Η αυθεντικότητα, η αρχιτεκτονική ταυτότητα και η σύνδεση με τον τόπο αναδιαμορφώνουν το τοπίο της ευρωπαϊκής πολυτελούς φιλοξενίας, με όλο και περισσότερους επενδυτές να στρέφονται στην επαναξιοποίηση ιστορικών κτιρίων αντί στη νέα δόμηση.

Για δεκαετίες, η ανάπτυξη στον ξενοδοχειακό κλάδο στηρίχθηκε κυρίως στη δημιουργία νέων resorts και μονάδων σε αδόμητη γη. Σήμερα, ωστόσο, η διεθνής αγορά δείχνει αυξανόμενο ενδιαφέρον για τη μετατροπή ιστορικών, εμβληματικών και αρχιτεκτονικά σημαντικών κτιρίων σε σύγχρονους προορισμούς πολυτελούς φιλοξενίας.

Η τάση είναι ήδη εμφανής σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Το Bairro Alto Hotel στη Λισαβόνα, το Six Senses Rome και το Hôtel de Crillon στο Παρίσι αποτελούν παραδείγματα επενδύσεων όπου η ιστορική ταυτότητα του κτιρίου αξιοποιήθηκε ως ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.

Η προσέγγιση αυτή απαιτεί περισσότερα από τη διαχείριση μιας ξενοδοχειακής μονάδας. Προϋποθέτει συνδυασμό αρχιτεκτονικής κατανόησης, λειτουργικού σχεδιασμού, εμπειρίας φιλοξενίας και εμπορικής στρατηγικής, ώστε ένα κτίριο με ιστορία να μετατραπεί σε βιώσιμο και σύγχρονο προϊόν.

Στο πλαίσιο αυτό, η Thanos Hospitality Services, θυγατρική του κυπριακού ομίλου Thanos Hotels and Resorts, αναπτύσσει μοντέλο που εστιάζει στη σύνδεση της ιστορίας, του τόπου και της σύγχρονης φιλοξενίας.

«Η μετατόπιση είναι πραγματική και καταγράφεται με ολοένα μεγαλύτερη σαφήνεια στα επενδυτικά χαρτοφυλάκια», αναφέρει η Νατάσα Μιχαηλίδου, συνιδιοκτήτρια και Διευθύντρια Εταιρικών Σχέσεων και Επικοινωνίας της Thanos Hotels & Resorts.

Όπως σημειώνει, ο σύγχρονος ταξιδιώτης υψηλού εισοδήματος δεν αναζητά μόνο λειτουργικές εγκαταστάσεις, αλλά «αυθεντικότητα, αφήγηση, κάτι που δεν μπορεί να κατασκευαστεί από το μηδέν».

Amyth of Nicosia και Berengaria Hotel

Δύο από τα έργα που εντάσσονται σε αυτή τη φιλοσοφία βρίσκονται στην Κύπρο.

Το Amyth of Nicosia στεγάζεται εντός των ενετικών τειχών της παλιάς Λευκωσίας, σε ακίνητο ιδιοκτησίας της Αρχιεπισκοπής που στο παρελθόν λειτουργούσε ως Κολλέγιο. Η μετατροπή του σε boutique luxury hotel είχε ως στόχο, σύμφωνα με την εταιρεία, να ενισχύσει την τουριστική κίνηση προς την πρωτεύουσα και να διατηρήσει τη σχέση του ακινήτου με το αστικό περιβάλλον και την τοπική κοινότητα.

Διαφορετική περίπτωση αποτελεί το Berengaria Hotel στον Πρόδρομο, ένα ιστορικό ξενοδοχείο της δεκαετίας του 1930, το οποίο λειτούργησε για 53 χρόνια ως κοσμοπολίτικος προορισμός της εποχής του.

Το κτίριο, που ανεγέρθηκε το 1930-31 σε υψόμετρο 1.400 μέτρων, παρέμεινε εγκαταλελειμμένο για δεκαετίες. Η επαναξιοποίησή του, σύμφωνα με την Thanos Hotels and Resorts, απαιτεί προσέγγιση που υπερβαίνει την απλή δημιουργία μιας νέας ξενοδοχειακής μονάδας.

«Η προσέγγισή μας στα εμβληματικά αυτά assets δεν είναι διαχειριστική. Είναι αναγέννηση, με σεβασμό στη μνήμη του τόπου και στρατηγική κατανόηση της νέας αξίας που μπορεί να δημιουργηθεί για την τοπική κοινότητα και τον ευρύτερο προορισμό», αναφέρει η κ. Μιχαηλίδου.

Η ίδια υπογραμμίζει ότι η μετατροπή ενός ιστορικού ακινήτου σε σύγχρονο luxury hospitality asset απαιτεί εξειδίκευση στην αποκατάσταση, στον σχεδιασμό της εμπειρίας φιλοξενίας, στη λειτουργική οργάνωση και στην εμπορική τοποθέτηση του προϊόντος.

«Ένα εμβληματικό asset δεν είναι ένας κενός καμβάς πάνω στον οποίο εφαρμόζεις ένα πρότυπο. Είναι ένα κτίριο με δική του λογική, με αρχιτεκτονική και ιστορική στρωματογραφία, με δεσμούς με τον τόπο και τους ανθρώπους του», σημειώνει.

Παράθυρο ευκαιρίας για την Ελλάδα

Η συζήτηση γύρω από την τουριστική ανάπτυξη στην Ελλάδα μετατοπίζεται πλέον περισσότερο στην ποιότητα και στην προστασία του τοπίου, ιδιαίτερα σε περιοχές και νησιά όπου η νέα δόμηση έχει προκαλέσει αντιδράσεις.

Σύμφωνα με την εταιρεία, η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ένα παράθυρο ευκαιρίας για την αξιοποίηση ιστορικών και αρχιτεκτονικά σημαντικών ακινήτων που παραμένουν ανεκμετάλλευτα.

«Η Ελλάδα διαθέτει ενδιαφέροντα assets, πολλά από τα οποία φέρουν σημαντικό ιστορικό, αρχιτεκτονικό και πολιτιστικό αποτύπωμα», αναφέρει η κ. Μιχαηλίδου.

Προσθέτει ότι η Thanos Hospitality Services έχει ήδη αναλάβει έργο στην Ελλάδα που συνδυάζει αποκατάσταση, επαναπροσδιορισμό και μελλοντική λειτουργία ακινήτου με ιδιαίτερη ιστορική και αρχιτεκτονική αξία, χωρίς να δίνει περισσότερες λεπτομέρειες σε αυτό το στάδιο.

Η επαναξιοποίηση ιστορικών κτιρίων ως ξενοδοχειακών μονάδων αναδεικνύεται έτσι σε εναλλακτικό μοντέλο ανάπτυξης, το οποίο επιδιώκει να προσθέσει νέα αξία σε υφιστάμενα ακίνητα χωρίς να επιβαρύνει περαιτέρω το φυσικό και δομημένο περιβάλλον.

Forbes