Του Dara-Abasi Ita

Επί χρόνια, ένας από τους πιο “σίγουρους” τρόπους για έναν απλό εργαζόμενο να δημιουργήσει πλούτο ήταν να ενταχθεί νωρίς σε μια start up και να πάρει μετοχές αντί για υψηλότερο μισθό, με την ελπίδα ότι οι μετοχές αυτές θα αποκτούσαν αξία αργότερα. Σήμερα, όλο και πιο λίγοι νέοι εργαζόμενοι έχουν αυτή την ευκαιρία.

Σύμφωνα με την altshare, μια εταιρεία διαχείρισης μετοχών, το ποσοστό των χορηγήσεων μετοχών που απονέμονται σε υπαλλήλους κάτω των 30 ετών έχει μειωθεί από περίπου 8% σε 3% τα τελευταία χρόνια. Η εταιρεία άντλησε το στοιχείο αυτό από περίπου 3.000 ιδιωτικές εταιρείες και 120.000 μετόχους στην πλατφόρμα της, με καταγεγραμμένη ηλικία για περίπου το 60% εξ αυτών. Ο αριθμός αυτός, ωστόσο, δεν είναι ακραίος. Ταιριάζει με τα ευρήματα οικονομολόγων που μελετούν την αγορά εργασίας, χρησιμοποιώντας πολύ μεγαλύτερα σύνολα δεδομένων.

Το ποσοστό των κάτω των 30 ετών είναι κομμάτι μιας ευρύτερης αλλαγής στην αγορά. Οι νέοι εξασφαλίζουν λιγότερες θέσεις εργασίας που συνοδεύονται από μετοχικό κεφάλαιο. Τα κεφάλαια των VCs συγκεντρώνονται σε ένα περιορισμένο σύνολο εταιρειών τεχνητής νοημοσύνης και κυβερνοασφάλειας. Και οι μετοχές που δημιουργούνται κατά την ίδρυση μιας εταιρείας κατανέμονται σε λιγότερα άτομα, καθώς όλο και περισσότερες start ups διοικούνται από έναν και μόνο ιδρυτή. Κάθε ένας από αυτούς αποφασίζει ποιος θα κατέχει ένα μερίδιο από το επόμενο κύμα μετοχών και πόσο μεγάλο θα είναι αυτό το μερίδιο.

Ο Ronen Solomon, ιδρυτής και CEO της altshare, είναι επιφυλακτικός ως προς το τι σημαίνει και δεν σημαίνει αυτή η πτώση. Οι νέοι εργαζόμενοι δεν στερούνται μετοχικού κεφαλαίου, λέει. Απλώς προσλαμβάνονται λιγότερο συχνά σε θέσεις που συνοδεύονται από συμμετοχή στο μετοχικό κεφάλαιο. “Οι νέοι εργαζόμενοι δεν αποκλείονται τόσο από τα οφέλη, όσο δεν καταλαμβάνουν εξ αρχής τις θέσεις που τα παρέχουν”, προσθέτει ο Solomon. Οι ομάδες που τρέχουν τις start ups είναι μικρότερες σε αριθμό και προσλαμβάνουν λιγότερους νέους, ενώ τα οικονομικά οφέλη εξαρτώνται από τον αριθμό των εργαζομένων. Όταν μειώνονται οι προσλήψεις στο αρχικό στάδιο, μειώνεται και το μερίδιο των μετοχών για τους κάτω των 30 ετών.

Όσα περιγράφει ο Solomon ταιριάζουν με τις παρατηρήσεις των οικονομολόγων για την ευρύτερη αγορά εργασίας. Σε μια μελέτη με τίτλο “Canaries in the Coal Mine”, που δημοσιεύθηκε τον Αύγουστο του 2025, ερευνητές του Digital Economy Lab του Στάνφορντ, με επικεφαλής τον Erik Brynjolfsson και σε συνεργασία με τους Bharat Chandar και Ruyu Chen, χρησιμοποίησαν αρχεία μισθοδοσίας που καλύπτουν εκατομμύρια Αμερικανούς εργαζόμενους. Διαπίστωσαν ότι, μετά την ευρεία χρήση της γενετικής τεχνητής νοημοσύνης, η απασχόληση των εργαζομένων ηλικίας 22 έως 25 ετών στα επαγγέλματα με τη μεγαλύτερη έκθεση μειώθηκε κατά 13% σε σχέση με τους μεγαλύτερους σε ηλικία συναδέλφους τους. Η ανάπτυξη λογισμικού και η υποστήριξη πελατών ήταν μεταξύ των τομέων που επλήγησαν περισσότερο. Στις ίδιες θέσεις υψηλής έκθεσης, η απασχόληση των εργαζομένων άνω των 30 ετών αυξήθηκε κατά 6% έως 12%.

Τα στοιχεία για τις μετοχές επιβεβαιώνουν αυτό το φαινόμενο. Εάν οι εταιρείες δεν προσλαμβάνουν νεοεισερχόμενους στους τομείς της μηχανικής και της υποστήριξης, αυτοί οι νεοεισερχόμενοι δεν λαμβάνουν τα οφέλη που συνήθως συνοδεύουν τέτοιες θέσεις εργασίας.

Τα χρήμα κινείται προς την Τεχνητή Νοημοσύνη

Η χρηματοδότηση επιχειρηματικού κεφαλαίου κινείται προς μία κατεύθυνση. Η Carta ανέφερε ότι πάνω από το 60% των επιχειρηματικών κεφαλαίων που συγκεντρώθηκαν στην πλατφόρμα της το α’ τρίμηνο του 2026 διοχετεύθηκε σε εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης, το μεγαλύτερο μερίδιο που έχει καταγραφεί ποτέ. Η ίδια έκθεση εκτιμά τη μέση αποτίμηση ενός γύρου χρηματοδότησης Σειράς Α για μια εταιρεία βασικών μοντέλων Τεχνητής Νοημοσύνης στα 300 εκατ. δολάρια, έναντι περίπου 55 εκατ. δολαρίων για μια εταιρεία στο ίδιο στάδιο που δραστηριοποιείται σε άλλο τομέα. Οι αποτιμήσεις σε αρχικό στάδιο έχουν αυξηθεί γενικά, όχι μόνο για την τεχνητή νοημοσύνη: η μέση αποτίμηση της Σειράς Α έφτασε στο ποσό-ρεκόρ των 78,7 εκατ. δολαρίων το δ’ τρίμηνο του 2025, με άνοδο 37% σε ετήσια βάση, ενώ η μέση αποτίμηση της αρχικής χρηματοδότησης (seed) ήταν στα 24 εκατ. δολάρια. 

“Η συγκέντρωση από μόνη της δεν σημαίνει ότι οι αποδόσεις θα είναι υψηλότερες”, λέει ο Solomon. Η πλατφόρμα του εξετάζει πώς αποτιμώνται και πώς κατανέμονται οι μετοχές των εταιρειών κατά τη στιγμή της επένδυσης, και όχι πώς αποδίδουν αργότερα. Ο τομέας της κυβερνοασφάλειας εμφανίζει τα υψηλότερα premium αποτίμησης σύμφωνα με τα δεδομένα της altshare, προσθέτει ο ίδιος, αν και υπάρχει μια εγκράτεια στον κλάδο: το σύνηθες ποσό χρηματοδότησης Σειράς Α στον τομέα της κυβερνοασφάλειας έχει υποχωρήσει από το υψηλότερο επίπεδό του κατά περίπου 25% σύμφωνα με τα στοιχεία του Solomon, και οι πολλαπλασιαστές εσόδων έχουν μειωθεί. Ο κίνδυνος για τους επενδυτές, όπως επισημαίνει ο Solomon, είναι το αντίτιμο εισόδου. Το premium για είσοδο σε μια start up αυξάνει την απόδοση που πρέπει να αποφέρει η επένδυση στη συνέχεια για να αξίζει τον κόπο.

Μικρότερες ομάδες ιδρυτών

Αλλάζουν επίσης και τα άτομα που ιδρύουν εταιρείες. Μεταξύ των επιχειρήσεων με τις οποίες συνεργάζεται η altshare, το ποσοστό των start ups που ιδρύθηκαν από ένα μόνο άτομο έχει ανέλθει περίπου στο 25% το 2025 από περίπου 12% το 2021. 

Μια άλλη έκθεση της Carta σχετικά με τα μετοχικά ποσοστά των ιδρυτών καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα, με μία επιφύλαξη. Διαπίστωσε ότι οι μεμονωμένοι ιδρυτές αντιπροσώπευαν περίπου το 35% των νέων start ups που δημιουργήθηκαν στην εν λόγω πλατφόρμα το 2024, από 17% το 2017, αλλά μόνο το 17% των εταιρειών που προχώρησαν στη συγκέντρωση κεφαλαίων από VCs. 

Οι ιδρυτές διατηρούν πλέον μεγαλύτερο μερίδιο στις εταιρείες τους από ό,τι στο παρελθόν. Κατά μέσο όρο το ποσοστό των μετοχών μιας εταιρείας που πωλείται σε νέους επενδυτές σε κάθε γύρο, έχει μειωθεί στα αρχικά στάδια, από περίπου 18% σε 16% το 2025, με τους “down rounds” να είναι πλέον σπάνιοι και τους όρους να είναι ευνοϊκοί για τους ιδρυτές. Την ίδια στιγμή όλο και λιγότεροι υπάλληλοι εισέρχονται στον πίνακα μετόχων.

Ο Solomon επισημαίνει πως η τάση προς τους μεμονωμένους ιδρυτές “προηγείται του τρέχοντος κύματος της τεχνητής νοημοσύνης, το οποίο την επιτάχυνε παρά τη δημιούργησε”. Το φθηνότερο λογισμικό διευκολύνει ένα άτομο να διευθύνει μόνο του μια εταιρεία, συνθήκη που δεν ήταν τόσο εύκολη πριν μερικά χρόνια.

Τι οφείλεται στην Τεχνητή Νοημοσύνη

Το κατά πόσο η στροφή αυτή οφείλεται στην Tεχνητή Nοημοσύνη αποτελεί θέμα διαμάχης. Μια ερμηνεία είναι ότι το λογισμικό αρχίζει να αντικαθιστά τις θέσεις εργασίας. Μια άλλη: ότι οι προσλήψεις επιβραδύνθηκαν για λόγους που συνδέονται με την οικονομία, αλλά το φταίξιμο ρίχνεται στην τεχνητή νοημοσύνη.

Ο Torsten Slok, επικεφαλής οικονομολόγος της Apollo Global Management, τάσσεται υπέρ της δεύτερης άποψης. Έχει υποστηρίξει ότι η χαμηλή πρόσληψη σε θέσεις αρχικού επιπέδου αντανακλά μια αγορά εργασίας με χαμηλό ρυθμό προσλήψεων και απολύσεων και όχι με αυτοματοποίηση, και αμφισβητεί αν η επίδραση της τεχνητής νοημοσύνης στις θέσεις εργασίας είναι ορατή στα δεδομένα. Οι ερευνητές του Στάνφορντ εξέτασαν αυτήν τη θέση. Η πλήρης εξαίρεση του τεχνολογικού τομέα δεν άλλαξε τα συμπεράσματά τους. Ούτε η προσαρμογή για τα επιτόκια, και σημειώνουν ότι οι κλάδοι που επηρεάζονται περισσότερο από τα επιτόκια, όπως ο κατασκευαστικός, συγκαταλέγονται μεταξύ εκείνων που εκτίθενται λιγότερο στην τεχνητή νοημοσύνη. Όταν επέκτειναν τα δεδομένα έως το 2026, η τάση δεν είχε αντιστραφεί.

Η διάκριση αυτή έχει σημασία για το τι θα συμβεί στη συνέχεια. Εάν η τεχνητή νοημοσύνη καταργεί θέσεις εργασίας αρχικού επιπέδου, μια ισχυρότερη οικονομία δεν θα τις επαναφέρει αυτόματα. Εάν η κύρια αιτία είναι μια επιφυλακτική αγορά εργασίας, είναι πιο πιθανό να επανέλθουν μόλις βελτιωθούν οι συνθήκες.

Ο Solomon λέει ότι η αλήθεια είναι κάπου στη μέση. Τα δεδομένα του δεν μπορούν να προβλέψουν τις πωλήσεις εταιρειών ή τις δημόσιες προσφορές ούτε να αποδείξουν κάποια αιτιώδη συνάφεια· μπορούν όμως να “μετρήσουν” την εμπιστοσύνη των επενδυτών και ποιο είναι το κόστος της. Όσον αφορά τους νέους εργαζόμενους, η ανάλυσή του επικεντρώνεται στη στελέχωση: μικρότερες ομάδες που προσλαμβάνουν λιγότερους νεοεισερχόμενους, με αποτέλεσμα να καταλήγει λιγότερο μετοχικό κεφάλαιο στους κάτω των 30 ετών που δεν προσλήφθηκαν εξ αρχής.

Για κάποιον που εξετάζει μια προσφορά για εργασία βασισμένη σε δικαιώματα προαίρεσης, η αλλαγή αυτή είναι αξιοσημείωτη. Η αξία ενός τέτοιου οφέλους για τον εργαζόμενο εξαρτάται από το ποσοστό της εταιρείας που αντιπροσωπεύει, την τιμή στην οποία μπορούν να αγοραστούν οι μετοχές και το πόσο κοντά βρίσκεται η εταιρεία στο να πωληθεί ή να εισαχθεί στο χρηματιστήριο. Τίποτα από αυτά δεν είναι το απόλυτο κριτήριο για να δεχτεί κάποιος μια θέση εργασίας. Είναι μια υπενθύμιση ότι το μετοχικό κεφάλαιο των start ups κατανέμεται σε λιγότερα άτομα από ό,τι παρουσιάζει το σχετικό αφήγημα.

Οι πωλήσεις εταιρειών και η εισαγωγή τους στο χρηματιστήριο ανακάμπτουν μετά από μακρά περίοδο στασιμότητας, γι’ αυτό και η χρονική στιγμή έχει σημασία. Το α’ τρίμηνο του 2026, πραγματοποιήθηκαν 34 αρχικές δημόσιες προσφορές από τις εταιρείες που παρακολουθεί η Carta, συγκεντρώνοντας σχεδόν 10 δισ. δολάρια, ενώ οι γύροι χρηματοδότησης με χαμηλότερη αποτίμηση (down rounds) έχουν μειωθεί από το υψηλό του 22% το 2023 σε κάτω του 12%. Αυτά τα έσοδα διανέμονται στους μετόχους. Οι ομάδες των μετόχων αριθμούν πλέον λιγότερα άτομα και μεγαλύτερης ηλικίας από ό,τι πριν μερικά χρόνια, ενώ το κομμάτι των υπαλλήλων με μετοχικό ποσοστό  έχει συρρικνωθεί. 

Forbes