Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΔικηγόρος – Συνέταιρος Λ.Παπαφιλίππου & Σία Δ.Ε.Π.Ε
Η προστασία του πολίτη απέναντι στην αναγκαστική απαλλοτρίωση
Το δικαίωμα ιδιοκτησίας κατοχυρώνεται από το άρθρο 23 του Συντάγματος, καθώς και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ως θεμελιώδες δικαίωμα. Η αναγκαστική απαλλοτρίωση αποτελεί την εντονότερη μορφή επέμβασης του κράτους στο δικαίωμα αυτό και, ως εκ τούτου, συνιστά εξαίρεση από τον κανόνα. Η εξουσία του κράτους να στερεί από τον πολίτη την ακίνητη ιδιοκτησία του δεν είναι ούτε γενική ούτε ανέλεγκτη. Υπόκειται σε αυστηρές συνταγματικές και νομοθετικές προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να ερμηνεύονται στενά.
Πρώτη και βασική προϋπόθεση είναι η ύπαρξη πραγματικού, συγκεκριμένου και νόμιμου σκοπού δημόσιας ωφέλειας. Δεν αρκεί μία γενικόλογη επίκληση του δημοσίου συμφέροντος. Η απόφαση πρέπει να στηρίζεται σε πραγματική έρευνα των αναγκών του κράτους, των χαρακτηριστικών της συγκεκριμένης ιδιοκτησίας και των διαθέσιμων επιλογών του κράτους. Καθοριστική επί τούτου, είναι η αρχή της αναλογικότητας. Η απαλλοτρίωση πρέπει να αποτελεί έσχατο μέτρο. Η Διοίκηση οφείλει να διερευνήσει εάν ο ίδιος σκοπός μπορεί να επιτευχθεί με λιγότερο επαχθή μέσα, και εάν είναι αναγκαία, κατάλληλη και ανάλογη. Το άρθρο 52 του Ν. 158(Ι)/1999 αποτυπώνει ακριβώς αυτή την αρχή, επιβάλλοντας στη Διοίκηση, όταν υπάρχουν περισσότερες νόμιμες λύσεις, να επιλέγει τη λιγότερο επαχθή για τον διοικούμενο.
Αντίστοιχη είναι η προσέγγιση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Στην Vistiņš and Perepjolkins v. Latvia [GC], αρ. 71243/01, το ΕΔΔΑ συνόψισε τις βασικές απαιτήσεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου: η επέμβαση στην περιουσία πρέπει να έχει νόμιμη βάση, να υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον και να διατηρεί εύλογη σχέση αναλογικότητας, ώστε να επιτυγχάνεται δίκαιη ισορροπία μεταξύ του γενικού συμφέροντος και των δικαιωμάτων του ιδιοκτήτη.
Ο πολίτης, επομένως, δεν είναι παθητικός αποδέκτης μιας απόφασης απαλλοτρίωσης. Δικαιούται να αμφισβητήσει τη νομιμότητά της ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος, προβάλλοντας, ανάλογα με την περίπτωση, έλλειψη νόμιμου σκοπού, ανεπαρκή έρευνα ή αιτιολογία, παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας ή υπέρβαση ή κατάχρηση εξουσίας.
Η αποζημίωση ως ουσιώδης εγγύηση
Η προστασία του ιδιοκτήτη, όμως, δεν περιορίζεται στον έλεγχο του δημόσιου σκοπού ή της αναλογικότητας της απαλλοτρίωσης. Το άρθρο 23 του Συντάγματος συνδέει την αναγκαστική απαλλοτρίωση με την καταβολή δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης. Η αποζημίωση δεν αποτελεί δευτερεύον ή τυπικό στοιχείο της διαδικασίας. Αποτελεί μία από τις βασικές εγγυήσεις που εξισορροπούν την εξαιρετικά σοβαρή επέμβαση του κράτους στην περιουσία του πολίτη.
Ο περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμος του 1962, Ν. 15/1962, καθορίζει ειδικό πλαίσιο για τη διαδικασία αυτή. Μετά τη γνωστοποίηση της απαλλοτρίωσης, η απαλλοτριούσα αρχή έχει υποχρέωση να εισέλθει σε διαπραγματεύσεις για την απόκτηση της ιδιοκτησίας και τον καθορισμό, με συμφωνία, της καταβλητέας αποζημίωσης. Εάν δεν επιτευχθεί συμφωνία μέσα στη νόμιμη χρονική περίοδο, η αρχή οφείλει να προβεί σε προσφορά του ποσού που η ίδια υπολογίζει ως αποζημίωση.
Ο ιδιοκτήτης δεν είναι υποχρεωμένος να αποδεχθεί ότι το ποσό που προσφέρει η Διοίκηση αποτελεί την πραγματική και τελική αξία της απαίτησής του. Ο ίδιος ο Νόμος προβλέπει δικαστικό μηχανισμό καθορισμού της αποζημίωσης όταν δεν υπάρχει συμφωνία. Τόσο η απαλλοτριούσα αρχή όσο και κάθε ενδιαφερόμενο πρόσωπο μπορούν να αποταθούν στο αρμόδιο Δικαστήριο και να ζητήσουν να καθοριστεί δικαστικά το ποσό της καταβλητέας αποζημίωσης.
Μάλιστα, ο ιδιοκτήτης μπορεί υπό προϋποθέσεις να εισπράξει το ποσό που του προσφέρεται χωρίς να παραιτείται από το δικαίωμα να διεκδικήσει μεγαλύτερη αποζημίωση. Ο Ν. 15/1962 επιτρέπει την αποδοχή της προσφερόμενης αποζημίωσης υπό την επιφύλαξη του δικαστικού καθορισμού του ορθού ποσού, υπό τον όρο ότι ο ιδιοκτήτης θα κινηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των εβδομήντα πέντε ημερών από την είσπραξη της προσφοράς.
Καθοριστικής σημασίας είναι και ο τρόπος αποτίμησης. Βασικό σημείο αναφοράς αποτελεί η αξία που θα απέφερε η ιδιοκτησία εάν πωλείτο εκουσίως στην ελεύθερη αγορά κατά τον χρόνο δημοσίευσης της γνωστοποίησης απαλλοτρίωσης. Ο Νόμος προβλέπει όμως και πρόσθετα στοιχεία που μπορεί να επηρεάσουν το ύψος της αποζημίωσης. Σε περίπτωση, για παράδειγμα, που απαλλοτριώνεται μόνο μέρος μεγαλύτερης ιδιοκτησίας, λαμβάνεται υπόψη η επίδραση της απαλλοτρίωσης στην αξία του υπόλοιπου ακινήτου, καθώς και τυχόν ζημία από τον διαχωρισμό του απαλλοτριωθέντος μέρους. Προβλέπεται επίσης η δυνατότητα συνυπολογισμού ορισμένων άμεσων ζημιών που συνδέονται με επαγγελματική χρήση της ιδιοκτησίας.
Επομένως, υπάρχουν δύο διαφορετικές δυνατότητες δικαστικής αμφισβήτησης που δεν πρέπει να συγχέονται. Από την μία, η νομιμότητα της ίδιας της διοικητικής πράξης απαλλοτρίωσης μπορεί να ελεγχθεί μέσω της διοικητικής δικαιοσύνης, δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος και από την άλλη, η διαφωνία ως προς το ύψος της αποζημίωσης ακολουθεί την ειδική δικαστική διαδικασία που προβλέπει η νομοθεσία περί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης.
Η διάκριση έχει πρακτική σημασία. Ένας ιδιοκτήτης μπορεί να θεωρεί ότι η ίδια η απαλλοτρίωση είναι νόμιμη, αλλά η αποζημίωση που του προσφέρεται είναι ανεπαρκής. Αντίστροφα, μπορεί να αμφισβητεί τη νομιμότητα της απαλλοτρίωσης ανεξάρτητα από την αποτίμηση της περιουσίας του. Πρόκειται για διαφορετικά ζητήματα, τα οποία ενεργοποιούν διαφορετικούς μηχανισμούς δικαστικής προστασίας.
Η διαρκής υποχρέωση της Διοίκησης και το δικαίωμα επιστροφής
Η προστασία του πολίτη δεν εξαντλείται κατά τον χρόνο της απαλλοτρίωσης. Το άρθρο 23(5) του Συντάγματος επιβάλλει όπως η απαλλοτριωθείσα ιδιοκτησία χρησιμοποιείται αποκλειστικά για τον σκοπό για τον οποίο απαλλοτριώθηκε. Η υποχρέωση αυτή είναι διαρκής. Η Διοίκηση δεν αποκτά, διά της απαλλοτρίωσης, ανέλεγκτο και απεριόριστο δικαίωμα να κρατά τη γη εσαεί.
Η Πλήρης Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ζήνων Ευθυμιάδης Εστειτς Λτδ ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 166, αναγνώρισε ότι υπάρχει διαρκής υποχρέωση της Διοίκησης να χρησιμοποιεί το ακίνητο για τον σκοπό της απαλλοτρίωσης και, αντίστοιχα, δικαίωμα επανάκτησης όταν οι προϋποθέσεις του Συντάγματος και του Νόμου παύουν να υφίστανται.
Η αρχή αυτή απέκτησε ιδιαίτερα έντονη διάσταση με την πρόσφατη απόφαση του ΕΔΔΑ στην Nikolaou and Others v. Cyprus, αρ. 37068/18, της 30ής Απριλίου 2026.
Η υπόθεση Nikolaou and Others v. Cyprus
Τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης είναι αποκαλυπτικά για τη σημασία της.
Οι αιτητές ήταν δέκα Κύπριοι υπήκοοι, οι οποίοι είτε ήταν οι αρχικοί ιδιοκτήτες είτε κληρονόμοι των ιδιοκτητών τεμαχίου γης έκτασης 7.024 τ.μ. στον Άγιο Αθανάσιο Λεμεσού. Η ιδιοκτησία απαλλοτριώθηκε το 1976 με σκοπό την ανάπτυξη βιομηχανικής περιοχής. Μέρος της γης χρησιμοποιήθηκε πράγματι για τη δημιουργία οδικού δικτύου. Ωστόσο, από το υπόλοιπο ακίνητο, έκταση 3.974 τ.μ. παρέμενε χωρίς την προβλεπόμενη αξιοποίηση. Κατά τα επόμενα χρόνια εξετάστηκαν και συζητήθηκαν διάφορα σχέδια ανάπτυξης, χωρίς όμως αυτά να υλοποιηθούν.
Το 2008, δηλαδή 32 χρόνια μετά την απαλλοτρίωση, οι ιδιοκτήτες και οι κληρονόμοι τους ζήτησαν την επιστροφή της επίδικης γης, υποστηρίζοντας ότι δεν είχε χρησιμοποιηθεί για τον σκοπό για τον οποίο απαλλοτριώθηκε. Οι αρμόδιες αρχές απέρριψαν το αίτημά τους. Από την μία πλευρά ανέφεραν ότι η συγκεκριμένη έκταση επρόκειτο να παραμείνει «ανοικτός χώρος», ενώ από την άλλη υποστήριζαν ότι τα σχέδια ανάπτυξης της βιομηχανικής περιοχής δεν είχαν εγκαταλειφθεί.
Η ουσία της υπόθεσης δεν ήταν, επομένως, εάν υπήρχε δημόσιος σκοπός το 1976. Το κρίσιμο ερώτημα ήταν διαφορετικό: μπορούσε η συνεχιζόμενη κατακράτηση της συγκεκριμένης έκτασης, περισσότερες από τρεις δεκαετίες αργότερα, να εξακολουθεί να δικαιολογείται απέναντι στο δικαίωμα των ιδιοκτητών στην περιουσία τους;
Το ΕΔΔΑ απάντησε αρνητικά και διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ιδιαίτερη δύναμη της Nikolaou. Η απόφαση καταδεικνύει ότι η νομιμότητα μιας απαλλοτρίωσης δεν παγιώνεται για πάντα κατά την ημερομηνία έκδοσής της. Η συνεχιζόμενη κατακράτηση της περιουσίας πρέπει να μπορεί να δικαιολογηθεί υπό το πρίσμα των πραγματικών συνθηκών που επικρατούν μεταγενέστερα. Η ύπαρξη ενός αρχικού δημόσιου σκοπού δεν αποτελεί λευκή επιταγή που επιτρέπει στη Διοίκηση να κρατά επ’ αόριστον μια ιδιοκτησία η οποία επί δεκαετίες δεν χρησιμοποιείται κατά τον τρόπο για τον οποίο απαλλοτριώθηκε.
Η χρονική διάρκεια αποκτά συνεπώς ιδιαίτερη σημασία, χωρίς βεβαίως να δημιουργεί από μόνη της έναν αυτόματο κανόνα επιστροφής. Το κρίσιμο στοιχείο είναι εάν, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων, εξακολουθεί να υπάρχει πραγματική και συγκεκριμένη απαίτηση δημοσίου συμφέροντος που να δικαιολογεί τη συνέχιση της στέρησης και εάν διατηρείται η απαιτούμενη δίκαιη ισορροπία.
Η Nikolaou είναι σημαντική και για έναν ακόμη λόγο. Όσο η γη παραμένει στην κατοχή του κράτους χωρίς την προβλεπόμενη χρήση, ο πρώην ιδιοκτήτης δεν στερείται απλώς της φυσικής κατοχής της. Στερείται παράλληλα της δυνατότητας αξιοποίησης, διάθεσης και συμμετοχής στην ενδεχόμενη αύξηση της οικονομικής αξίας της. Η πάροδος δεκαετιών μπορεί επομένως να εντείνει σημαντικά το βάρος που υφίσταται ο ιδιώτης και να επηρεάσει τη συνολική στάθμιση υπό το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου.
Και στο στάδιο αυτό ο πολίτης διαθέτει αποτελεσματικό ένδικο μέσο. Εάν η Διοίκηση αρνηθεί να επιστρέψει την ιδιοκτησία ή παραλείψει να ενεργήσει ενώ ο σκοπός της απαλλοτρίωσης έχει εκλείψει, ο πρώην ιδιοκτήτης μπορεί να προσβάλει την απόφαση ή την παράλειψη με προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος.
Η απαλλοτρίωση, συνεπώς, δεν είναι πράξη που κρίνεται άπαξ. Η νομιμότητά της διατηρείται μόνο όσο υφίσταται, επιδιώκεται ενεργά και εξυπηρετείται ο σκοπός δημόσιας ωφέλειας. Όταν ο σκοπός αυτός εκλείψει, εκλείπει και η συνταγματική βάση για τη συνέχιση της στέρησης της ιδιοκτησίας.
Κάθε περίπτωση, βεβαίως, εξετάζεται σύμφωνα με τα ιδιαίτερα πραγματικά και νομικά δεδομένα της και, ως εκ τούτου, απαιτεί εξατομικευμένη νομική συμβουλή και καθοδήγηση.