει το μέλλον της μέσα από ένα νέο παραγωγικό και κοινωνικό συμβόλαιο. Ένα συμβόλαιο που θα στηρίζεται στην καινοτομία, στις επενδύσεις, στις δεξιότητες και στην ποιότητα της εργασίας.
Η πραγματική ανταγωνιστικότητα δεν οικοδομείται με χαμηλότερους μισθούς, λιγότερα δικαιώμα-
τα ή μεγαλύτερη εργασιακή ανασφάλεια. Οικοδομείται μέσα από την παραγωγικότητα, τη γνώση,
την εμπιστοσύνη, τον κοινωνικό διάλογο και την αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού.

Αν η Ευρωπαϊκή Ένωση θέλει να διατηρήσει την οικονομική της ισχύ και ταυτόχρονα να παραμείνει πιστή στις αξίες της, τότε η επένδυση στον άνθρωπο δεν αποτελεί επιλογή, αλλά αναγκαία προϋπόθεση.
Και αυτή ίσως είναι η σημαντικότερη παρακαταθήκη που αφήνει η Έκθεση Ντράγκι για το μέλλον
της ευρωπαϊκής οικονομίας και της απασχόλησης.