Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google


Ο πιστωτής που εξασφάλισε δικαστική απόφαση εναντίον οφειλέτη μπορεί να λάβει διάφορα μέτρα προς είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους, στα οποία περιλαμβάνεται η κατάσχεση κινητής ιδιοκτησίας στα χέρια τρίτου, στην οποία ο οφειλέτης έχει συμφέρον. Η ιδιοκτησία μπορεί να συνίσταται σε ποσό χρημάτων που τελεί υπό τη φύλαξη ή τον έλεγχο τρίτου προσώπου στη Δημοκρατία, περιλαμβανομένων χρημάτων του οφειλέτη σε κοινό λογαριασμό με άλλο πρόσωπο ή ακόμη και χρεών προς τον οφειλέτη. Η διαδικασία που ο πιστωτής ακολουθεί είναι η υποβολή δύο αιτήσεων στο δικαστήριο, η μία διά κλήσεως που απευθύνεται προς τον οφειλέτη και το μεσεγγυούχο και η άλλη είναι μονομερής για εξασφάλιση διατάγματος που να διατάζει το μεσεγγυούχο να μην αποξενώσει το ποσό που αναφέρεται στο διάταγμα και τον καλεί να εμφανιστεί ενώπιον του δικαστηρίου για να τοποθετηθεί. Κατά την εξέταση της κυρίως αίτησης με κλήση, το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του εξουσία αποφασίζει κατά πόσο θα διατάξει το μεσεγγυούχο να πληρώσει το ποσό το οποίο δεσμεύθηκε με το διάταγμα προς τον πιστωτή για ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους και των εξόδων. 

Ο οφειλέτης είναι δυνατό να είναι δικαιούχος σε κοινό λογαριασμό με άλλο ή άλλα πρόσωπα και το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο είναι επιτρεπτή η κατάσχεση των χρημάτων προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους. Το δικαστήριο σε τέτοια περίπτωση οφείλει να ακούσει τόσο το μεσεγγυούχο, δηλαδή την τράπεζα, όσο και τον άλλο δικαιούχο του λογαριασμού για να διαπιστώσει αν δικαιούχος των χρημάτων είναι ο οφειλέτης. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην ομόφωνη απόφαση που εξέδωσε ο δικαστής κ. Χ. Μαλαχτός στην Π.Ε. Ε142/2018 ημερ.18.11.2020, εξέτασε την περίπτωση έφεσης συνδικαιούχων σε κοινό λογαριασμό με οφειλέτη, καθότι το πρωτόδικο δικαστήριο διέταξε τη μεσεγγυούχο τράπεζα να καταβάλει στον πιστωτή από οποιοδήποτε ποσό ήθελε φανεί ότι βρισκόταν κατατεθειμένο σε τραπεζικό λογαριασμό του οφειλέτη μέχρι συγκεκριμένο ποσό που αναφερόταν στο διάταγμα. Το πρωτόδικο δικαστήριο ενώ κάλεσε το μεσεγγυούχο και ενημερώθηκε από την τράπεζα ότι ο οφειλέτης ήταν συνδικαιούχος κοινών λογαριασμών με τρίτα πρόσωπα, εντούτοις δεν κάλεσε τους συνδικαιούχους για να τους ακούσει και να διαπιστώσει ποιος ήταν ο δικαιούχος των χρημάτων και επέτρεψε την έκδοση του εντάλματος κατάσχεσης. 

Ο εφεσείοντας, που προωθούσε την έφεση τόσο προσωπικά όσο και υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας ανικάνου προσώπου – του τρίτου συνδικαιούχου, διαμαρτυρόταν για την έκδοση του διατάγματος, καθόσον το πρωτόδικο δικαστήριο επέτρεψε την έκδοση εντάλματος κατάσχεσης για τους λογαριασμούς του οφειλέτη αδιακρίτως και δεν άκουσε τους συνδικαιούχους. Το Ανώτατο Δικαστήριο διαπίστωσε πως το πρωτόδικο δικαστήριο δεν άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια ως όφειλε δυνάμει του άρθρου 78 του Κεφ.6 και χωρίς άλλο διέταξε την πληρωμή από τον κοινό λογαριασμό του εκεί κατατεθειμένου ποσού στους εξ αποφάσεως πιστωτές. Τόνισε ότι παραβιάστηκαν επί του προκειμένου οι κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης και τόσο ο εφεσείοντας όσο και το ανίκανο πρόσωπο, συνδικαιούχοι του κοινού λογαριασμού, στερήθηκαν περιουσίας στην οποία το ίδιο το πρωτόδικο δικαστήριο είχε αποδεχτεί ότι είχαν συμφέρον, χωρίς να τους ακούσει. Συνεπώς, δικαιούνταν να ακουστούν από το πρωτόδικο δικαστήριο, προτού αυτό ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια. 

Ο εφεσείοντας, ως αναφέρεται στην απόφαση, εισηγείτο ότι παρά το ότι ο ίδιος και το ανίκανο πρόσωπο δεν ακούστηκαν στη διαδικασία για να προασπίσουν τα δικαιώματα τους, η ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου μαρτυρία ήταν τέτοια που αυτό θα έπρεπε να είχε διαπιστώσει ότι ο οφειλέτης δεν είχε άμεσο συμφέρον στα κατατεθειμένα στον κοινό λογαριασμό χρήματα και να απέρριπτε την αίτηση. Στη βάση ότι ο οφειλέτης είχε προβάλει τη θέση ότι τα χρήματα ανήκαν στο ανίκανο πρόσωπο και η θέση αυτή παρέμεινε αναντίλεκτη, ο εφεσείοντας κάλεσε το Ανώτατο Δικαστήριο να προβεί στη διαπίστωση ότι τα χρήματα στον επίδικο κοινό λογαριασμό δεν ανήκαν στον οφειλέτη. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια που καθηκόντως όφειλε να ασκήσει και δεν ανέλαβε ενεργό ρόλο για να τεθούν ενώπιον του οι αναγκαίες πληροφορίες ώστε να μπορούσε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια δικαστικά και ορθά. Ακύρωσε το διάταγμα στην έκταση που αφορά τον κοινό λογαριασμό και παρέπεμψε την υπόθεση στο πρωτόδικο δικαστήριο για να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια αφού ακούσει ή καλέσει τους συνδικαιούχους του κοινού λογαριασμού.

*Δικηγόρου στη Λάρνακα.