Της Alison Durkee
Οι επιθέσεις του Ντόναλντ Τραμπ κατά του Ιράν έχουν πυροδοτήσει αβεβαιότητα παγκοσμίως, αλλά η προοπτική ενός μακροχρόνιου πολέμου θα μπορούσε να αποδειχθεί επικερδής για μια σειρά κλάδων, με εταιρείες όπως η Lockheed Martin, η Raytheon, η Boeing, η Exxon και άλλες εταιρείες της αμυντικής και ενεργειακής βιομηχανίας να φιλοδοξούν να είναι οι μεγάλοι κερδισμένοι.
Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις Αμερικανών και Ισραηλινών είναι άγνωστο πόσο θα διαρκέσουν. Η χρηματιστηριακή αγορά ήταν ασταθής τις πρώτες ημέρες του πολέμου. Οι εταιρείες της αμυντικής βιομηχανίας που έχουν συμβάσεις με τον αμερικανικό στρατό, όπως οι Lockheed Martin, Raytheon και Palantir, είναι οι πιο άμεσα ωφελημένοι από τη σύγκρουση, με τις τιμές των μετοχών του κλάδου να παρουσιάζουν ως επί το πλείστον ανοδικές τάσης την προηγούμενη εβδομάδα, παρά την αρνητική ανάπαυλα της Τρίτης.
Καθώς η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή επηρεάζει την παραγωγή και τη μεταφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου στην περιοχή, πετρελαϊκοί κολοσσοί όπως η Exxon και η Chevron αναμένεται επίσης να επωφεληθούν από τις ράλι του πετρελαίου, ενώ ο ενεργειακός κλάδος επίσης σημειώνει κέρδη στην αμερικανική χρηματιστηριακή αγορά.
Στον αντίποδα οι υψηλότερες τιμές του πετρελαίου σε συνδυασμό με το κλίμα αβεβαιότητας αναμένεται να επιβαρύνουν τον ταξιδιωτικό κλάδο, τα είδη πολυτελείας και τους κολοσσούς μεταφορών όπως η FedEx και η UPS.
Σύμφωνα με την Κεντρική Διοίκηση των Ηνωμένων Πολιτειών, ή CENTCOM, χρησιμοποιούνται πάνω από 20 οπλικά συστήματα στο Ιράν. Τα περισσότερα εξ αυτών έχουν κατασκευαστεί από τις Lockheed Martin, RTX και τη θυγατρική της τη Raytheon, αλλά και από τις Boeing, Northrop Grumman, L3Harris Technologies και General Atomics Aeronautical. Οι μετοχές των εν λόγω εταιρειών έχουν σημειώσει κέρδη τις τελευταίες μέρες, αν και οι αναλυτές σημειώνουν ότι η Boeing εμφανίζει συγκρατημένη άνοδο, επειδή μικρότερο μέρος της δραστηριότητάς της συνδέεται με στρατιωτικές συμβάσεις. Η SpektreWorks με έδρα την Αριζόνα βρίσκεται πίσω από τα drones “LUCAS”, τα οποία, σύμφωνα με τον αμερικανικό στρατό, έχουν χρησιμοποιηθεί σε επιθέσεις χαμηλότερου κόστους, ενώ οι προηγμένοι πύραυλοι Tomahawk, που σύμφωνα με πληροφορίες χρησιμοποιούνται επίσης στη σύρραξη στην περιοχή, κατασκευάζονται από την Raytheon. Οι THAAD, ένας διαφορετικός τύπος πυραύλου που χρησιμοποιείται για την αναχαίτιση εχθρικών πυρών, παράγονται από τη Lockheed Martin. Αυτές οι εταιρείες και άλλες στον τομέα των drones και των πυραύλων θα είναι μάλλον οι κερδισμένες από τις αμερικανικές επιθέσεις, με τον διευθυντή επενδύσεων της Catalyst Funds, David Burns, να επισημαίνει: “Οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην κατασκευή συστημάτων πυραυλικής άμυνας είναι αυτές που θα επωφεληθούν περισσότερο από την αυξημένη ζήτηση”.
Η μετοχή της εταιρείας λογισμικού Palantir έχει επίσης καταγράψει κέρδη, καθώς παρέχει υπηρεσίες στον στρατό. Οι αναλυτές εκτιμούν ότι οι ευρωπαϊκές εταιρείες της αμυντικής βιομηχανίας θα επωφεληθούν επίσης, με τους αναλυτές της JP Morgan να υποδεικνύουν πως οι BAE Systems, Renk, Leonardo DRS και QinetiQ είναι οι εταιρείες με τη μεγαλύτερη σύνδεση με την αμερικανική αγορά.
Οι τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου σημειώνουν ράλι, καθώς έχει περιοριστεί η διέλευση δεξαμενόπλοιων στο Στενό του Ορμούζ, από όπου διακινείται περίπου το 20% του πετρελαίου παγκοσμίως. Οι υψηλότερες τιμές έχουν ωφελήσει τις αμερικανικές εταιρείες πετρελαίου: οι μετοχές κολοσσών όπως η Exxon, η Chevron και η Occidental Petroleum ενισχύθηκαν αμέσως μετά τις πρώτες επιθέσεις Αμερικανών και Ισραηλινών, αν και έχουν παρουσιάσει μεγαλύτερη μεταβλητότητα τις τελευταίες ημέρες λόγω της αβεβαιότητας σχετικά με τη σύγκρουση και τον αντίκτυπό της στον κλάδο. Ο Burns ανέφερε ότι οι πετρελαϊκές μικρότερης κεφαλαιοποίησης, όπως η Talos Energy, μπορούν επίσης να επωφεληθούν από τις υψηλότερες ενεργειακές τιμές και τη συνέχιση του πολέμου. Ενώ οι υψηλότερες τιμές του φυσικού αερίου ωφέλησαν άμεσα τους παραγωγούς πετρελαίου, οι αναλυτές προβλέπουν ότι οποιαδήποτε παρατεταμένη σύγκρουση θα μπορούσε να είναι επωφελής και για τον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, καθώς θα μπορούσαν να αναζητηθούν εναλλακτικές λύσεις, όπως η ηλιακή και η αιολική ενέργεια, σε αντιστάθμισμα των υψηλότερων τιμών ενέργειας και προς αποφυγή της μεταβλητότητας των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου. “Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας προσφέρουν ένα χαμηλότερο επίπεδο κινδύνου σε σύγκριση με τις εισαγωγές ορυκτών καυσίμων, και οι μετοχές του κλάδου ενδέχεται να ενισχυθούν”, τόνισε ο Pavel Molchanov, CEO της επενδυτικής τράπεζας Raymond James.
Μεγάλες εταιρείες μεταφορών όπως η FedEx, η UPS και η DHL ενδέχεται να πληγούν από μια μακροχρόνια σύγκρουση, και αυτό αντανακλάται στις τιμές των μετοχών τους, καθώς η αύξηση της τιμής του πετρελαίου και οι ενδεχόμενες μεγαλύτερες διαδρομές —λόγω του κλεισίματος του εναέριου χώρου στη Μέση Ανατολή— ίσως οδηγήσουν σε αύξηση των τιμών των καυσίμων, σύμφωνα με το Bloomberg. Οι εταιρείες που διαχειρίζονται εμπορευματοκιβώτια θα μπορούσαν να επωφεληθούν από τα προβλήματα στη μεταφορά εμπορευμάτων. Τα πλοία ανακατευθύνονται προς το παρόν μακριά από το Σουέζ και το Στενό του Ορμούζ, σημειώνει η Wall Street Journal, γεγονός που αναγκάζει τα εμπορευματοκιβώτια να διανύουν μεγαλύτερες αποστάσεις και επιτρέπει στις εταιρείες να χρεώνουν υψηλότερες τιμές για πιο μακρινά ταξίδια. Ως εκ τούτου, οι μετοχές εταιρειών όπως η δανέζικη ναυτιλιακή Maersk και η γερμανική Hapag-Lloyd έχουν σημειώσει κέρδη από το ξέσπασμα του πολέμου, αν και ο παρατεταμένος πόλεμος ενδέχεται να τους δημιουργήσει προβλήματα. Η Maersk και άλλες εταιρείες έχουν αναστείλει τις δραστηριότητές τους στα λιμάνια της Μέσης Ανατολής λόγω ανησυχιών για την ασφάλεια των πλοίων τους, έχουν κλείσει τα γραφεία τους στην περιοχή και παροτρύνουν τα πλοία που βρίσκονται στη Μέση Ανατολή να “βρουν καταφύγιο”.
Πόσο θα διαρκέσει η σύγκρουση στο Ιράν. Η διάρκεια του πολέμου θα μπορούσε να επηρεάσει την πορεία των εταιρειών, με τα κέρδη στους τομείς της άμυνας και της ενέργειας να είναι ενδεχομένως βραχύβια, αν η σύγκρουση τερματιστεί σύντομα ή αν ληφθούν νέα μέτρα για την αντιμετώπιση των υψηλών τιμών του πετρελαίου. Αναλυτές ανέφεραν στο Γαλλικό Πρακτορείο AFP οποιαδήποτε κίνηση της κυβέρνησης Τραμπ για να μετριάσει τον αντίκτυπο του πολέμου στην πετρελαϊκή αγορά —όπως η υπόσχεση να συνοδεύσει (για λόγους ασφαλείας) πλοία που θα περάσουν από το Στενό του Ορμούζ ή να αξιοποιήσει τα αποθέματα πετρελαίου έκτακτης ανάγκης— θα μπορούσε να περιορίσει τα κέρδη των πετρελαϊκών εταιρειών. Στο μεταξύ, οι εταιρείες ανανεώσιμων πηγών ενέργειας θα επωφεληθούν περισσότερο αν η σύγκρουση παραταθεί και οι τιμές του πετρελαίου παραμείνουν υψηλές. Όσον αφορά τις εταιρείες της αμυντικής βιομηχανίας, ο αναλυτής Byron Callan δήλωσε στο περιοδικό Air & Space Forcesότι, ενώ ο πόλεμος είναι ευνοϊκός για τον κλάδο βραχυπρόθεσμα, το τελικό αποτέλεσμα εξαρτάται από τη διάρκεια του πολέμου και από το αν οι ΗΠΑ θα καταφέρουν να “αποδυναμώσουν” το Ιράν. Ένας πόλεμος μακράς διαρκείας σημαίνει ότι τα αποθέματα όπλων θα πρέπει να αναπληρωθούν, κάτι που θα ήταν θετικό για τις εταιρείες του κλάδου άμυνας, σχολίασε ο Callan, αλλά αν οι ΗΠΑ καταφέρουν ένα άμεσο και συντριπτικά νικηφόρο αποτέλεσμα κατά του Ιράν, αυτή η εξέλιξη δεν θα ήταν θετική για τις εταιρείες άμυνας, αφού θα “ψαλίδιζε” τη μακροπρόθεσμη ανάγκη του στρατού για νέα όπλα που θα χρησιμοποιούσε στην περιοχή. “Υπάρχει μια σειρά πολεμικών σχεδίων για το Ιράν”, τα οποία μπορεί να αλλάξουν ανάλογα με την εξέλιξη της σύγκρουσης, πρόσθεσε ο Callan.
Ο κλάδος των ταξιδιών έχει πληγεί σημαντικά έως τώρα, με τις μετοχές των μεγάλων αεροπορικών εταιρειών, των εταιρειών κρουαζιέρας και των ξενοδοχειακών ομίλων να καταγράφουν απώλειες τις τελευταίες ημέρες, καθώς η σύγκρουση οδηγεί σε αύξηση του κόστους των καυσίμων και μειώνει τις κρατήσεις για διακοπές στην περιοχή. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις έχουν οδηγήσει σε ακυρώσεις πτήσεων στη Μέση Ανατολή, ενώ μεγάλες ξενοδοχειακές αλυσίδες ήδη μετράνε ζημιές. Μεταξύ των κλάδων που θα μπορούσαν να πληγούν από έναν μακροχρόνιο πόλεμο, είναι η τεχνολογία —καθώς οι επενδυτές προτιμούν τοποθετήσεις σε εταιρείες με μικρότερο ρίσκο σε περιόδους σύγκρουσης— αλλά και ο τομέας των ειδών πολυτελείας. Οι μετοχές εταιρειών όπως η LVMH, η Burberry και η Richemont, ιδιοκτήτρια εταιρεία των brands Cartier, Van Cleef και Chloé, σημείωσαν πτώση τις τελευταίες ημέρες, με τους αναλυτές να επισημαίνουν ότι οι εν λόγω εταιρείες έχουν κάνει μεγάλες επενδύσεις στη Μέση Ανατολή, ενώ ιστορικά τα είδη πολυτελείας έχουν καλύτερες επιδόσεις σε περιόδους μικρότερης οικονομικής αβεβαιότητα, αφού ευνοούνται από το κλίμα “ευφορίας”, όταν υπάρχει “θετική καταναλωτική εμπιστοσύνη και εποικοδομητικές προοπτικές για το μέλλον”, σύμφωνα με αναλυτές της RBC Capital Markets που μίλησαν στο CNBC.
Παρά τα οφέλη για ορισμένους κλάδους, οι οικονομολόγοι προβλέπουν εν γένει ότι ο πόλεμος θα έχει αρνητικές οικονομικές επιπτώσεις, με τον Kent Smetters, διευθυντή του Penn Wharton Budget Model (PWBM), να εκτιμά ότι η σύγκρουση θα μπορούσε να προκαλέσει οικονομικές απώλειες για τις ΗΠΑ μεταξύ 50 και 210 δισ. δολαρίων.
