Η IPO της SpaceX έκανε τον Έλον Μασκ τον πρώτο τρισεκατομμυριούχο του κόσμου. Ίσως σκεφτείτε ότι με εκατό (ή χίλια) δισεκατομμύρια δολάρια δεν μπορείτε να αγοράσετε και πολλά περισσότερα από όσα μπορείτε ήδη να αγοράσετε με ένα δισεκατομμύριο δολάρια. Όμως υπάρχει κάτι: η απόλυτη εξουσία.

Οι 10 πλουσιότεροι άνθρωποι στον κόσμο διαθέτουν όλοι περιουσίες της τάξης των 150 δισεκατομμυρίων δολαρίων ή και παραπάνω, με επικεφαλής τον Μασκ με 1,11 τρισεκατομμύρια δολάρια, σύμφωνα με στοιχεία που συγκέντρωσε το Bloomberg. Χρειάζονται τουλάχιστον 80 δισεκατομμύρια δολάρια για να μπει κανείς στους 25 πρώτους. Ένας μεγα-δισεκατομμυριούχος, και σίγουρα ένας τρισεκατομμυριούχος, διαθέτει πόρους που πλησιάζουν ή ξεπερνούν αυτούς πολλών κρατών. Βεβαίως, οι γιγαντιαίες περιουσίες δεν είναι κάτι καινούργιο. Στο απόγειό της, το 1913, η περιουσία του Τζον Ντ. Ροκφέλερ αντιπροσώπευε μερίδιο αμερικανικής οικονομίας παρόμοιο με αυτό του Μασκ σήμερα. Αυτό που είναι καινούργιο είναι ο τεράστιος αριθμός ανθρώπων με ουσιαστικά απεριόριστους πόρους και το πόσο εύκολα μπορούν να μετατρέψουν τον πλούτο τους σε εξουσία.

Οι υπερ-δισεκατομμυριούχοι συνήθως απασχολούν πολλούς ανθρώπους. Αυτοί οι άνθρωποι συχνά απευθύνονται σε εμένα για συμβουλές. Η συζήτηση εξελίσσεται σχεδόν πάντα ως εξής: Έχουν διαπρέψει στον ιδιωτικό τομέα ή στο στρατό και τώρα αντιμετωπίζουν δυσκολίες, επειδή τίποτα στη νέα τους δουλειά δεν εξελίσσεται όπως περίμεναν και δεν καταλαβαίνουν τι πάει στραβά.

Σχεδόν πάντα τους λέω το ίδιο πράγμα. Παλιά ήσασταν επιχειρηματίας ή στρατιωτικός, αλλά τώρα είστε αυλικός. Εργάζεστε για έναν βασιλιά. Παλιά κρινόσασταν με βάση την ικανότητά σας να αποκομίζετε κέρδη ή να κερδίζετε έναν πόλεμο. Τώρα, η πραγματική σας δουλειά είναι να κερδίσετε την εύνοια του βασιλιά. Συχνά τους είναι δύσκολο να το ακούσουν, αλλά συνήθως λένε κάτι του τύπου: “τώρα όλα βγάζουν νόημα”.

Και όπως οι βασιλιάδες του παρελθόντος, έτσι και οι σύγχρονοι βασιλιάδες μας δεν διαθέτουν απλώς μια αυλή. Έχουν και ένα ξίφος. Ο πολιτικός επιστήμονας Τζέφρι Γουίντερς αποκαλεί την Αμερική “πολιτική ολιγαρχία”: οι πλούσιοι της έχουν αφήσει τα όπλα εδώ και καιρό, προσλαμβάνοντας δικηγόρους αντί για στρατιώτες, επειδή το κράτος υπερασπίζεται τις περιουσίες τους για λογαριασμό τους. Αυτή η συμφωνία αρχίζει να ραγίζει.

Και αυτό ήταν πάντα ένα πρόβλημα για τις δημοκρατίες. Ο Μάρκος Κράσσος ήταν ο πλουσιότερος άνθρωπος στην αρχαία Ρώμη. Τόσο πλούσιος που, σύμφωνα με τον Πλούταρχο, θεωρούσε ότι κανένας άνθρωπος δεν ήταν πραγματικά πλούσιος αν δεν μπορούσε να πληρώσει έναν στρατό από την ίδια του την τσέπη. Ξόδεψε αυτή την περιουσία χρηματοδοτώντας τον Ιούλιο Καίσαρα και δημιουργώντας την τριανδρία που έθεσε στο περιθώριο τη Σύγκλητο και, ουσιαστικά, ανέτρεψε τη δημοκρατία.

Μια δημοκρατία, όμως, κέρδισε τη μάχη. Τον Φεβρουάριο του 1902, αφού το Υπουργείο Δικαιοσύνης του προέδρου Θεόδωρου Ρούζβελτ προχώρησε στη διάλυση του σιδηροδρομικού του trust, ο Τζ. Π. Μόργκαν, ο ισχυρότερος χρηματοδότης της εποχής, επισκέφθηκε τον Λευκό Οίκο με μια πρόταση. “Αν έχουμε κάνει κάτι λάθος”, είπε στον πρόεδρο, “στείλε τον άνθρωπό σου στον δικό μου και θα το τακτοποιήσουν”. “Αυτό δεν μπορεί να γίνει”, απάντησε ο Ρούζβελτ. Ο γενικός εισαγγελέας του, Φιλάντερ Νοξ, δήλωσε τότε: “Δεν θέλουμε να το τακτοποιήσουμε, θέλουμε να το σταματήσουμε”. Ο Μόργκαν, όπως είπε αργότερα ο Ρούζβελτ, “δεν μπορούσε παρά να με θεωρεί μεγάλο ανταγωνιστή”. Ο Ρούζβελτ έδειξε ότι ο Πρόεδρος δεν ήταν πρώτος μεταξύ ίσων. Είναι απλώς πρώτος, επειδή είναι το μόνο πρόσωπο που εκλέγει ολόκληρη η χώρα για να την εκπροσωπεί.

Ακόμη και αυτή η νίκη κρίθηκε στον “πόντο”. Ο Ρούζβελτ κέρδισε τη δικαστική υπόθεση εναντίον του Μόργκαν με διαφορά μίας μόνο ψήφου στο Ανώτατο Δικαστήριο, ενώ αργότερα χρειάστηκε τη βοήθεια του Μόργκαν για να τερματίσει μια απεργία ανθρακωρύχων που απειλούσε να παραλύσει τη χώρα μέσα στον χειμώνα. Ο Μόργκαν παρέμεινε ισχυρός, αλλά η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών είχε τον τελευταίο λόγο.

Ο Κράσσος θα ταίριαζε απόλυτα στη σημερινή Αμερική. Ο Μασκ χρηματοδότησε την εκστρατεία που οδήγησε τον Ντόναλντ Τραμπ στη δεύτερη εκλογή του στην προεδρία. Στη συνέχεια, εργάστηκε στο εσωτερικό της νέας κυβέρνησης, καταργώντας υπηρεσίες που ρύθμιζαν τις δικές του εταιρείες. Οι οικονομολόγοι που μελετούσαν το πρώην σοβιετικό μπλοκ είδαν τους ολιγάρχες να περνάνε από το να παρακάμπτουν τους κανόνες στο να τους αγοράζουν. Το ονόμασαν “κατάληψη του κράτους”. Η αμερικανική εκδοχή είναι (ως επί το πλείστον) νόμιμη. Πέρυσι, οι “βασιλιάδες” συγκρούστηκαν. Ο Τραμπ απείλησε να ακυρώσει τις ομοσπονδιακές συμβάσεις του Μασκ. Ο Μασκ απείλησε να καθηλώσει στο έδαφος την κάψουλα στην οποία βασίζεται η NASA για να φτάσει στον διαστημικό σταθμό. Μέσα σε λίγες ώρες, και οι δύο έκαναν πίσω. Αυτό δεν είναι κράτος δικαίου – είναι δύο αντίπαλες αυλές που διαπραγματεύονται εκεχειρία. Καμία δημοκρατική κυβέρνηση δεν πρέπει να φοβάται τη δύναμη κάποιου πολίτη της.

Η άρνηση του Ρούζβελτ καθιέρωσε, για έναν αιώνα, ότι στην Αμερική μόνο ο λαός είναι κυρίαρχος. Όχι όμως για πάντα. Το τρισεκατομμύριο του Μασκ αποτελεί ορόσημο πλούτου. Είναι επίσης ένα σημάδι ότι το παλιό ερώτημα έχει επανέλθει. Σε μια δημοκρατία, υποτίθεται ότι υπάρχει ακριβώς ένα πράγμα που τα χρήματα δεν μπορούν να αγοράσουν. Είμαστε έτοιμοι να ανακαλύψουμε αν αυτό ισχύει ακόμα.

BloombergOpinion