Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on Google
Η πανδημία της Covid 19 έχει επιφέρει σημαντική αναστάτωση στην οικονομία και κατ΄επέκταση στον τραπεζικό τομέα. Πρόκειται για μια πρωτόγνωρη υγειονομική και οικονομική κρίση, oι επιπτώσεις της οποίας έχουν επηρεάσει αρνητικά και θα συνεχίσουν να επηρεάζουν τα πάντα, για κάποιο χρονικό διάστημα.
Σ’ αυτή την κρίση, οι τράπεζες βρέθηκαν με πιο ισχυρούς ισολογισμούς, σε σύγκριση με την κρίση του 2013 και είναι σε πολύ καλύτερη θέση όσον αφορά κεφαλαιακή επάρκεια και ρευστότητα. Παράλληλα, υπήρξε πολύ γρήγορη ανταπόκριση από τις κυβερνήσεις και από την ΕΕ, για εποπτικές χαλαρώσεις και χρηματοδότηση. Εντούτοις, οι προκλήσεις είναι πολλές και δύσκολες.
Ο κίνδυνος για νέα ΜΕΔ
Η πιο σημαντική πρόκληση είναι ο κίνδυνος, μετά την άρση της αναστολής δόσεων (31/12/2020), για ένα νέο κύμα ΜΕΔ, τα οποία ήδη βρίσκονται σε πολύ ψηλό επίπεδο. Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών, στην Κύπρο, το ποσοστό δανείων που μπήκαν σε αναστολή δόσεων ήταν πολύ πιο ψηλό (πέραν από το διπλάσιο) από εκείνο χωρών της Ευρωζώνης. Αυτό από μόνο του είναι ανησυχητικό.
Δυστυχώς, επικρατεί αβεβαιότητα, τόσο γι’ αυτό το θέμα, όσο και για την οικονομία ευρύτερα. Η αβεβαιότητα που επικρατεί για τις εξελίξεις με την πανδημία, τις προοπτικές της οικονομίας, τις προοπτικές στην αγορά ακινήτων, που είναι όλα συνυφασμένα με τον τραπεζικό τομέα, είναι σημαντικοί αρνητικοί παράγοντες, που κάνουν την κατάσταση ακόμα πιο δύσκολη. Βρισκόμαστε σε αχαρτογράφητα νερά. Πολλά εξαρτώνται από τη διάρκεια και το βάθος της πανδημίας και της ύφεσης που συνδέεται με αυτή. Είναι πολύ δύσκολο να εκτιμηθεί κατά πόσο οι οικονομικές δυσκολίες για κάθε δανειολήπτη είναι παροδικές ή κάτι πιο μόνιμο.
Την ίδια ώρα, η κερδοφορία των τραπεζών, που έχει επηρεαστεί από την προηγούμενη κρίση, βρίσκεται σε πολύ χαμηλά επίπεδα και δεν αφήνει περιθώρια για δημιουργία πρόσθετων αποθεματικών για τις δύσκολες μέρες. Η κερδοφορία θα συνεχίσει να είναι αδύνατη, αφενός λόγω της ανάγκης για προβλέψεις, που έχουν αντίκτυπο στα κεφάλαια, και αφετέρου λόγω του περιβάλλοντος χαμηλών επιτοκίων (για το οποίο υπάρχει εκτίμηση ότι θα διατηρηθεί για παρατεταμένη περίοδο).
Ζούμε σε μια περίοδο που οι τράπεζες αντιμετωπίζουν συρρίκνωση εσόδων, η οποία συνδέεται με τη μείωση του επιτοκιακού περιθωρίου, καθώς και τη μείωση του όγκου δανείων. Το ψηλό ιδιωτικό χρέος μειώνει τον αριθμό των αξιόχρεων δανειοληπτών και τις ευκαιρίες για δανεισμό. Ως αποτέλεσμα, οι τράπεζες μένουν με υπερβάλλουσα ρευστότητα, κάτι που συνεπάγεται κόστος, εφόσον επιβάλλονται αρνητικά επιτόκια από την ΕΚΤ. Η αποδοτική διαχείριση της πλεονάζουσας ρευστότητάς αποτελεί μια άλλη μεγάλη πρόκληση.
Παράλληλα, η αύξηση στις ηλεκτρονικές πληρωμές και ο εντεινόμενος ανταγωνισμός από μη τραπεζικά ιδρύματα (πχ fintech), πιέζει και θα συνεχίσει να πιέζει τα έσοδα των τραπεζών. Η επιδημία, λόγω της ανάγκης που δημιούργησε για αποφυγή πληρωμών με μετρητά, έχει δώσει ώθηση στην ανάπτυξη των ψηφιακών καναλιών πώλησης και γενικά τις διαδικτυακές αγορές και έχει επιταχύνει τη χρήση των ηλεκτρονικών πληρωμών (χρήση ηλεκτρονικών καρτών, ηλεκτρονικές μεταφορές χρημάτων, πάγιες εντολές για πληρωμή (standing orders ) κ.α.
Υπό τις περιστάσεις και εφόσον περαιτέρω ανάπτυξη μέσω επέκτασης δανεισμού είναι περιορισμένη, δεν υπάρχει άλλη επιλογή, εκτός από τη συγκράτηση των λειτουργικών δαπανών. Με αυτή την προοπτική, γίνονται δυο παράλληλες κινήσεις: Πρώτον, η προσπάθεια για τεχνολογική αναβάθμιση και στροφή στην ψηφιακή τραπεζική, που έχει μεν άμεσο κόστος, εφόσον συνεπάγεται πάγιες επενδύσεις, αλλά αποβλέπει σε μείωση κόστους μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα.
Δεύτερον, η προσπάθεια για μείωση των εξόδων, περιλαμβανομένου του κόστους προσωπικού, που αποτελεί πέραν του 60% του λειτουργικού κόστους των τραπεζών. Το κόστος προσωπικού είναι αφενός ανελαστικό και αφετέρου συνεχώς αυξανόμενο, με τις ενσωματωμένες ρήτρες για ετήσιες προσαυξήσεις και αυτόματη τιμαριθμική προσαρμογή (ΑΤΑ). Δεδομένου ότι μειώσεις μισθών είναι δύσκολο να επιτευχθούν, δεν υπάρχει άλλη διέξοδος από κινήσεις για μείωση καταστημάτων και προσωπικού.
Προσφορά νέων υπηρεσιών
Διάφορες μελέτες έχουν δείξει ότι, όσο πιο ψηλή είναι η συγκέντρωση στον τραπεζικό τομέα (concentration ratio), τόσο πιο χαμηλός είναι ο λόγος εξόδων/εσόδων (Cost to income ratio). Επομένως, αυτές οι τάσεις πολύ πιθανό να οδηγήσουν και στην ανάγκη για περαιτέρω συγκέντρωση και σμίκρυνση του τραπεζικού τομέα και ίσως και του αριθμού τραπεζών.
Και εφόσον η παραδοσιακή τραπεζική είναι υπό πίεση, υπάρχει η τάση για προσφορά νέων υπηρεσιών για ενίσχυση των εσόδων, όπως η διάθεση επενδυτικών προϊόντων για καλύτερη απόδοση, ως εναλλακτική λύση στα μηδενικά επιτόκια. Όμως και σε αυτή την προσπάθεια υπάρχουν δυσκολίες. Πολλοί επενδυτές δεν έχουν ακόμη ξεπεράσει τις οδυνηρές εμπειρίες του παρελθόντος και ως εκ τούτου η ζήτηση, προς το παρόν, είναι περιορισμένη.
Πρόσθετη μεγάλη πρόκληση είναι η διαχείριση των ακινήτων που οι τράπεζες, στα πλαίσια των αναδιαρθρώσεων, έχουν συσσωρεύσει στους ισολογισμούς τους. Συναφές είναι και το θέμα των εκποιήσεων, για το οποίο υπήρξαν πολιτικές πιέσεις για να διακοπούν. Όμως, όταν τα δάνεια δεν εξυπηρετούνται και η λύση βιώσιμης αναδιάρθρωσης, για διάφορους λόγους, δεν προσφέρεται, το τραπεζικό σύστημα δεν μπορεί να λειτουργήσει. Σίγουρα δεν θα πρέπει να γίνει καθολική αναστολή στις εκποιήσεις. Υπάρχουν περιπτώσεις για τις οποίες έχουν εκδοθεί δικαστικές αποφάσεις προ καιρού ή ΜΕΔ που δεν αποπληρώνονται, χωρίς τούτο να οφείλεται στις συνέπειες της πανδημίας. Το εργαλείο των εκποιήσεων αποτελεί μοχλό πίεσης για δανειολήπτες, κυρίως στρατηγικούς κακοπληρωτές, να δεχθούν την ιδέα της αναδιάρθρωσης με βάση τον Κώδικα της Κεντρικής Τράπεζας, που θα βοηθήσει στην αποπληρωμή. Τυχόν αναστολή των εκποιήσεων διά νομοθεσίας, σίγουρα θα ενθαρρύνει τη λανθασμένη κουλτούρα μη αποπληρωμής δανείων, που πολλές φορές οι ευρωπαϊκοί θεσμοί έχουν υποδείξει ως κακή τακτική στην Κύπρο. Την ίδια ώρα, μια γενική αναστολή, σημαίνει μεγαλύτερο χρόνο εκποίησης των υποθηκών, ως εκ τούτου μείωση της αξίας υποθηκευμένων ακινήτων. Τούτο, με βάση τους εποπτικούς κανονισμούς, συνεπάγεται πρόσθετες προβλέψεις, με δυσμενείς συνέπειες για το τραπεζικό σύστημα.
Σήμερα, το τραπεζικό σύστημα, πάρα τα σημαντικά προβλήματα, θα πρέπει να συνεχίσει να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο για διάσωση της οικονομίας. Για να υπάρχει προοπτική στην οικονομία, θα πρέπει να χρηματοδοτούνται οι βιώσιμες επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά. Και για να χρηματοδοτηθεί η ανάκαμψη και να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας, χρειάζεται ένα ισχυρό χρηματοοικονομικό σύστημα. Στην περίπτωση της Κύπρου, ο τραπεζικός τομέας είναι κατά κύριο λόγο ο χρηματοδότης. Ούτε η κεφαλαιαγορά είναι αρκετά ανεπτυγμένη, ούτε σημαντικές εναλλακτικές πηγές για δανειακά κεφάλαια υπάρχουν.
Το αρνητικό κλίμα για τις τράπεζες, που βάλλονται συνεχώς, η αρνητική διάθεση από τους πολιτικούς και τον κόσμο, χειροτερεύουν την κατάσταση και δεν εξυπηρετούν το καλώς νοούμενο συμφέρον για την ανάπτυξη του τόπου. Για να επιβιώσουν οι τράπεζες, όπως και κάθε επιχείρηση, πρέπει να είναι κερδοφόρες. Οι τράπεζες αντλούν το μεγαλύτερο μέρος της χρηματοδότησης τους από τους καταθέτες, σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό παρά από τους μετόχους. Επομένως, τις δυσμενείς επιπτώσεις τις υφίστανται και οι καταθέτες.
* Οικονομολόγος