Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΗ Ανταγωνιστική Αγορά Ηλεκτρισμού, οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και η αποθήκευση δεν είναι αυτοσκοπός. Πρέπει να μειώνουν αποδεδειγμένα το συνολικό κόστος και να ενισχύουν την ασφάλεια εφοδιασμού.
Η τιμή του ηλεκτρισμού παραμένει μία από τις σοβαρότερες επιβαρύνσεις για τα κυπριακά νοικοκυριά. Παρά την αυξανόμενη διείσδυση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ), την έναρξη της Ανταγωνιστικής Αγοράς Ηλεκτρισμού (ΑΑΗ), τις επανειλημμένες εξαγγελίες και υποσχέσεις της πολιτείας, το αποτέλεσμα στο λογαριασμό παραμένει απογοητευτικό.
Οι μεταρρυθμίσεις παρουσιάστηκαν ως δρόμος προς περισσότερο ανταγωνισμό και χαμηλότερες τιμές. Η πραγματικότητα είναι διαφορετική: η Κύπρος εξακολουθεί να εξαρτάται από ακριβά υγρά καύσιμα και ρυπογόνες συμβατικές μονάδες, δεν διαθέτει επαρκή αποθήκευση, ενώ η νέα ΑΑΗ δεν δημιούργησε ουσιαστικές επιλογές ούτε μετρήσιμο όφελος για τα νοικοκυριά.
Η απόσταση μεταξύ υπόσχεσης και αποτελέσματος δεν μπορεί πλέον να καλύπτεται με νέες εξαγγελίες. Χρειάζεται αυστηρός απολογισμός των καθυστερήσεων και του κόστους που μεταφέρεται στον καταναλωτή.
Το κόστος παραγωγής κυριαρχεί στον λογαριασμό
Με βάση ενδεικτικό τιμολόγιο της ΑΗΚ για την περίοδο Ιουνίου–Ιουλίου 2026, ο λογαριασμός οικιακού καταναλωτή με διμηνιαία κατανάλωση 1.000 kWh ανέρχεται περίπου στα €295 (29,5 σεντ/kWh).
Η κατανομή είναι περίπου η εξής:
- Κόστος παραγωγής (καύσιμο και ρύποι): 77% ή 22,7 σεντ/kWh
- Κόστος χρήσης δικτύων: 13,3% ή 3,9 σεντ/kWh
- Κόστος προμήθειας: 3% ή 0,9 σεντ/kWh
- Φορολογία και λοιπές επιβαρύνσεις: 6,8% ή περίπου 2 σεντ/kWh
Σχεδόν οκτώ από κάθε δέκα ευρώ του λογαριασμού συνδέονται με την παραγωγή. Οποιαδήποτε πολιτική που δεν αντιμετωπίζει το κόστος παραγωγής μπορεί να προσφέρει μόνο προσωρινή ανακούφιση.
Το κόστος των καθυστερήσεων πληρώνεται καθημερινά
Η καθυστέρηση στην έλευση του φυσικού αερίου και στην ανανέωση της συμβατικής παραγωγής υποχρεώνει το σύστημα να στηρίζεται σε υγρά καύσιμα και σε παλαιότερες μονάδες χαμηλότερης απόδοσης.
Η αιτιώδης αλυσίδα είναι σαφής: καθυστέρηση κρίσιμων υποδομών → συνέχιση χρήσης ακριβών καυσίμων → αυξημένο κόστος λειτουργίας και εκπομπών → υψηλότερο κόστος παραγωγής → ακριβότερος ηλεκτρισμός.
Το σημερινό αδιέξοδο δεν ήταν απρόβλεπτο. Είναι σε σημαντικό βαθμό το μετρήσιμο αποτέλεσμα διαδοχικών καθυστερήσεων και αστοχιών στον ενεργειακό σχεδιασμό της πολιτείας.
ΑΠΕ χωρίς επαρκή ευελιξία
Η παραγωγή από ΑΠΕ ανήλθε το 2025 στο 27,9% της ακαθάριστης τελικής κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας. Πρόκειται για πρόοδο, αλλά δεν μείωσε ούτε το κόστος ηλεκτρισμού ούτε σημαντικά τους ρύπους.
Χωρίς επαρκή αποθήκευση και ευελιξία, σημαντική μεσημβρινή παραγωγή ΑΠΕ περικόπτεται, ενώ οι συμβατικές μονάδες παραμένουν σε αντιοικονομική λειτουργία για την κάλυψη της βραδινής αιχμής. Το πρόβλημα δεν είναι οι ΑΠΕ. Είναι η ένταξή τους χωρίς έγκαιρη ανάπτυξη αποθήκευσης, δικτύων και κατάλληλων μηχανισμών εμπορίας.
Οι χονδρικές τιμές ακολουθούν ανοδική πορεία
Η ΑΑΗ τέθηκε σε λειτουργία την 1η Οκτωβρίου 2025. Έκτοτε λειτουργούν η Προημερήσια Αγορά, η Προθεσμιακή Αγορά και η Αγορά Εξισορρόπησης. Η ομαλή λειτουργία των συστημάτων και της αγοράς είναι αναγκαία. Δεν είναι, όμως, απόδειξη επιτυχίας προς όφελος του καταναλωτή.
Σε συνάρτηση με τα πιο πάνω επισημαίνεται, ότι σύμφωνα με στοιχεία της πλατφόρμας «CyprusGrid» για την Προημερήσια Αγορά (DAM) καταγράφεται μια ανησυχητική τάση αύξησης στις χονδρικές τιμές του ηλεκτρισμού (MCP Price -DAM-).
- Οκτώβριος 2025: 163 €/MWh
- Απρίλιος 2026: 225 €/MWh (+38% από την έναρξη)
- Αύγουστος 2026: 243 €/MWh (+49% από την έναρξη)
Μέρος της αύξησης του Απριλίου και Αυγούστου συνδέεται ασφαλώς με τις γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και την άνοδο των τιμών των καυσίμων. Ωστόσο, η σταθερή ανοδική πορεία των τιμών καταδεικνύει και ένα βαθύτερο πρόβλημα: η αγορά εξακολουθεί να λειτουργεί στρεβλωμένη χωρίς τα αναγκαία διορθωτικά εργαλεία που εφαρμόζονται σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες με παρόμοιες προκλήσεις.
Επιπλέον, οι ιδιώτες προμηθευτές καλύπτουν περίπου το 10% της κατανάλωσης και κατευθύνουν τα προϊόντα τους κυρίως σε μεγάλους εμπορικούς και βιομηχανικούς καταναλωτές προσφέροντας λίγο χαμηλότερα από την ΑΗΚ Προμήθεια. Συνεπώς η συντριπτική πλειοψηφία των οικιακών καταναλωτών εγκλωβίζεται στην ΑΗΚ.
Πέραν τούτων δεν έχει παρουσιαστεί ακόμη ολοκληρωμένος δημόσιος απολογισμός που να απαντά σε στοιχειώδη ερωτήματα: πόσα νοικοκυριά άλλαξαν προμηθευτή, ποια ήταν η πραγματική εξοικονόμηση, πόσο κοστίζει η λειτουργία της αγοράς.
Τι πρέπει να αλλάξει ;
Πρώτον, η ΡΑΕΚ και ο ΔΣΜΚ πρέπει να δημοσιεύουν μηνιαίες μεσοσταθμικές τιμές, βαθμό συγκέντρωσης και δείκτες πραγματικού οφέλους για κάθε κατηγορία καταναλωτών.
Δεύτερον, χρειάζεται απεξάρτηση της αποζημίωσης των ΑΠΕ από το κόστος της συμβατικής παραγωγής. Οι ΑΠΕ πρέπει να ανταγωνίζονται μεταξύ τους και όχι να «ανεβαίνουν» πάνω στις υψηλές οριακές τιμές του μαζούτ/πετρελαίου.
Τρίτον, οι νέες επενδύσεις ΑΠΕ που λαμβάνουν δημόσια στήριξη πρέπει να επιλέγονται με ανταγωνιστικούς διαγωνισμούς και αμφίδρομες συμβάσεις επί διαφοράς, ώστε όταν η τιμή της αγοράς είναι υψηλή τα πρόσθετα έσοδα να επιστρέφουν στους καταναλωτές (CfD).
Τέταρτον, η αποθήκευση πρέπει να αναπτυχθεί γρήγορα, αλλά με διαφανείς μηχανισμούς που τεκμηριώνουν όφελος στη μείωση του συνολικού κόστους.
Πέμπτον, για σκοπούς άμεσης ανακούφισης των καταναλωτών, ο μειωμένος ΦΠΑ 5% πρέπει να αξιολογηθεί για μόνιμη εφαρμογή, ενώ σημαντικό μέρος των εσόδων από τους ρύπους πρέπει να επιστρέφει στοχευμένα στους λογαριασμούς με έμφαση στους ευάλωτους καταναλωτές.
Η αποτυχία μετριέται στον λογαριασμό
Η Κύπρος δεν χρειάζεται μια αγορά ανταγωνιστική μόνο στους κανονισμούς και στις πλατφόρμες. Χρειάζεται ηλεκτρικό σύστημα και αγορά που περιορίζουν το κόστος παραγωγής, αξιοποιούν αποτελεσματικά τις ΑΠΕ και προσφέρουν πραγματικές επιλογές στον καταναλωτή.
Μέχρι σήμερα αυτό δεν έχει επιτευχθεί. Οι θεσμοί μπορεί να άλλαξαν, αλλά ο λογαριασμός παραμένει ψηλός και το μετρήσιμο όφελος για τα νοικοκυριά δεν έχει αποδειχθεί. Η ευθύνη για τις δομικές αστοχίες και τις καθυστερήσεις βαραίνει σε μεγάλο βαθμό την πολιτεία.
Η αγορά ηλεκτρισμού δεν είναι αυτοσκοπός. Εάν δεν μειώνει το συνολικό κόστος και δεν μεταφέρει το όφελος στον καταναλωτή, τότε χρειάζεται άμεση και ουσιαστική αλλαγή πλεύσης.