Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google


Στα πλαίσια αίτησης για την επίλυση περιουσιακών διαφορών συζύγων, οποιοσδήποτε από αυτούς μπορεί να αποταθεί στο δικαστήριο με αίτηση, ώστε να εκδοθεί διάταγμα ένορκης αποκάλυψης από τον άλλο σύζυγο των περιουσιακών του στοιχείων. Το δικαστήριο ορίζει χρόνο 15 ημερών από την έκδοση του διατάγματος ή άλλη χρονική περίοδο, εντός της οποίας ο/η σύζυγος υποχρεούται να υποβάλει ένορκη δήλωση στην οποία να περιγράφει πλήρως, με σαφήνεια και κατά συγκεκριμένο τρόπο την περιουσία στην οποία έχει οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο συμφέρον κατά το χρόνο διακοπής της συμβίωσης ή κατά άλλο χρόνο το δικαστήριο ήθελε ορίσει στο διάταγμα. Ο σκοπός του διαδικαστικού αυτού μέτρου είναι να εξακριβωθεί η κατάσταση πραγμάτων σε σχέση με την περιουσία τους που αποτελεί αντικείμενο διαμοιρασμού στα πλαίσια επίλυσης των περιουσιακών τους σχέσεων. Με τον τρόπο αυτό ελέγχεται η ορθότητα των δηλώσεων των διαδίκων και το δικαστήριο δύναται, ύστερα από αίτηση, να ορίσει ημερομηνία για εξέταση τους αναφορικά με την ορθότητα των ενόρκων δηλώσεων τους ή άλλων στοιχείων που σχετίζονται με την περιουσιακή τους κατάσταση. 

Η υιοθέτηση της διαδικασίας υποβολής ένορκης δήλωσης και εξέτασης του ενόρκως δηλούντος συμβάλλει στην επίλυση των περιουσιακών διαφορών των συζύγων, καθόσον ποικίλουν τα περιουσιακά τους στοιχεία, ο τρόπος και ο χρόνος που έχουν αποκτηθεί, το ποσοστό συνεισφοράς του κάθε συζύγου και σε ποιου το όνομα είναι εγγεγραμμένα. Όπως τόνισε ο δικαστής κ. Τ. Θ. Οικονόμου στην απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου στην έφεση αρ.7/2017, ημερ.17.12.2020, το άρθρο 14Α του νόμου που ρυθμίζει τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων, Ν.232/1991, προσφέρει τη δυνατότητα για παρεμπίπτοντα ή ενδιάμεσα μέτρα τα οποία, ενώ δεν συνιστούν διάγνωση αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και δεν αφορούν στη δυνατότητα απόδειξης σε σχέση με την επίδικη διαφορά, είναι υποβοηθητικά στην εφαρμογή του άρθρου 14 που αφορά την αξίωση συμμετοχής σε περιουσία.

Όπως αναφέρει η απόφαση, το Οικογενειακό Δικαστήριο, ενώ εξέδωσε διάταγμα εναντίον του συζύγου για καταχώρηση ένορκης δήλωσης και υπήρξε συμμόρφωση σε σχέση με την περιουσία του στην Κύπρο, εντούτοις δεν συμπεριέλαβε την περιουσία στο εξωτερικό, ισχυριζόμενος ότι δεν αποτελεί αντικείμενο διαφοράς καθότι το δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία επί ακίνητης ή κινητής περιουσίας που βρίσκεται στο εξωτερικό. Επακολούθησε αίτηση παρακοής από τη σύζυγο για τιμωρία του λόγω της άρνησης του να συμμορφωθεί με το διάταγμα και το δικαστήριο αντί ακρόασης, ήγειρε ζήτημα κατά πόσο η διαδικασία της αίτησης παρακοής ήταν η ορθή διαδικασία ή θα έπρεπε να είχε προηγηθεί αίτηση εξέτασης του σε σχέση με την ορθότητα των ενόρκων δηλώσεων του. Το δικαστήριο θεώρησε ότι είχε σύμφυτη εξουσία, ενόψει της διαπιστωθείσας «ανεπάρκειας» της ένορκης δήλωσης, να διατάξει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης για άρση της, γι’ αυτό απέρριψε την αίτηση παρακοής και τον διέταξε να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση για αποκάλυψη της περιουσίας του εντός και εκτός Κύπρου.

Καταχωρήθηκε έφεση από μέρους και των δύο διαδίκων και το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο έκρινε εσφαλμένο το χειρισμό του Οικογενειακού Δικαστηρίου και παραμέρισε την απόφαση του. Τόνισε ότι επιμέρους διαδικαστική πρόνοια στα πλαίσια του διαδικαστικού μηχανισμού του άρθρου 14Α προβλέφθηκε με το εδάφιο (3) του ιδίου άρθρου, σύμφωνα με το οποίο εναπόκειται στον αιτητή να ζητήσει με αίτηση του προς το δικαστήριο όπως αντεξετάσει τον καθ’ ου η αίτηση σχετικά με την ορθότητα της ένορκης δήλωσης του. Ούτε δικονομική υποχρέωση είχε η αιτήτρια να ζητήσει τέτοια αντεξέταση προτού προχωρήσει με αίτηση παρακοής, ούτε το δικαστήριο είχε τη δυνατότητα να διατάξει τον καθ’ ου η αίτηση, από μόνο του, επικαλούμενο «σύμφυτη εξουσία», όπως προβεί σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση. 

Το δικαστήριο έκρινε ότι αποτελούσε σφάλμα και η απόρριψη της αίτησης παρακοής με την αντίληψη ότι ήταν πρόωρη. Η αιτήτρια δεν επέλεξε να παρακάμψει τη διαδικασία του άρθρου 14Α(3), αλλά επέλεξε να μην ασκήσει τη δυνατότητα που είχε να ζητήσει την αντεξέταση του καθ’ ου η αίτηση. Πρόσθεσε πως ό,τι ήταν επίδικο και καλείτο το πρωτόδικο δικαστήριο να αποφασίσει ήταν το νομικό ζήτημα της υποχρέωσης της μη αποκάλυψης περιουσίας στο εξωτερικό. Επί αυτής της βάσης θα έπρεπε να είχε προχωρήσει αποφασίζοντας την αίτηση παρακοής και όχι να την απορρίψει διατάσσοντας συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Με αυτό τον τρόπο είχε αποφασίσει το επίδικο θέμα της αίτησης παρακοής που μόλις είχε απορρίψει θεωρώντας ότι ο καθ’ ου η αίτηση είχε τέτοια υποχρέωση. 

* Δικηγόρος στη Λάρνακα