Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google


Η ερμηνεία του περί Ενοικιοστασίου Νόμου παρουσιάζει προβλήματα και δυσκολίες στην εφαρμογή του, παρόλο που πρόκειται για κοινωνική νομοθεσία που θα έπρεπε να ήταν κατανοητή στον κάθε πολίτη. Ακόμη και σήμερα παρουσιάζεται το φαινόμενο τα δικαστήρια να διαφωνούν στην ερμηνεία των προνοιών του και η τελευταία απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου που ανέτρεψε πρωτόδικη απόφαση φανερώνει την ανάγκη ριζικής αναθεώρησής του, αλλά και ενδεχομένως να δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στην αγορά. Το άρθρο 2 του Ν.23/83 προνοεί ότι «“ακίνητο” σημαίνει κτίριο υπό ή προς ενοικίαση για κατοικία ή κατάστημα που βρίσκεται μέσα στα όρια ελεγχόμενης περιοχής και συμπληρώθηκε μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1999». Το Ανώτατο Δικαστήριο στην Π.Ε.30/2019 ημερ.1.6.2020 ερμήνευσε την πρόνοια αυτή ότι αφορά ακίνητα τα οποία ήταν συμπληρωμένα και ενοικιασμένα ή προσφέρονταν προς ενοικίαση πριν την 31.12.1999 και βρίσκονται μέσα στα όρια ελεγχόμενης περιοχής. Συνεπώς, με βάση την ερμηνεία αυτή, περιορίζεται η έκταση της εφαρμογής του περί Ενοικιοστασίου Νόμου. Ακίνητα που δεν ήταν ενοικιασμένα ή δεν προσφέρονταν προς ενοικίαση μέχρι την 31.12.1999, έστω και αν συμπληρώθηκαν μέχρι τότε και βρίσκονται σε ελεγχόμενη περιοχή, αλλά ενοικιάστηκαν μεταγενέστερα και η πρώτη ενοικίασή τους έληξε, δεν είναι ενοικιοστασιακά και οι ενοικιαστές τους δεν προστατεύονται από το Νόμο.

Μέχρι σήμερα το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων θεωρούσε τη σχετική πρόνοια ότι κάλυπτε ακίνητα που ολοκληρώθηκαν μέχρι την 31.12.1999 και βρίσκονται σε ελεγχόμενη περιοχή, ανεξάρτητα πότε ενοικιάστηκαν είτε πριν είτε μετά την ημερομηνία αυτή. Η ανωτέρω απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου θέτει σε μειονεκτική θέση τους ενοικιαστές ακινήτων που ολοκληρώθηκαν πριν την 31.12.1999, αλλά η πρώτη ενοικίαση έγινε μετά, εφόσον ο Νόμος δεν εφαρμόζεται για αυτούς και δεν καθίστανται θέσμιοι. Η διάκριση αυτή δημιουργεί ανισότητα στους ενοικιαστές ακινήτων που συμπληρώθηκαν πριν την 31.12.1999, εξαρτώμενοι από το κατά πόσο ο ιδιοκτήτης τα ενοικίαζε ή προσέφερε προς ενοικίαση, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε εξέταση πλέον της συνταγματικότητας του Νόμου. 

Ο περί Ενοικιοστασίου Νόμος είναι απαραίτητος και η ύπαρξη του αναγκαία, αφού έτσι διατηρούνται οι ισορροπίες μεταξύ ιδιοκτήτη και ενοικιαστή και κατοχυρώνεται η επαγγελματική στέγη όπως και η κατοικία του θέσμιου ενοικιαστή. Θα υπάρξουν διαφωνίες με την ερμηνεία που έδωσε το Ανώτατο Δικαστήριο, αλλά δεδομένης της δεσμευτικότητας της απόφασής του, εναπόκειται στην πολιτεία και στη νομοθετική εξουσία να ενεργήσουν προς διασαφήνιση της έννοιας του όρου «ακίνητο». Το Ανώτατο Δικαστήριο στην πιο πάνω απόφαση του, όπως αναφέρει, στήριξε την κατάληξη του στην αυθεντία Κωνσταντινίδη ν. Βραχίμη, αρ. αγωγής 567/1991 ημερ.30.6.1993, στην οποία «το Δικαστήριο ακολουθώντας τη γραμματική ερμηνεία του άρθρου 2 κατέληξε ότι το ακίνητο όχι μόνο θα έπρεπε να ήταν συμπληρωμένο πριν από την έναρξη της ισχύος του Νόμου, αλλά θα έπρεπε να βρισκόταν και υπό ή προς ενοικίαση. Διαπίστωσε πως σκοπός του νομοθέτη ήταν να περιλάβει στο Νόμο ακίνητα τα οποία ήταν ενοικιασμένα ήδη πριν την έναρξη ισχύος του Νόμου ή αν δεν ήταν ενοικιασμένα ότι ήταν πρόσφορα προς ενοικίαση ή προσφέρονταν προς ενοικίαση κατά τον ουσιώδη χρόνο. Και τούτο εάν η πρόθεση του νομοθέτη ήταν να περιλάβει κάτω από το Νόμο όλα τα ακίνητα τα οποία είχαν ανεγερθεί πριν από την ισχύ του Νόμου θα ήταν εύκολο να το πει, παραλείποντας την επίμαχη φράση».

Το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναδρομή στη νομοθεσία, τόνισε ότι «η φράση «υπό ή προς ενοικίαση» είχε παρουσιαστεί για πρώτη φορά στο Ν.36/1975. Ο Ν.17/1961 που περιοριζόταν σε υποστατικά εργασίας, με σαφές λεκτικό, δεν περιλάμβανε αυτά που είχαν συμπληρωθεί και ενοικιαστεί για πρώτη φορά μετά την ημερομηνία που τέθηκε σε ισχύ ο Νόμος. Απέκλειε δηλαδή ο Νόμος ακίνητα τα οποία ήταν μεν συμπληρωμένα αλλά όχι ενοικιασμένα πριν την έναρξη της ισχύος του. Διαπιστώνεται λοιπόν πως διαχρονικά για την εφαρμογή του νόμου του ενοικιοστασίου, που περιορίζει τα δικαιώματα του ιδιοκτήτη, η ενοικίαση ή διάθεση του ακινήτου προς ενοικίαση κατά το χρόνο έναρξης της ισχύος των περιορισμών ήταν προϋπόθεση.»

Θεωρώ ότι η ερμηνεία που δόθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, με όλο το σέβας, δεν είναι ορθή, διότι ο χρόνος προσδιορίζει τη συμπλήρωση του ακινήτου και δεν παραπέμπει στο χρόνο ενοικίασης του. Η φράση «υπό ή προς ενοικίαση» είναι γενικής φύσεως και παραπέμπει στη δημιουργία της σχέσης ιδιοκτήτη και ενοικιαστή, ανεξάρτητα του πότε αυτή δημιουργείται, νοουμένου ότι το ακίνητο συμπληρώθηκε μέχρι την 31.12.1999. 

Δικηγόρου στη Λάρνακα