Ο Δημήτρης Ζόππος γράφει για την τεχνολογία, την καινοτομία και τη θέση της Κύπρου στον κόσμο που έπεται.
Εκατό χρόνια αδράνειας
Ας ξεκινήσω με τη συσκευή του φαξ, γιατί είναι πιο παράξενη απ’ όσο φαίνεται. Το 1843 ο Alexander Bain κατοχύρωσε με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας έναν ηλεκτρικό τηλέγραφο εκτύπωσης που μπορούσε να αναπαραγάγει μια εικόνα μέσω καλωδίου. Αυτό επιτεύχθηκε τρεις δεκαετίες πριν ο Alexander Graham Bell να κατοχυρώσει το τηλέφωνο. Η τεχνολογία δεν είχε ουσιαστικά υιοθετηθεί για εκατό χρόνια και έφτασε μαζικά στα γραφεία μόλις τη δεκαετία του 1980 – όχι επειδή κάποιος είχε βελτιώσει την ιδέα, αλλά επειδή οι προϋποθέσεις που χρειαζόταν είχαν επιτέλους επιτευχθεί: φθηνά ηλεκτρονικά, ένα κοινό πρότυπο, και ένα τηλεφωνικό δίκτυο ήδη χτισμένο και αποσβεσμένο, πάνω στο οποίο το τηλεομοιότυπο μπορούσε να «ταξιδέψει» δωρεάν. Μια τεχνολογία μπορεί να είναι ολοκληρωμένη αλλά να παραμένει σε αδράνεια για έναν αιώνα, περιμένοντας όχι μια καλύτερη εκδοχή του εαυτού της, αλλά να πληρωθούν οι παρελκόμενες προϋποθέσεις.
Η τεχνητή νοημοσύνη ακολουθεί παρόμοια πορεία. Το πρώτο μαθηματικό μοντέλο ενός νευρώνα χρονολογείται στο 1943, εκατό χρόνια μετά το δίπλωμα του Bain · ο αλγόριθμος που επιτρέπει σε τέτοια δίκτυα να “μαθαίνουν” διατυπώθηκε τη δεκαετία του 1970 και σε μεγάλο βαθμό αγνοήθηκε. Η τεχνητή νοημοσύνη περίμενε, όπως περίμενε το φαξ, όχι μια εξυπνότερη ιδέα, αλλά δύο συστατικά που άλλοι θα έχτιζαν για δικούς τους λόγους: τεράστια υπολογιστική ισχύ και τεράστιο όγκο δεδομένων, μαζί με την ηλεκτρονική διανομή μέσω του διαδικτύου. Η ΤΝ ανήκει σε μια μικρή κατηγορία τεχνολογιών, μαζί με τον ηλεκτρισμό, τον ημιαγωγό και το υπολογιστικό νέφος που δεν εκτελούν απλώς μια εργασία αλλά αλλάζουν τον τρόπο με τον οποίο γίνεται σχεδόν κάθε άλλη εργασία. Το ενδιαφέρον ερώτημα για μια τέτοια τεχνολογία δεν είναι το πώς λειτουργεί, αλλά ποιος είναι ο αντίκτυπός της σε μια οικονομία όταν φτάσει. Ο πιο χρήσιμος οδηγός σε αυτό το ερώτημα είναι ένας οικονομολόγος που έγραφε δεκαετίες πριν από τον πρώτο υπολογιστή.
Γιατί υπάρχουν οι επιχειρήσεις
Το 1937 ο Ronald Coase έθεσε ένα ερώτημα τόσο απλό που ακούγεται αφελές, και του απονεμήθηκε γι’ αυτό το Βραβείο Νόμπελ. Αν οι αγορές είναι τόσο αποδοτικές όσο ισχυρίζονται οι οικονομολόγοι, γιατί υπάρχουν καν οι επιχειρήσεις, αντί απλώς άτομα να συμβάλλονται μεταξύ τους, ξεχωριστά για κάθε εργασία, στην ελεύθερη αγορά; Επειδή η χρήση της αγοράς δεν είναι ποτέ δωρεάν. Κάθε συναλλαγή φέρει κόστη πέρα από την ίδια την τιμή του προϊόντος: την εύρεση του κατάλληλου αντισυμβαλλομένου, τη διαπραγμάτευση, τη σύνταξη του συμβολαίου, τον έλεγχο ότι η άλλη πλευρά τήρησε τη συμφωνία, την επιβολή της όταν δεν την τηρεί. Οι επιχειρήσεις υπάρχουν για να απορροφούν αυτά τα κόστη. Μια δραστηριότητα εντάσσεται εντός της επιχείρησης ακριβώς όταν η διεκπεραίωσή της μέσω της αγοράς θα κόστιζε περισσότερο σε αναζήτηση, διαπραγμάτευση και εποπτεία απ’ ό,τι αν την έκανες μόνος σου· και τα όρια της επιχείρησης βρίσκονται εκεί όπου ισορροπούν αυτά τα δύο κόστη.
Αυτό είναι και το νήμα της ιστορικής εμπειρίας. Κάθε φορά που μια τεχνολογία μεταβάλλει το κόστος των συναλλαγών, αυτά τα όρια μετατοπίζονται. Ο τηλέγραφος και το τηλέφωνο κατέστησαν δυνατή την ευρεία διοικητική επιχείρηση· το μεταλλικό εμπορευματοκιβώτιο μας έδωσε την παγκόσμια αλυσίδα εφοδιασμού· το διαδίκτυο έριξε το κόστος εύρεσης και συναλλαγής κοντά στο μηδέν, επιτρέποντας στις επιχειρήσεις να εξειδικεύονται σε μία κατηγορία και να αγοράζουν τα υπόλοιπα από την αγορά, ενώ λίγες εταιρείες μεγάλωσαν υπέρμετρα κερδίζοντας δεσπόζουσα θέση στην αγορά σαν διαμορφωτές, όπως η Amazon στο λιανικό εμπόριο και η Google στη διαφήμιση. Ακόμη και το φαξ ανήκει εδώ: η μακρά αναμονή του δεν αφορούσε ποτέ τη μηχανή ή την τεχνολογία, αλλά το δίκτυο που χρειαζόταν για να τη μεταφέρει.
Πώς διαφέρει η τεχνητή νοημοσύνη
Η τεχνητή νοημοσύνη αποκλίνει από όλες αυτές τις τεχνολογίες με έναν καίριο τρόπο, που έχει ελάχιστη σχέση με τη συνηθισμένη συζήτηση περί ταχύτητας και ανατροπών. Κάθε προηγούμενη τεχνολογία μείωσε το κόστος της μετακίνησης κάποιου πράγματος μεταξύ ανθρώπων· όμως σε κάθε σημείο μιας συναλλαγής ένας άνθρωπος έπρεπε ακόμη να κάνει την αναλυτική εργασία: να διαβάσει το συμβόλαιο, να σταθμίσει το ρίσκο, να επιβλέψει τον προμηθευτή, να ελέγξει την ποιότητα σε σχέση με το τιμολόγιο. Οι συναλλαγές είναι δαπανηρές, τα συμβόλαια πάντα ατελή και η εποπτεία πάντα κοστοβόρα, ακριβώς επειδή αυτή η εργασία μπορούσε να γίνει μόνο από ανθρώπους.
Η τεχνητή νοημοσύνη είναι η πρώτη θεμελιώδης τεχνολογία που προσβάλλει το ίδιο το κόστος αυτής της εργασίας. Αξίζει να είμαστε ακριβείς για το τι κάνει. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι νοήμων με καμία ουσιαστική έννοια, και είναι απίθανο να αποκτήσει γούστο ή κρίση. Αυτό που κάνει καλά είναι να εκτελεί, με τεράστια ταχύτητα και χαμηλό κόστος, την ωμή υπολογιστική επεξεργασία και την αναγνώριση προτύπων που κρύβονται πίσω από μεγάλο μέρος αυτού που χαλαρά αποκαλούμε «σκέψη»: τον έλεγχο, τη σύγκριση, τη συσχέτιση, το κοσκίνισμα μιας πληροφορίας έναντι άλλης. Αυτή ακριβώς είναι η αναλυτική εργασία που έκανε τις συναλλαγές δαπανηρές. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν αντικαθιστά την ανθρώπινη κρίση στο επίκεντρο μιας συμφωνίας, αλλά αφαιρεί τη δαπανηρή εργασία που την περιβάλλει. Και επειδή αυτή η εργασία βρίσκεται και στις δύο πλευρές του ισοζυγίου, εντός της επιχείρησης ως κόστος παραγωγής και ανάμεσα στις επιχειρήσεις ως κόστος συναλλαγής, το να γίνει φθηνή αναστατώνει ολόκληρη τη δομή ταυτόχρονα.
Δύο δυνάμεις, αντίθετες κατευθύνσεις
Το δελεαστικό συμπέρασμα είναι ότι η φθηνότερη «νόηση» σημαίνει μικρότερες επιχειρήσεις. Αν τρία άτομα μπορούν πλέον να συντονίσουν και να παράξουν, μέσω της τεχνητής νοημοσύνης, αυτό που πριν από μια δεκαετία απαιτούσε τριακόσια, τότε το ελάχιστο μέγεθος μιας σοβαρής επιχείρησης λογικά θα έπρεπε να μειωθεί, και η οικονομία θα έπρεπε να κατακερματιστεί σε πολλές μικρές επιχειρήσεις. Υπάρχει πραγματική αλήθεια σε αυτό: η τεχνητή νοημοσύνη μειώνει το πάγιο κόστος δημιουργίας μιας ικανής επιχείρησης καθώς και το κόστος των συναλλαγών, οπότε το να αγοράζεις από την αγορά υπερτερεί του να χτίζεις εσωτερικά, και αμφότερα ωθούν προς περισσότερες και μικρότερες επιχειρήσεις. Στο έπακρο αυτής της λογικής βρίσκεται ο «μονόκερος του ενός ατόμου» (one-person unicorn): μια εταιρεία αξίας πέραν του ενός δισεκατομμυρίου δολαρίων που τη διευθύνει ένα και μόνο άτομο κατευθύνοντας έναν στόλο πρακτόρων τεχνητής νοημοσύνης. Δεν έχει συμβεί ακόμη, αλλά δεν είναι πια φαντασίωση. Είναι ο μηχανισμός του Coase οδηγημένος στο συμπέρασμά του: αν ένας μοναχικός ιδρυτής μπορεί να συναλλάσσεται, σχεδόν χωρίς κόστος, με μηχανές που εκτελούν κάθε λειτουργία που κάποτε έπρεπε να στεγάζει μια εταιρεία, τα όρια της επιχείρησης συρρικνώνονται μέχρι να μην απομένει σχεδόν τίποτα μέσα της παρά ο ιδρυτής.
Όμως η ίδια τεχνολογία ωθεί προς την αντίθετη κατεύθυνση με εξίσου μεγάλη ισχύ, και αυτή είναι η όψη που η αρχική εκδοχή παραβλέπει. Η τεχνητή νοημοσύνη ρίχνει επίσης το οριακό κόστος της παραγωγής, το κόστος δηλαδή για την παραγωγή μίας ακόμη μονάδας, προς το μηδέν για οτιδήποτε μπορεί να παραχθεί από μια μηχανή· και οι αγορές όπου το οριακό κόστος είναι κοντά στο μηδέν δεν κατακερματίζονται. Συγκεντρώνονται. Όποιος έχει το καλύτερο προϊόν μπορεί να εξυπηρετήσει απεριόριστη ζήτηση με σχεδόν μηδενικό επιπλέον κόστος, οπότε η κλίμακα γίνεται καθοριστική και λίγοι νικητές παίρνουν το μεγαλύτερο μέρος της αγοράς. Αυτή είναι η γνωστή λογική του λογισμικού, και γι’ αυτό η ψηφιακή οικονομία, παρά το χαμηλό κόστος εισόδου, έχει παραγάγει μερικές από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις στην ιστορία. Και οι κατεστημένες επιχειρήσεις δεν είναι θεατές: το ίδιο εργαλείο που επιτρέπει σε έναν νεοεισερχόμενο να παράγει φθηνά, επιτρέπει σε μια εδραιωμένη εταιρεία να αναδιοργανωθεί και να αμυνθεί. Τεθειμένο ως ερώτημα μεγέθους επιχείρησης, το ζήτημα δεν έχει μία μόνο απάντηση.
Η απειλή της εισόδου
Υπάρχει καλύτερη απάντηση αν πάψουμε να ρωτάμε πόσες επιχειρήσεις έχει μια αγορά και ρωτήσουμε αντ’ αυτού, όπως έκανε ο οικονομολόγος William Baumol, πόσο εύκολα θα μπορούσε να εισέλθει μια νέα. Αυτό που πειθαρχεί μια αγορά, υποστήριξε, δεν είναι ο αριθμός των επιχειρήσεων μέσα σ’ αυτήν, αλλά η απειλή της εισόδου. Μια αγορά που εξυπηρετείται από μία και μόνη μεγάλη επιχείρηση μπορεί και πάλι να συμπεριφέρεται ανταγωνιστικά, κρατώντας τις τιμές χαμηλά και την ποιότητα ψηλά, αν η είσοδος είναι φθηνή και η κατεστημένη επιχείρηση γνωρίζει ότι ένας ανταγωνιστής θα μπορούσε να εμφανιστεί ανά πάσα στιγμή. Ο Baumol ονόμασε μια τέτοια αγορά «διεκδικήσιμη» (contestable). Η συγκέντρωση και ο ανταγωνισμός, υπό αυτό το πρίσμα, δεν είναι αντίθετα: μια αγορά μπορεί να είναι συγκεντρωμένη στη δομή της και σφοδρά ανταγωνιστική στη συμπεριφορά της, αρκεί η πόρτα να παραμένει ανοιχτή.
Αυτό είναι το κλειδί που συνδέει τις δύο δυνάμεις μεταξύ τους. Η δύναμη της συγκέντρωσης μπορεί να αφήσει πολλές αγορές στα χέρια λίγων μεγάλων επιχειρήσεων με τεχνητή νοημοσύνη· όμως η δύναμη της αποσυγκέντρωσης, η κατάρρευση του κόστους συγκρότησης μιας ικανής επιχείρησης, είναι ακριβώς αυτό που αυξάνει τη διεκδικησιμότητα. Αν μια μικρή ομάδα μπορεί πλέον να χτίσει φθηνά αυτό που μια κατεστημένη επιχείρηση χρειαζόταν έναν μεγάλο οργανισμό για να παραγάγει, τότε η επιχείρηση αυτή ζει υπό διαρκή απειλή εισόδου ακόμη κι όσο παραμένει μεγάλη. Το πιθανό αποτέλεσμα, επομένως, δεν είναι ούτε μία αγορά με πολλές μικρές επιχειρήσεις ούτε και μια πιο συγκεντρωτική εικόνα με μεγαλύτερα μονοπώλια, αλλά αγορές που παραμένουν συγκεντρωμένες στο σχήμα ενώ γίνονται πολύ πιο διεκδικήσιμες στη συμπεριφορά. Χρειάζεται, ωστόσο, μια επιφύλαξη: και το διαδίκτυο μείωσε το κόστος εισόδου και παρ’ όλα αυτά παρήγαγε έντονη συγκέντρωση, επειδή τα δεδομένα και τα φαινόμενα δικτύου (network effects) έγιναν τα νέα πάγια κόστη που ξανάχτισαν τις παλιές αμυντικές «τάφρους» ψηλότερα από πριν. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να κάνει το ίδιο, καθώς το τεράστιο κόστος εκπαίδευσης των μοντέλων ΤΝ γίνεται το νέο εμπόδιο. Έτσι, ο πιο ασφαλής ισχυρισμός είναι πως η τεχνητή νοημοσύνη καθιστά μια συγκεκριμένη ζώνη αγορών, εκείνων των οποίων το κεντρικό εμπόδιο ήταν το κόστος συγκρότησης ανθρώπινης νόησης, διεκδικήσιμες για ένα διάστημα, και το ενδιαφέρον ερώτημα είναι ποιος θα κινηθεί όσο το παράθυρο παραμένει ανοιχτό.
Το παράθυρο της Κύπρου
Εδώ το επιχείρημα επιστρέφει στο νησί μας. Η Κύπρος δεν έχει φυσικό πλεονέκτημα σε κατηγορίες όπου η ΤΝ θα λειτουργήσει συγκεντρωτικά, εκεί όπου οι επενδύσεις μετρούνται σε δισεκατομμύρια δολάρια υπολογιστικής ισχύος και ενέργειας. Δεν θα εκπαιδεύσουμε τα μοντέλα μεγάλης εμβέλειας, και δεν θα έπρεπε να προσπαθήσουμε. Το άνοιγμά μας βρίσκεται στις αγορές που η τεχνητή νοημοσύνη μόλις κατέστησε διεκδικήσιμες: στις εξειδικευμένες, εντάσεως γνώσης αγορές (niches) όπου το παλιό εμπόδιο ήταν το κόστος συγκρότησης ταλέντου σε κλίμακα, και όπου μια μικρή, οξυδερκής ομάδα με πυκνή κρίση μπορεί πλέον να ανταγωνιστεί κατεστημένες επιχειρήσεις που μέχρι πρόσφατα προστατεύονταν από το ίδιο τους το μέγεθος. Η στρατηγική που αυτό συνεπάγεται είναι σαφής: να βρίσκουμε τις αγορές που η τεχνητή νοημοσύνη μόλις άνοιξε, και να εισερχόμαστε σε αυτές στο διάστημα πριν οι κατεστημένες επιχειρήσεις ολοκληρώσουν την αναδιοργάνωσή τους, γιατί αυτό το διάστημα είναι η ευκαιρία και δεν θα μείνει ανοιχτό επ’ αόριστον.
Μια προειδοποίηση συνοδεύει αυτή την ευκαιρία. Η διεκδικησιμότητα είναι δίκοπο μαχαίρι: οι ίδιες δυνάμεις που επιτρέπουν σε μια κυπριακή επιχείρηση να διεκδικήσει την αγορά μιας κατεστημένης, επιτρέπουν στον επόμενο νεοεισερχόμενο να διεκδικήσει την αγορά της κυπριακής. Ένα πλεονέκτημα κόστους σε μια τεχνολογία διαθέσιμη σε όλους δεν είναι πλεονέκτημα για πολύ. Η μόνη θέση που αντέχει στον χρόνο είναι εκείνη που ένας νεοεισερχόμενος με τα ίδια εργαλεία δεν μπορεί να αντιγράψει άμεσα ή εύκολα: μια γνήσια σχέση με τους πελάτες, συσσωρευμένη εμπιστοσύνη, μια εξειδικευμένη φήμη χτισμένη με τα χρόνια σε έναν συγκεκριμένο τομέα, όπως το Ισραήλ στην κυβερνοασφάλεια ή η Εσθονία στην ψηφιακή διακυβέρνηση. Αυτός είναι ο εξειδικευμένος παραγωγός που περιέγραψε αυτή η στήλη εξαρχής. Αν η επιχείρηση ωθείται προς το μικρότερο βιώσιμο μέγεθός της σε ορισμένες αγορές και υπερασπίζεται την κλίμακά της σε άλλες, και το σπάνιο συστατικό και στις δύο περιπτώσεις δεν είναι πια το κεφάλαιο ούτε και η κλίμακα αλλά η κρίση, τότε τα πάντα εξαρτώνται από το ποιος ασκεί αυτή την κρίση. Αυτός είναι ο ιδρυτής, και εκεί θα στραφεί αυτή η στήλη στο επόμενο τεύχος.
Ο Δημήτρης Ζόππος είναι εταίρος στο 33East. Οι απόψεις που εκφράζονται είναι αποκλειστικά προσωπικές.