Η άνοδος των τιμών που βιώνουν τα νοικοκυριά τα τελευταία χρόνια συνδέεται συνήθως με πολέμους, ενεργειακές κρίσεις ή διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες. Ωστόσο, πίσω από αυτές τις πιο ορατές αιτίες αναδύεται ένας παράγοντας που αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία: η κλιματική αλλαγή. Καθώς οι θερμοκρασίες αυξάνονται και τα ακραία καιρικά φαινόμενα γίνονται συχνότερα, οι οικονομολόγοι διαπιστώνουν ότι το κόστος ζωής επηρεάζεται με τρόπους που ενδέχεται να αποδειχθούν πιο μόνιμοι από τις παραδοσιακές πληθωριστικές πιέσεις.

Οι μεγάλες διαταραχές στις τιμές των τροφίμων δεν είναι κάτι καινούργιο. Η πανδημία της COVID-19 προκάλεσε έντονες ανατιμήσεις σε ολόκληρο τον κόσμο, ενώ παρόμοια φαινόμενα έχουν εμφανιστεί ύστερα από γεωπολιτικές κρίσεις ή απότομες αυξήσεις στις τιμές των αγροτικών εμπορευμάτων. Συνήθως, όμως, οι επιπτώσεις αυτές εξασθενούν με την πάροδο του χρόνου. Αντίθετα, η κλιματική αλλαγή τείνει να μετατρέπει τα έκτακτα σοκ σε επαναλαμβανόμενα γεγονότα, δημιουργώντας μια διαρκή πηγή πληθωρισμού.

Ξηρασίες, παρατεταμένοι καύσωνες, πλημμύρες και πυρκαγιές καταστρέφουν καλλιέργειες, μειώνουν αποδόσεις και δυσχεραίνουν τη μεταφορά προϊόντων. Το αποτέλεσμα είναι μείωση της προσφοράς και άνοδος των τιμών. Σύμφωνα με ερευνητικές εκτιμήσεις, μόνο η ακραία ζέστη θα μπορούσε από τα μέσα της επόμενης δεκαετίας να προσθέτει κάθε χρόνο 0,3 έως 1,2 ποσοστιαίες μονάδες στον παγκόσμιο πληθωρισμό. Η διαφορά σε σχέση με τις παραδοσιακές κρίσεις είναι ότι δεν πρόκειται για μεμονωμένο επεισόδιο, αλλά για διαδικασία που (θα) επαναλαμβάνεται διαρκώς καθώς ο πλανήτης θερμαίνεται.

Τα πρώτα δείγματα είναι ήδη ορατά. Στο Μεξικό, οι τιμές της ντομάτας σχεδόν διπλασιάστηκαν μέσα σε έναν χρόνο εξαιτίας ξηρασίας, ασυνήθιστων βροχοπτώσεων και ασθενειών που ευνοήθηκαν από την αυξημένη υγρασία. Στην Ινδία, όπου οι θερμοκρασίες έφτασαν τους 47 βαθμούς Κελσίου την άνοιξη, οι οικονομολόγοι αναθεώρησαν προς τα πάνω τις προβλέψεις τους για τον πληθωρισμό, καθώς οι προσδοκίες για ηπιότερες βροχοπτώσεις απειλούν την αγροτική παραγωγή.

Η άνοδος των τιμών των τροφίμων έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς επηρεάζει άμεσα τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς. Σε πολλές χώρες τα τρόφιμα αποτελούν μεγάλο ποσοστό των μηνιαίων δαπανών των νοικοκυριών. Όταν οι καταναλωτές βλέπουν τις τιμές βασικών αγαθών να αυξάνονται, τείνουν να αναμένουν ότι αντίστοιχες αυξήσεις θα εμφανιστούν και σε άλλους τομείς της οικονομίας. Οι προσδοκίες αυτές συχνά μεταφέρονται στους μισθούς, στις επιχειρηματικές αποφάσεις και τελικά σε ολόκληρο το οικονομικό σύστημα, ενισχύοντας τον γενικό πληθωρισμό.

Ακριβότερα

Παράλληλα, οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται σε μια κακή σοδειά. Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι το ελαιόλαδο στην Ευρώπη. Ο ιστορικός καύσωνας του 2022 προκάλεσε σοβαρές ζημιές στους ελαιώνες της Ισπανίας, της μεγαλύτερης παραγωγού και εξαγωγικής χώρας παγκοσμίως. Πολλά δέντρα παρήγαγαν υποβαθμισμένο καρπό ή δεν απέδωσαν καθόλου. Η παραγωγή μειώθηκε περισσότερο από 50%, ενώ το πρόβλημα επαναλήφθηκε και την επόμενη χρονιά. Μέσα σε λιγότερο από δύο χρόνια οι χονδρικές τιμές του εξαιρετικά παρθένου ελαιολάδου εκτινάχθηκαν κατά 165%, φτάνοντας στα υψηλότερα επίπεδα της τελευταίας δεκαετίας. Χρειάστηκαν χρόνια για να αρχίσουν να αποκλιμακώνονται.

Η κλιματική αλλαγή δεν αυξάνει τις τιμές μόνον μέσω μειωμένης παραγωγής. Καθιστά επίσης ακριβότερη την ίδια την παραγωγική διαδικασία. Αγροτικές και διατροφικές επιχειρήσεις επενδύουν πλέον σε μέτρα προστασίας από τη ζέστη, όπως ειδικά σκίαστρα, ανακλαστικά καλύμματα για τις καλλιέργειες και ενισχυμένα συστήματα ψύξης. Απαιτούνται παράλληλα δαπανηρές αναβαθμίσεις σε αποθήκες, εργοστάσια επεξεργασίας και δίκτυα μεταφοράς που είχαν σχεδιαστεί για ηπιότερες κλιματικές συνθήκες. Αυτά τα πρόσθετα κόστη μεταφέρονται σταδιακά στις τελικές τιμές που πληρώνουν οι καταναλωτές, ενισχύοντας τον δομικό πληθωρισμό.

Οι συνέπειες εκτείνονται και πέρα από τα τρόφιμα. Πυρκαγιές, πλημμύρες και παρατεταμένες ξηρασίες αυξάνουν ασφάλιστρα, λογαριασμούς νερού και σε ορισμένες περιπτώσεις ενοίκια. Τα κύματα καύσωνα ενισχύουν τη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας λόγω της αυξημένης χρήσης κλιματιστικών, ασκώντας ανοδικές πιέσεις στις τιμές ρεύματος. Ταυτόχρονα, η έλλειψη νερού μπορεί να επηρεάσει υδροηλεκτρικά έργα, πυρηνικές εγκαταστάσεις και σημαντικές εμπορικές οδούς μεταφοράς, αυξάνοντας το κόστος παραγωγής και διακίνησης αγαθών.

Οι επιπτώσεις, ωστόσο, δεν είναι ίδιες σε όλες τις περιοχές του πλανήτη. Οι χώρες που βρίσκονται ήδη σε θερμές κλιματικές ζώνες θεωρούνται περισσότερο εκτεθειμένες. Περιοχές της Αφρικής, της Νότιας Αμερικής, της Μέσης Ανατολής και της Νότιας Ασίας αναμένεται να αντιμετωπίσουν τις ισχυρότερες πληθωριστικές πιέσεις, καθώς η περαιτέρω άνοδος της θερμοκρασίας μπορεί να μειώσει σημαντικά τις αγροτικές αποδόσεις. Πολλές από αυτές τις οικονομίες διαθέτουν περιορισμένες υποδομές και λιγότερους πόρους για να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες.

Αντίθετα, ορισμένες ψυχρότερες χώρες ενδέχεται να επωφεληθούν. Ηπιότεροι χειμώνες μπορούν να μειώσουν τις δαπάνες θέρμανσης, ενώ η μεγαλύτερη διάρκεια της καλλιεργητικής περιόδου μπορεί να ευνοήσει την αγροτική παραγωγή. Σε χώρες όπως ο Καναδάς ή η Νορβηγία οι συνολικές πληθωριστικές πιέσεις ενδέχεται να αποδειχθούν μικρότερες ή ακόμα και αποπληθωριστικές σε ορισμένες περιπτώσεις.

Διαρθρωτικός παράγοντας

Οι οικονομολόγοι επισημαίνουν επίσης ότι διαφορετικά ακραία καιρικά φαινόμενα επηρεάζουν διαφορετικά τις τιμές. Τα “ξηρά” φαινόμενα, όπως καύσωνες και ξηρασίες, τείνουν να αυξάνουν τον πληθωρισμό επειδή περιορίζουν την παραγωγή τροφίμων. Αντίθετα, πλημμύρες και καταιγίδες μπορεί να προκαλούν ζημιές, συχνά ωστόσο επιβραδύνουν συνολικά την οικονομική δραστηριότητα και μειώνουν προσωρινά ορισμένες καταναλωτικές δαπάνες, με αποτέλεσμα οι επιδράσεις τους στις τιμές να είναι πιο σύνθετες.

Παρά την αβεβαιότητα που εξακολουθεί να περιβάλλει τις μακροπρόθεσμες προβλέψεις, ένα στοιχείο γίνεται ολοένα και πιο σαφές: η κλιματική αλλαγή εξελίσσεται σε νέο, διαρθρωτικό παράγοντα του πληθωρισμού. Κυβερνήσεις, κεντρικές τράπεζες και επιχειρήσεις αναζητούν τρόπους προσαρμογής, επενδύοντας σε πιο ανθεκτικές υποδομές και σε συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης. Όσο πάντως οι θερμοκρασίες συνεχίζουν να αυξάνονται, το κόστος αυτής της προσαρμογής και οι ζημιές από τα ακραία καιρικά φαινόμενα θα αποτυπώνονται όλο και συχνότερα στον λογαριασμό του σούπερ-μάρκετ και στο συνολικό κόστος ζωής των πολιτών.

Απόδοση – Επιμέλεια: Γιώργος Δ. Παυλόπουλος

BloombergOpinion